Ο «Σινταρτα» και η αναζητηση νοηματος σ’ εναν «τραυματισμενο» αιωνα
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Στη θεωρία της λογοτεχνίας, μία από τις πιο κεντρικές συζητήσεις είναι πότε, γιατί και πώς το πλαίσιο επηρεάζει (ή όχι) την ερμηνεία ενός λογοτεχνικού έργου. Η λογοτεχνία δεν γεννιέται μέσα σε κενό. Κάθε έργο φέρει το αποτύπωμα της εποχής, των κοινωνικών δομών, των ιδεολογιών και των προσωπικών εμπειριών του δημιουργού του. Ωστόσο, η λογοτεχνική θεωρία έχει θέσει συχνά το ερώτημα: πρέπει ο αναγνώστης να γνωρίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο ενός έργου για να το κατανοήσει;
Σωστό ή λάθος, πιστεύω ότι το πλαίσιο σημασιοδοτεί πολλές φορές το έργο. Και ειδικά για έργα όπως ο «Σιντάρτα», είναι σημαντικό να το έχουμε κι αυτό υπόψη μας. Έτσι, λοιπόν, πηγαίνοντας αρκετά πίσω, διαπιστώνουμε πως η αυγή του 20ού αιώνα χαρακτηρίστηκε από ένα κύμα αισιοδοξίας σε όλον τον πλανήτη, γιατί θεωρήθηκε πολιτισμικό σημείο καμπής μετά τον πεσιμισμό των τελών του 19ου αιώνα. Η βιομηχανοποίηση, αλλά και οι νέες επιστημονικές ιδέες, όπως η έννοια του ασυνειδήτου του Φρόιντ και η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, επηρέασαν τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τον εαυτό τους, αλλά και τον κόσμο γύρω τους. Παρόλες όμως τις αρχικές ελπίδες, ο 20ός αι. αποδείχτηκε ταραχώδης και γρήγορα όλα διαψεύστηκαν από τη λαίλαπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και μετά, φυσικά, από μια σύντομη περίοδο ηδονιστικής βεβαιότητας, όλα γκρεμίστηκαν από την παγκόσμια οικονομική κρίση και την άνοδο του ναζισμού και του φασισμού, που οδήγησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κι ο κόσμος της λογοτεχνίας ακολούθησε μια ιδιαίτερη πορεία. Μετά τον σκληρό ρεαλισμό, πέρασε σε νέες φόρμες, με νέα μέσα έκφρασης. Οι θεωρίες του υπαρξισμού και οι θεωρίες του Φρόιντ επηρέασαν τον Κάφκα, η ροή συνείδησης πήρε νέα πνοή μέσα από τις ψυχολογικές θεωρίες και πάνω σε αυτό έχτισε το μοντερνιστικό του ύφος ο Τζέιμς Τζόυς, ο Τόμας Μαν πήρε το “Bildungsroman” και του έδωσε νέο αέρα. Κι από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, υπήρξε και η «χαμένη γενιά» των Αμερικανών συγγραφέων, που ενηλικιώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου, Έλιοτ, Χέμινγουεϊ, Φιτζέραλντ κ.ά.
Στη Γερμανία και στην Αυστρία υπήρξε μια σύντομη περίοδος μεταπολεμικής αισιοδοξίας ανάμεσα στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περίοδος της Βαϊμάρης, κατά την οποία ο πειραματισμός στη γερμανική γλώσσα ήταν φιλόδοξος, καθώς επιχειρούσε να εκφράσει τα σύνθετα θέματα του σύγχρονου κόσμου. Σ’ αυτό το χρονικό πλαίσιο γράφτηκαν έργα, όπως η τριλογία του Μπροχ, «Υπνοβάτες» (1930-1932), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (1930-1943) του Μιούζιλ και «Το παιχνίδι με τις χάντρες» (1943) του Χέρμαν Έσσε, όπου η χρήση της γιουνγκιανής ψυχανάλυσης και του ανατολίτικου μυστικισμού καταλήγει σε μια γραφή που θυμίζει τον μεταγενέστερο μαγικό ρεαλισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, η γνώση του κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος του Χέρμαν Έσσε είναι ουσιώδης και για την ερμηνεία του «Σιντάρτα». Το έργο γράφτηκε βέβαια 20 χρόνια πριν το «Παιχνίδι με τις χάντρες», το 1922, σε μια Ευρώπη τραυματισμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι παραδοσιακές αξίες είχαν καταρρεύσει και η πνευματική αναζήτηση στράφηκε προς την Ανατολή. Ο Έσσε, επηρεασμένος από τον βουδισμό, την ινδουιστική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση του Γιουνγκ, εκφράζει, μέσα από τον ήρωά του, τη νοσταλγία για εσωτερική γαλήνη, σε μια εποχή κρίσης και υπαρξιακής αγωνίας. Η κατανόηση αυτού του ιστορικού πλαισίου αποκαλύπτει το γιατί το έργο υιοθετεί έναν στοχαστικό, σχεδόν μυστικιστικό τόνο, και γιατί ο «Σιντάρτα» γίνεται σύμβολο της μεταπολεμικής ανάγκης για νόημα στη ζωή. Αποκαλύπτει ακόμα γιατί το συγκεκριμένο έργο υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλές στη δεκαετία του ’60 στην Αμερική. Το “Spiegel”, το 1968, είχε γράψει ότι «Οι χίπις έβγαλαν τον Έσσε από τη λήθη».
Όμως, για να επανέλθουμε και στην αρχή του σημειώματός μου και τη θεωρία της λογοτεχνίας που νοηματοδοτεί κάθε φορά το έργο, ανάλογα με τη σχολή που η κριτική υπηρετεί, μπορώ να πω ότι και ως αυτόνομο αισθητικό αντικείμενο, ο «Σιντάρτα» στέκει και με το παραπάνω. Αρκεί η ανάγνωση να επικεντρώνεται στα σύμβολα (ποταμός, ήλιος, πορεία ζωής), στη δομή της αφήγησης και στην αλληγορική λειτουργία των προσώπων. Το έργο «μιλά» από μόνο του, καθώς η πνευματική πορεία του «Σιντάρτα» αποκτά διαχρονική και καθολική διάσταση. Αλλά και τις θεωρίες της πρόσληψης να μεταχειριστούμε, όπου το κείμενο συναντά κάθε φορά έναν νέο αναγνώστη κι επαναδιαμορφώνεται μέσα από τη δική του «ματιά», η ανάγκη για πνευματική ολοκλήρωση και η σύγκρουση ανάμεσα στον υλικό και τον εσωτερικό κόσμο, καίρια και επαναλαμβανόμενα ερωτήματα στην πορεία του ανθρώπου, αποκτούν νέα νοήματα και το έργο παραμένει ολόφρεσκο κι ενδιαφέρον και σήμερα.
Λίγα λόγια για το έργο…
Ο «Σιντάρτα» του Έσσε μάς διδάσκει ότι κάθε αναζήτηση αλήθειας είναι πολυεπίπεδη – όπως και η ανάγνωση ενός έργου: χρειάζεται την εσωτερική προσήλωση στον λόγο, αλλά και τη συνείδηση του κόσμου μέσα στον οποίο αυτός ο λόγος γεννήθηκε.
Η κεντρική αφήγηση παρακολουθεί τον νεαρό Σιντάρτα, γιο ενός πλούσιου βραχμάνου, που εγκαταλείπει την πατρική άνεση και τη θρησκευτική καθοδήγηση των δασκάλων, για να βρει τη δική του προσωπική αλήθεια και φώτιση. Επί της ουσίας, «μας δείχνει τους δρόμους και τους παράδρομους που πρέπει κανείς να τολμήσει να δοκιμάσει για να κατορθώσει να ικανοποιήσει τις κοσμικές και πνευματικές του ανάγκες» (Φόλκερ Μίχελς, επιμελητής της γερμανικής έκδοσης).
Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει στο έργο είναι η γλώσσα και η δομή του. Με μια απλή, σχεδόν ποιητική, πρόζα, ο Έσσε παρουσιάζει τα επεισόδια της ζωής τού Σιντάρτα παραβολικά, χωρίς να υποβαθμίζεται η φιλοσοφική ουσία και προωθώντας το θεματικό κέντρο έτσι, ώστε να μετατρέπει φιλοσοφικά ζητήματα σε μια προσβάσιμη αφήγηση – κάτι που έκανε διαχρονικά το βιβλίο του αγαπητό στους νέους αναγνώστες και στην κουλτούρα των «αναζητητών» της δεκαετίας του ’60, οι οποίοι αποστρέφονταν τον υλισμό και αναζητούσαν «πνευματική αυτονομία».
Τα κεντρικά μοτίβα –η απόρριψη της ρηχής γνώσης, η εμπειρία ως οδός μάθησης, η απλότητα της καθημερινότητας και το νερό-ποτάμι ως σύμβολο ενότητας χρόνου και εμπειρίας– λειτουργούν αποτελεσματικά ως εργαλεία αφήγησης. Το διακύβευμα του έργου είναι πως η γνώση αποκτιέται όχι μέσω της διδασκαλίας, αλλά από την επαφή με τη ζωή. Οι σύγχρονες αναλύσεις του έργου τονίζουν πως η σύζευξη Ανατολής και Δύσης και η ψυχολογική προσέγγιση δίνουν στο έργο πολλαπλά επίπεδα γνώσης.
Ειδικότερα, ο ποταμός, με τις πολλαπλές συμβολικές του διαστάσεις, ως σημειολογία ροής της ζωής, ενότητας κι ελευθερίας, μέσου για την αυτογνωσία ή σύμβολο πνευματικής ολοκλήρωσης, δεν είναι μόνο το σκηνικό για το έργο, αλλά ένα παιδαγωγικό και φιλοσοφικό εργαλείο μέσα στο μυθιστόρημα, ένας ζωντανός δάσκαλος που οδηγεί τον Σιντάρτα από την αναζήτηση στην πλήρη κατανόηση της ζωής.
Μα και όλα τα υπόλοιπα σύμβολα, ο ήλιος και το φως, η άμμος και η έρημος, τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, η μουσική και οι ήχοι, ο γιος του Σιντάρτα και της Καμάλα, το φυσικό περιβάλλον, ακόμα και οι εναλλαγές της ενδυμασίας, όλα συγκλίνουν στο ίδιο μήνυμα, η πνευματική ολοκλήρωση δεν επιτυγχάνεται μέσω της διδασκαλίας, του υλισμού ή της κοινωνικής επιβολής, αλλά από τη βιωμένη παρατήρηση και την ενότητα με τη ροή του βίου.
«Για τον ίδιο τον Έσσε το παραμύθι του ήταν, όπως εξηγεί σε μια επιστολή στις 18/1/1925, ένα “πολύ ευρωπαϊκό βιβλίο”. […] Γι’ αυτόν το βιβλίο ήταν μάλλον έκφραση της “απελευθέρωσης” από την ινδική σκέψη και το Πιστεύω ενός άντρα χριστιανικής καταγωγής, που εγκατέλειψε από νωρίς την Εκκλησία και προσπάθησε να κατανοήσει άλλες θρησκείες, ειδικά τις ινδικές και κινέζικες μορφές πίστης. “Προσπάθησα να θεμελιώσω ό,τι έχουν κοινό όλα τα δόγματα και όλες οι ανθρώπινες μορφές ευσέβειας, ό,τι βρίσκεται υπεράνω εθνικών διαφορών, ό,τι πιστεύουν και τιμούν όλες οι φυλές κι όλα τα άτομα” τονίζει το 1958 στον πρόλογο της περσικής έκδοσης του Σιντάρτα».
(Φόλκερ Μίχελς, επιμελητής της γερμανικής έκδοσης)
Για να το ευχαριστηθεί και να ανταμειφθεί ο σύγχρονος αναγνώστης θα πρέπει να το διαβάσει ως μια πνευματική αλληγορία∙ η οικονομία της αφήγησης και η ποιητικότροπα απλή γραφή δίνουν αρκετή συναισθηματική φόρτιση στο δεκτικό αναγνωστικό βλέμμα. Αν μάλιστα το συνδυάσει με ακαδημαϊκά κείμενα που εξετάζουν τις πηγές, τις πολιτισμικές μεταφορές και τη θέση του Έσσε στην Ευρώπη, τότε θα έχει μια πιο ισορροπημένη εικόνα. Ας μην ψάξει για ιστορική/θρησκευτική αυθεντικότητα, ούτε για πολυπλοκότητα χαρακτήρων, τότε μόνο απογοήτευση θα νιώσει.
Ούτως ή άλλως ο Σιντάρτα θα είναι για πάντα το παραμύθι που αγαπήσαμε στα διαβάσματα της νιότης μας. Κι ίσως, αν τον ξαναδιαβάσουμε τώρα, να αναρωτηθούμε τι απέμεινε από εκείνον τον επαναστατικό μας ρομαντισμό, που μας έκανε να λατρέψουμε και να ταυτιστούμε με τη γραφή του Χέρμαν Έσσε.
Βιβλιογραφία
Για το πρώτο μέρος του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές:
—Terry Eagleton, «Πώς να διαβάζουμε λογοτεχνία», Μυρσίνη Γκανά (μτφρ.,), εκδ. Πεδίο, Αθήνα 2023.
—Ιωάννης Παρίσης – Νικήτας Παρίσης, «Λεξικό λογοτεχνικών όρων», Υπουργείο Εθνικής Παιδείας & Θρησκευμάτων – Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΟΕΔΒ, Αθήνα χ.χ.
—Συλλογικό έργο, «Η λογοτεχνία με απλά λόγια», Χριστίνα Σωτηροπούλου (μτφρ.,) εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2018.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
