Οι εμφυλες ταυτοτητες στην πεζογραφια του Γιωργου Ιωαννου
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Ο Γιώργος Ιωάννου (20/11/1927 – 16/2/1985) ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μαζί με άλλους ομότεχνους της ίδιας Γενιάς, όπως ο Μένης Κουμανταρέας ή ο Κώστας Ταχτσής, προσπαθεί να αποτυπώσει την έμφυλη ταυτότητα και την ομοφυλοφιλία μέσα στη λογοτεχνία.
Σκιαγραφεί χαρακτήρες ανδρών, γυναικών και ομοφυλόφιλων διαφόρων εύρους συμπεριφορών, ηλικιών και ενδιαφερόντων, από τη μεσοαστική και λαϊκή τάξη. Ανθρώπους που η ζωή και οι συνθήκες τους οδήγησαν σε αδιέξοδα ή στην καταστροφή, σαν την Αριάδνη Μινώταυρου στο «Η κυρία Μινώταυρου» («Επιτάφιος θρήνος», 1980).
Ο Ιωάννου εξομολογείται και παραδέχεται στα αυτοβιογραφικά του κείμενα ότι έζησε σε καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, κάτω από την επίβλεψη της καταπιεστικής μητέρας του, που στο πεζογράφημά του «Νύχτα γιομάτη θάματα» («Καταπακτή», 1982) τη χαρακτηρίζει «μισητή». Αυτό είναι κάτι που τον καθορίζει στην έκφραση της σεξουαλικής του ταυτότητας.
Από την παιδική του ηλικία νιώθει «διαφορετικός». Στα πρώτα πεζογραφήματά του εξομολογείται πόσο του άρεσε να κρύβεται στην αποθήκη ή στο δωμάτιό του, ώστε οι γονείς του να μη βλέπουν τη διαφορετικότητά του. Θα πρέπει να περάσει πολύς καιρός, ώστε να το συνειδητοποιήσει και ο ίδιος και να μπορέσει να διαχειριστεί τις αντιδράσεις της κοινωνίας. Γι’ αυτό και στα τελευταία, κυρίως, έργα του συντελούνται οι ουσιαστικότερες αποκαλύψεις.Ο Ιωάννου απελευθερώνεται μόλις πεθαίνει η μητέρα του και πηγαίνει στην Αθήνα.
Το ίδιο του το λογοτεχνικό έργο εμπεριέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία και αναφορές. Αρκεί να παρατηρήσει κάποιος και θα ανακαλύψει ακόμα και τον πρώτο άνθρωπο που τον σημάδεψε ερωτικά, έστω κι αν το αναφέρει εμμέσως, στο «Κρεβάτι», στη συλλογή «Η σαρκοφάγος» (1971).
Οι ήρωές του, ανώνυμοι στα περισσότερα πεζογραφήματά του, πορεύονται στη ζωή και στον χρόνο. Άντρες κατώτεροι του κοινωνικού τους ρόλου, άβουλοι και δειλοί, που καθοδηγούνται από τις γυναίκες, όπως ο Νεκροθάφτης στη «Συμμορία της καρφίτσας» («Η σαρκοφάγος», 1971), αλλά και γυναίκες που μπορεί να βρίσκονται λίγο στο περιθώριο, να εμφανίζονται ως δευτεραγωνίστριες, ως μητέρες, σύζυγοι, καθηγήτριες ή ερωμένες, είναι όμως ικανές να καθορίζουν συμπεριφορές και να επηρεάζουν όπως στο «Ξεσκάτωμα» («Επιτάφιος θρήνος», 1980).


Στον Ιωάννου αρέσει να περπατά στους δρόμους και να περιπλανιέται. Να παρατηρεί τους ανθρώπους σε καφέ, σινεμά, πλατείες, ακόμη και σε κακόφημες περιοχές τη νύχτα. Ο ενοχικός στην πρώτη συγγραφική του περίοδο Ιωάννου, κινείται στις λαϊκές γειτονιές. Η περιοχή του Παλιού Σταθμού, η Πλατεία Δικαστηρίων, δηλαδή τα Καμμένα, τα εβραίικα μνήματα, τα Σφαγεία. Χώροι υποδοχής και αποδοχής κάθε είδους αμαρτωλού έρωτα, χώροι επίφοβοι, δίβουλοι, γεμάτοι ενοχές, χώροι τους οποίους κυρίως ο αφηγητής προσεγγίζει νύχτα.
Θέλει να ανήκει στους ανθρώπους του περιθωρίου. Νιώθει ενοχές και δύσκολα αποδέχεται τη σεξουαλική του ταυτότητα. Γι’ αυτό και οι ήρωές του κυκλοφορούν τη νύχτα, συναντιούνται «ερωτικά» σε νεκροταφεία, σαρκοφάγους, συχνάζουν σε λαϊκά σινεμά. Αφού η κοινωνία και η εκκλησία δεν αποδέχονται την ομοφυλοφιλία, ο ίδιος προσπαθεί να την καλύψει ευσχήμως, θεωρώντας την αμαρτία και ντροπή.
Όμως, από τη συλλογή «Επιτάφιος θρήνος» (1980) έρχεται η ανατροπή, η απελευθέρωση. Ακόμη και το ύφος, το περιεχόμενο και το λεξιλόγιο αλλάζουν στον Ιωάννου.Ο ίδιος όλα αυτά τα οποία υπαινισσόταν στις προηγούμενες συλλογές του, τα σημεία εκείνα που οδηγούσαν στην επιθυμία του αντρικού σώματος, στον αρσενικό που εκπροσωπούσε η μεταπολεμική εποχή μέσα στην οποία ανδρώθηκε, τους άντρες που περιέγραψε και λαχτάρισε, ως συγγραφική περσόνα αλλά και μέσω των μυθοπλαστικών χαρακτήρων του, όλα αυτά γίνονται ξεκάθαρα στη συλλογή διηγημάτων «Επιτάφιος θρήνος».
Ειδικά στο διήγημά του «Ένας Μαχάων στην Ομόνοια», οι άγγελοι κατεβαίνουν από τα ουράνια και βολτάρουν «μουστακαλήδες και σπαθάτοι» στα πεζοδρόμια και στα στενά της πόλης, φέροντας σε απόγνωση τον αφηγητή, που υιοθετεί την πιο υστερική εκδοχή ενός απελπισμένου “stalker”. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την ενοχή και να αποδεχθεί την επιθυμία του, υιοθετεί μια παραληρηματική αφήγηση μέσα από δαιδαλώδεις, ελικοειδείς προτάσεις, φορτισμένες από φαλλικές αναφορές και διεγερτικές εκκλήσεις. Ακόμα και οι χώροι αλλάζουν σε αυτήν τη συλλογή. Το ισχυρό μοτίβο της Θεσσαλονίκης χλομιάζει, δίνοντας τόπο σε ένα διαφοροποιημένο αισθαντικά χώρο. Ήδη ο συγγραφέας Ιωάννου έχει βρει τη δική του «Αλεξάνδρεια» μέσα στη χαοτική Αθήνα και, χορτασμένος από τις παλιές ιστορίες, ξαναρίχνεται στο παιχνίδι της καθημερινότητας. Φωτογραφίζεται στην Ομόνοια και, μετά τον Βαρδάρη, υιοθετεί άλλη μια πλατεία, ενώνοντας νοητά τους δύο ομφαλούς της χώρας.
Μιλά ανοιχτά για όσα νιώθει, ειδικά στη συλλογή «Καταπακτή» (1982), και ενδιαφέρεται για όλα εκείνα τα μέρη όπου ένας λαϊκός άνθρωπος, με τον οποίο ταυτίζεται ως αφηγητής, μπορεί να έχει παράνομη ερωτική δραστηριότητα. Γράφει ο Ιωάννου στην «Πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984): «Είχες κλείσει μέσα στο λόγο μια νέα ανάσα, ή μάλλον την αναπνοή την πιο δικιά σου, που είναι πιο μακράς διάρκειας αναπνοή από εκείνη που έδειξες στα τρία πρώτα σου […]». Γνωρίζει ότι είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή η ομοφυλοφιλία και γι’ αυτό στο «Εις το Λάκκον» από την «Καταπακτή» παραδέχεται πως «Οι ρόλοι ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξουν».


Ανατρέπει, επίσης, τις έννοιες της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας και πιστεύει ότι θα πρέπει οι άντρες και οι γυναίκες να συμπεριφέρονται όπως ορίζει η φύση τους, οι έμφυτες ιδιότητες και ικανότητές τους. Θεωρεί ότι η πατριαρχική κοινωνία βρίσκεται σε κρίση και ότι οι γυναίκες μπορούν να αυτονομηθούν και να ανεξαρτητοποιηθούν από την αυστηρή ανδρική κηδεμονία. Είναι βέβαιο ότι ενδόμυχα θεωρεί ότι γυναίκες και ομοφυλόφιλοι είναι οι «αδικημένοι» του κοινωνικού συστήματος, όπως φαίνεται στη «Μεγαλοκόρη» από τη «Σαρκοφάγο» (1971). Χρειάζεται, όμως, η ανατροπή των παραδοχών για τη σεξουαλικότητα, το σώμα, την έμφυλη διαφορά, γιατί το φύλο για τον Ιωάννου είναι «πράττειν», όχι «είναι».
Ο Ιωάννου, υποδόρια και χαμηλόφωνα, στις τρεις πρώτες συλλογές του μιλά, συγκαλυμμένα και σχεδόν ενοχικά, για τις έμφυλες ταυτότητες, μέχρι αυτή η ανομολόγητη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του να καταστεί φανερή κι έκδηλη πια στα τελευταία του έργα, όταν έχουν πλέον υπερνικηθεί οι κοινωνικές συμβάσεις και έχει καταλάβει τη θέση του στα γράμματα και τη λογοτεχνική κοινότητα.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
