«Οι γριες που μαζευουν την τσουκνιδα» ενθουσιασαν την Κομοτηνη

Παρουσιάστηκε στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ντέλλα και πρωταγωνιστές τους: Μιχάλη Αναγνώστου, Μανούσο Γεωργόπουλο, Πλάτωνα Γιώργο Περλέρο

Στις 30 Ιανουαρίου του 2025, στη χειμερινή σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, το θεατρόφιλο κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει για τέσσερις ημέρες τη θεατρική παράσταση «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ντέλλα. Το θεατρικό κείμενο γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, στο πλαίσιο της διπλωματικής του εργασίας: «Εθνογραφία του φύλου και σκηνική επιτέλεση».

Έρευνα και μάσκες

Στη δραματουργία του έργου, καθώς και στην επιτέλεσή του, θα έλεγε κανείς πως ο κεντρικός άξονας δημιουργίας βασίστηκε σε τεχνικές αφορμώμενες από το «θέατρο Ντοκουμέντο»–είδος βασισμένο στο ιστορικό δράμα. Πιο συγκεκριμένα, το θεατρικό κείμενο μίας παράστασης αυτού του είδους βασίζεται σε στοιχεία και γεγονότα της καθημερινότητας. Οι τρεις χαρακτήρες του έργου δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας. Αντίθετα, είναι γυναίκες της τρίτης ηλικίας, οι οποίες «γεννήθηκαν» από υπαρκτά πρόσωπα του θεσσαλικού κάμπου και μετενσαρκώθηκαν μέσω της αισθητικής παρέμβασης του σκηνοθέτη και της υποκριτικής προσέγγισης των τριών ηθοποιών.

Στη σκηνογραφία της παράστασης υπήρχε μία αφαιρετική έως μηδενιστική αισθητική, μόνο ο φωτισμός και τα ηχογραφημένα «ντοκουμέντα» πρόδιδαν το επικείμενο παραστασιακό γεγονός. Οι χαρακτήρες χρησιμοποίησαν σε όλη τη διάρκεια του έργου μόνο τρία στρογγυλά ταψιά ως μέρισμα λαογραφίας. Ενώ ενδυματολογικά, τη μεγαλύτερη εντύπωση δημιούργησαν οι μάσκες των ηθοποιών, οι οποίες κάλυπταν το πρόσωπο μέχρι τα μάγουλα, ανασταίνοντας την υφολογία των μασκών του ιταλικού θεάτρου “commedia dell’arte”.  Η ενδυματολογία μάς επανέφερε στο θυμικό τις δικές μας γιαγιάδες με τις μαύρες φούστες, τα γκρι τους μαλλιά και το τσεμπέρι, με τα γυρτά τους κορμιά και τα δυνατά τους χέρια, που γαλουχήθηκαν στη δουλειά και στις νόστιμες πίτες. 

Τελετουργίες και αυτοβιογραφία

Η αυλαία άνοιξε με τους ηθοποιούς ήδη παρευρισκόμενους επί σκηνής, ενώ με την εκκίνηση και την τοποθέτησή τους τόσο ρυθμικά όσο και δραματουργικά σμιλεύτηκε μία ατμοσφαιρική τελετουργία με σπονδυλωτή εξελικτική πορεία. Από τα «μαγιοβότανα» στον ατμό με το τσουκάλι και από τον ατμό με το τσουκάλι στον αργαλειό και στα χωράφια. Το μέλημα όμως των τριών γυναικών ήταν να μας συστηθούν, να τις γνωρίσουμε εκούσια σε όλα αυτά τα βαθιά και κρυμμένα που δεν έχουν ειπωθεί ή έχουν ξεχαστεί.

«Βάστα μαρή», φώναζαν στη Βούλα όταν η πεθερά της, επειδή ήταν στείρα, την ανάγκασε να καθίσει πάνω από ένα καζάνι με βραστό νερό. Από την άλλη, η Αγορίτσα μάς εκμυστηρεύτηκε πως έτσι ονόμαζαν τα κορίτσια τότε, «Αγορίτσα» από το αγόρι, ώστε να βγει το επόμενο «παιδί» και όχι κορίτσι. Τέλος, η Κατερίνα μάς είπε για τότε που μία γειτόνισσα την άκουσε να τραγουδά και την έπεισε να πάει στη χορωδία, όμως ο άντρας της δεν την άφησε να κάνει κανένα βήμα έξω από το σπίτι, με κάθε κόστος, αφήνοντας έναν υπαινιγμό βίας στα ουρλιαχτά της.

Επί σκηνής, μας συστήθηκαν γυναίκες οι οποίες πέθαιναν στα χωράφια, δούλευαν σκληρά από μικρά κορίτσια, αναλάμβαναν το νοικοκυριό και αργότερα τα εργατικά, τα συζυγικά και τα μητρικά τους καθήκοντα αλύγιστες, χωρίς παράπονο ή κόπωση.  

Λαογραφία και απογύμνωση

Κανένα λαογραφικό μουσείο της Ελλάδας δεν θα μπορούσε να μας «μιλήσει» για τη θέση της γυναίκας στις προηγούμενες δεκαετίες. Ίσως, τελικά, οι άνθρωποι να κρύβουν μέσα τους τα μεγαλύτερα μουσεία. Η σημασία των χαρακτήρων δεν βρισκόταν μόνο στις ιστορίες τους, αλλά και στην ηλικία τους, καθώς στην Ελλάδα τού σήμερα μια ομάδα ατόμων που ήδη επιδέχεται κοινωνικό ρατσισμό είναι οι ηλικιωμένοι. Η απόφαση του συγγραφέα να φτιάξει ένα δραματουργικό κέντημα βασισμένο τόσο στη νοσταλγία όσο και στη γυμνή αλήθεια του παρελθόντος ήταν τουλάχιστον σοφή.

Την απογύμνωση της πραγματικότητας μας έδειξαν και οι ίδιοι οι ηθοποιοί στο φινάλε της παράστασης, οι οποίοι με χορογραφημένες κινήσεις αφαιρούσαν τα κοστούμια τους, ώσπου οι μάσκες έπεσαν τόσο στη σκηνή όσο και στην πραγματικότητα. Το γεγονός ότι άντρες ηθοποιοί υποδύθηκαν αυτούς τους ασυνήθιστους γυναικείους χαρακτήρες μάς παραπέμπει σε δύο συμπεράσματα. Το πρώτο αφορμάται από την τιμή της παράδοσης του αρχαίου θεάτρου, όπου υπήρχαν μόνο άντρες υποκριτές. Το δεύτερο μάς παραπέμπει στην εξιλέωση, στον φόρο τιμής που απέδωσε το αρσενικό στο γυναικείο φύλο για όλα τα χρόνια της καταπίεσης και της πίκρας που του έχει προσδώσει.

⸻Πόσο στα αλήθεια τα χάσματα των γενεών είναι χάσματα, όταν οι άξονες των ερωτημάτων αφορούν τον σεξισμό;

⸻Η έμφυλη βία εξαλείφθηκε στα χρόνια των γιαγιάδων μας;

⸻Έχουμε ακούσει πραγματικά τις ιστορίες των προγόνων μας;

Η ταυτότητα της παράστασης

Έρευνα, δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία: Κωσταντίνος Ντέλλας

Ερμηνεύουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος,

Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος

Ηχητικό περιβάλλον, πρωτότυπη μουσική: Αλέξανδρος Κτιστάκης

Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα

Κατασκευή μάσκας: Μάρθα Φωκά

Κοστούμια: Κωνσταντίνα Μαρδίκη

Φωτογραφίες και βίντεο προώθησης: Χαράλαμπος Βλαχοδήμος, Ηλίας Λαχανάς

Μοντάζ: Στυλιανός Βλαχοδήμος

Παραγωγή:Θεσσαλικό Θέατρο

*Η Ραφαηλία Γενήουστα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.