Οι «Σαρτζαληδες-Μεσσουνιωτες» της Σμυρνης

Φιλίες και ανθρώπινες σχέσεις που δεν δοκιμάστηκαν από την απόσταση, το χρόνο, τη θρησκεία, την εθνικότητα, την υστερόβουλη προπαγάνδα και έμειναν για πάντα αντάσηδες

Πριν τριάντα πέντε χρόνια, ίσως και περισσότερα, στο καφενείο του Βασίλη, προσκλήθηκα για ένα ποτό, από τον Θόδωρο το Θοδωρακούδ΄ (Δραγανίδης) και τον Μήτσιο τον Τσιάνκο, (Ισπικούδης).  

Τους έτυχα, σε νοσταλγική συζήτηση για ένα πρόσφατο αξέχαστο ταξίδι στην Τουρκία, μαζί με τη Γιαννούλα, σύζυγο του Θόδωρου και αδελφή του Μήτσιου. Ήταν προσκεκλημένοι και φιλοξενούμενοι του Ιζέτ και του Χαϊντάρ.

Ποιοι ήταν όμως οι Ιζέτ και Χαϊντάρ, θα αναρωτηθούν οι νεότεροι Μεσσουνιώτες;

Ήταν Μεσσουνιώτες μουσουλμάνοι, συνομήλικοί τους. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μαζί από μικρά παιδιά, στην ίδια γειτονιά, κοντά στο τζαμί, τρέχοντας από χριστιανικό σε μουσουλμανικό και από μουσουλμανικό σε χριστιανικό σπίτι, αργότερα έγιναν παλικαράκια, ενήλικοι πια υπηρέτησαν μαζί στο στρατό, κάποιοι πήγαν στο ίδιο δημοτικό σχολείο. Βόσκησαν μαζί τα πρόβατα, όργωσαν τα χωράφια, έζησαν, μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν δίπλα δίπλα. Έδεσαν φιλίες αξεπέραστες.  

Κρίσιμα γεγονότα, προξενική προπαγάνδα, πολιτικά λάθη, έγιναν αιτία να χωρίσουν. Οι Μουσουλμάνοι Έλληνες, κάτοικοι της  Μεσσούνης, το 1956 και 1957 εκποίησαν τις περιουσίες τους και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Τουρκία.

Τι κι αν ξαφνικά χώρισαν, οι φίλοι παρέμειναν φίλοι, η επικοινωνία δεν σταμάτησε ποτέ, η φιλία δεν ξεχάστηκε, η αγάπη και η εκτίμηση περίσσεψε και δεν μειώθηκε.

Ειδικά ο Ιζέτ, δεν ήταν λίγες οι φορές που  ήρθε στη Μεσσούνη, για να δει το σπίτι που γεννήθηκε  που τώρα κατοικούσαν οι νέοι νοικοκύρηδες, ο Κώτσιος με τη Ευανθία Κυρουβγίδου. Περνούσε βέβαια και από το σπίτι που γεννήθηκε ο Χαϊντάρ και τώρα κατοικούσε ο Γιώργης ο Τσανακλής και κατέληγε στα γειτονικά σπίτια των χριστιανών παιδικών του φίλων, του Τσιάνκου, του Θόδωρου και του Πασχάλη, συνομιλούσε με τους συνομηλίκους του στο δρόμο, ενθυμούμενοι τα παλιά και καλημέριζε τους νεότερους.  

-Φθάσαμε στη Σμύρνη, είπε ο Τσιάνκος, μας περίμεναν στο πρακτορείο των λεωφορείων, με ειλικρινή καλωσορίσματα, αγκαλιές και φιλιά. Όταν φθάσαμε στο σπίτι του Ιζέτ, ψηλά στο βουνό, ήταν η πρώτη μας έκπληξη, πάνω από πενήντα άτομα μας περίμεναν, μέσα και έξω στην μικρή αυλή. Δεν προλαβαίναμε να βλέπουμε τους παλιούς φίλους και τα παιδιά τους, που δεν τα γνωρίζαμε. Όλοι, μα όλοι, ρωτούσαν για το χωριό, την Κίρ Σάρτζα, τη Μεσσούνη, το σπίτι τους, τους φίλους τους. Περιττό βέβαια να πω για το τραπέζι που ήταν στρωμένο, με όλα τα καλούδια.

Όταν το 1956-1957 μετανάστευσαν όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Μεσσούνης, για την Τουρκία, είκοσι πέντε περίπου οικογένειες, «Σαρτζαλήδες» τους αποκαλούν στη Σμύρνη,  εγκαταστάθηκαν στις παρυφές της πόλης, στο ύψωμα-βουναλάκι «Τσεμέν Τεπέ» (Cimentepe Kantriye Mh 690). Τώρα είναι κεντρικό σημείο της πόλης. Λίγες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην Προύσα και  δύο στην Κωνσταντινούπολη.

Μείναμε στο σπίτι του Ιζέτ, συνέχισε ο Τσιάνκος,  καθημερινά όμως ήμασταν φιλοξενούμενοι σε άλλο σπίτι, όπου και πάλι ήταν συγκεντρωμένοι όλοι, οι συζητήσεις πολύωρες, πάντα με επίκεντρο τους χριστιανούς φίλους και το χωριό.

Αξέχαστη θα μου μείνει η  απάντηση του Ιζέτ, όταν τούρκος γείτονας, του επιτέθηκε φραστικά, σε έντονο ύφος, λέγοντας:

– Τι τους έχετε τους γκιαούρηδες και τους φιλοξενείτε, ποτέ δεν θα γίνουμε φίλοι με τους Έλληνες, άπιστοι και εχθροί μας ήταν, είναι και θα είναι παντοτινά. (Ο Μήτσιος και ο Θόδωρος, γνώριζαν τουρκικά).

-Αυτοί δεν είναι εχθροί, απάντησε φανερά ενοχλημένος ο Ιζέτ, είναι αδέλφια, μαζί μεγαλώσαμε, μαζί παίξαμε, μαζί δουλέψαμε, μαζί χορέψαμε και γιορτάσαμε, Πάσχα και Μπαϊράμι, Χριστούγεννα και Ραμαζάνι. Όταν ήμασταν στο χωριό αρρώστησε το βόδι μας και δεν μπορούσαμε να οργώσουμε για τη σπορά. Κανένας μουσουλμάνος δεν μας βοήθησε, αυτοί οι δυο είπαν, Ιζέτ μη στενοχωριέσαι, μια στο δικό μας το χωράφι, μια στο δικό σας θα σπείρουμε, όπως και κάναμε. Εκεί στην Κιρ Σάρτζα, δεν ξεχώριζαν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, ένα ήμασταν και ένα μείναμε, γείτονες και φίλοι. Με ανυπομονησία περιμέναμε το πρωί της Πασχαλιάς τα κόκκινα αυγά και τα τσουρέκια που θα έφερναν στο σπίτι  οι γειτόνισσες, θυμούμαι και τη μάνα μου που ανταπέδιδε με γλυκά, ιδιαίτερα στο Σεκέρ Μπαϊράμ (Seker Bayrami). Δεν φύγαμε κυνηγημένοι, δεν μας κακομεταχειρίστηκαν οι χωριανοί, πουλήσαμε την περιουσία μας και ήλθαμε στην Τουρκία.    

-Μήτσιο ρώτησε αστειευόμενος, πρόσφεραν οινοπνευματώδη στο τραπέζι;  

– Βέβαια, σε όλα τα σπίτια μας κερνούσαν ρακί, στου Χαϊντάρ όμως είχε απ΄ όλα, ό,τι τραβούσε η ψυχή σου, από τότε που κάναμε παρέα στο χωριό εκείνος τα έτσουζε, ήταν τακτικός θαμώνας στα καφενεία και τα φιλικά υπόγεια με τις μπόμπες το κρασί.  

-Μείναμε συνέχισε, μια αξέχαστη βδομάδα στη Σμύρνη, μας γύρισαν σε όλα τα μέρη, ανταμώσαμε με όλους τους φίλους, όλοι μας φίλεψαν.

-Με το ιδιόκτητο ταξί, ο αδελφός του Ιζέτ, συνέχισε ο Θόδωρος, μας συνόδεψε για τις επόμενες πέντε ημέρες στους χωριανούς μας φίλους μουσουλμάνους, στην Προύσα και την Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενηθήκαμε από τον Χαλήλ Ιμπράμ.

Μόνο όταν ανεβήκαμε στο τρένο για την Ελλάδα μας αποχαιρέτησε με δάκρυα στα μάτια.

Αξεπέραστες και δυνατές ήταν οι  φιλίες των παιδικών χρόνων που δημιουργήθηκαν στη γειτονιά, στην αλάνα, στο σχολείο, στη δουλειά, κυρίως στο παιχνίδι του δρόμου. Αυτές οι φιλίες μένουν παντοτινές, δεν έχουν σκιές και μελανιές. Ο Θόδωρος έφυγε νωρίς από τη ζωή και γέμισε θλίψη τον Ιζέτ και όλους τους Σαρτζαλήδες της Σμύρνης. Πέρασαν πολλά χρόνια τακτικής επικοινωνίας με τον Ιζέτ, όμως το τηλέφωνο κάποια στιγμή δεν απαντούσε, ούτε εκείνος καλούσε. Ανησύχησε ο Τσιάνκος, έτρεξε στο Μίσχο και έμαθε το δυσάρεστο νέο,  ο φίλος μας δεν κατοικούσε πλέον στη Σμύρνη, είχε πάρει τη θέση του, στον άλλο κόσμο του Αλάχ. Έκλαψε ο Πασχάλης, στενοχωρήθηκα και εγώ, που έχασα τη μηνιαία τηλεφωνική επικοινωνία. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να κάνουμε πραγματικότητα την επιθυμία μας, να ανταμώσουμε κάποτε, να γνωριστούμε από κοντά  και να πούμε πολλά περισσότερα.

Τώρα όμως πιστεύουμε ότι αντάμωσαν στον άλλο κόσμο και κάθονται μαζί στον παράδεισο του Θεού και του Αλλάχ, που αν δεν είναι στο ίδιο σημείο, σίγουρα γειτονεύουν. Τα χρόνια πέρασαν, 1956-2024, και οι περισσότεροι παλιόφιλοι είναι  πλέον εκεί, ο Τσιάνκος, ο Ιζέτ, ο Θόδωρος, ο Χαϊντάρ, ο Πασχάλης, ο Παλάμπουγιούκ, ο Βασίλης ο γραμματέας, ο Κιορμεμέτ, τα αδέλφια μου, ο Ηλίας, ο Μιχάλης και όλοι εκείνοι, αδέρφια και αντάσηδες, Σάρτζαλήδες, Μεσσουνιώτες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι.

Δεν ήταν η μοναδική αντάμωση, πιθανόν ήταν η τελευταία, υπήρξαν όμως και άλλες προηγούμενες, που αναφέρονται στις συζητήσεις, ξεθώριασαν όμως στη μνήμη των απογόνων. Ίσως κάποια στιγμή ανασυρθούν και άλλες μνήμες και φωτογραφίες, που θα φωτίσουν περισσότερο εκείνα τα αλησμόνητα χρόνια.  

Τακτικές είναι και οι επισκέψεις και περιπλανήσεις στους δρόμους της Μεσσούνης, παλαιότερα αυτών που είχαν γεννηθεί στη Κιρ Σάρτζα και τώρα των  απογόνων των Σαρτζαλήδων της Σμύρνης, της Προύσας και της Κωνσταντινούπολης. Ψάχνουν τις ρίζες τους, τις ρίζες των δικών τους. Φωτογραφίζονται συγκινημένοι στα μισογκρεμισμένα σπίτια, τις αποθήκες, στο οικόπεδο που ήταν το τζαμί και το σχολείο, συζητούν νοσταλγικά με τους νέους ενοίκους, παίρνουν μαζί τους ενθύμια ρίζας, ένα κομμάτι κεραμίδι, μια μικρή πέτρα, λίγο χώμα.    

ΥΓ: Φωτογραφίες  από το αρχείο του αείμνηστου Τσιάνκου.

Δεκέμβριος 2024

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.