Μια Μαροκινη «βασιλισσα» στον στροβιλισμο της γαλλικης αποικιοκρατιας

Abdellah Taïa, «Η ζωή με το δικό σου φως», Δημήτρης Δημακόπουλος μτφρ., εκδ. Πόλις, Αθήνα 2024, σ. 182

«Δεν είμαστε άνθρωποι σαν αυτούς. Αυτοί ξέρουν τα πάντα. Εμείς είμαστε αμόρφωτοι. Φυσικά. Και αξίζει στους αμόρφωτους να είναι σκλάβοι.

Γι’ αυτό γεννήθηκαν.»

Τα παραπάνω λόγια χρησιμοποιεί η νεαρή Μαλίκα για να σκιαγραφήσει την ταυτότητα των φτωχών Μαροκινών συντοπιτών της, σε μια εποχή που η Γαλλία δεσπόζει στην περιοχή ως υπερδύναμη και ως τέτοια οδηγείται σε βαρβαρότητες. Η γαλλική αποικιοκρατία και η εξουσιαστική ροπή της Δύσης τίθεται για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο του εκδοτικού προγράμματος των εκδόσεων ΠΟΛΙΣ, με την πρόσφατη κυκλοφορία του πολυεπίπεδου μυθιστορήματος του Μαροκινού συγγραφέα Abdellah Taïa, «Η ζωή με το δικό σου φως» (σ. 182). Τη μετάφραση του λογοτεχνικού αυτού έργου στα ελληνικά ανέλαβε ο δεινός χειριστής της γλώσσας μας Δημήτρης Δημακόπουλος, που πέρυσι μας συνεπήρε με τον αριστοτεχνικό εκφραστικό του χείμαρρο, στη μετάφραση των «Αθέατων» του Alain Damasio (εκδ. Πόλις, 2023), ενώ και αυτήν τη φορά καταφέρνει να μεταφέρει τη γοητεία της γραφής του Taïa.

Ο Abdellah Taïa, δίχως να αποφεύγει αυτοβιογραφικά στοιχεία, συνθέτει με το μωσαϊκό των ηρώων του τη μαροκινή κοινωνία μιας άλλης εποχής, καλύπτοντας ένα χρονικό εύρος από το 1954 ως και το 1999 –ή μήπως μέχρι και το σήμερα. Περιλαμβάνει λοιπόν την εποχή της γαλλικής αποικιοκρατίας μέχρι και τον θάνατο του βασιλιά Χασάν Β΄. Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος και αφηγήτρια είναι η Μαλίκα, που στα αραβικά σημαίνει βασίλισσα. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες, παρακολουθούμε την ενηλικίωσή της, που στροβιλίζεται στην τρομερή ένταση της ιστορίας και στον κυκεώνα των δυσκολιών που έχει να αντιμετωπίσει, λόγω της φτώχειας, της πατριαρχίας, της κοινωνικής ανισότητας και των πολιτικών αναταραχών.

Η τριμερής δομή του αφηγήματος, που συνυφαίνεται με τρεις διαφορετικούς τόπους, ξεκινά με τα χρόνια της νιότης και το Μπένι Μέλαλ. Εκεί, η ορφανή από μητέρα Μαλίκα, σε ηλικία δεκαεπτά ετών, ερωτεύεται και παντρεύεται τον Αλλάλ, με τον οποίο και εγκαθίστανται στο πατρικό του σπίτι. Εκείνος, έπειτα από πιέσεις, για λόγους οικονομικούς αλλά και για να διακόψει τις επαφές του με τον Μερζούγκ –σχέση την οποία αποδεχόταν σιωπηλά η Μαλίκα–, στρατεύεται στο πλευρό των Γάλλων για να πολεμήσει στην Ινδοκίνα, όπου και τελικά χάνει τη ζωή του.

Η Μαλίκα αρχίζει σταδιακά να απεκδύεται της αθωότητάς της και να αντικρίζει τη σκληρή πλευρά της ζωής. Οι γονείς του αδικοχαμένου άνδρα της τη διώχνουν από το σπίτι και εκείνη αναγκάζεται να πορευθεί στον κόσμο των φτωχών με όπλα την αποφασιστικότητα και την αγωνιστικότητά της για να εξασφαλίσει την αυτονομία της. Σ’ αυτές τις σελίδες μιλάει η Μαλίκα. Από την αρχή ώς το τέλος. Αφηγείται με πάθος τις στρατηγικές της για να αποφύγει τις αδικίες της Ιστορίας. Να επιβιώσει. Να κερδίσει μια μικρή θέση στον κόσμο.

Λίγα χρόνια αργότερα, στο Ραμπάτ πλέον, η Μαλίκα παντρεύεται τον Μοχάμεντ και αποκτούν εννιά παιδιά. Και στον νέο τόπο όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με την «αντίπαλό» της Γαλλία, η οποία, αφού της στέρησε τον πρώτο της σύζυγο, καραδοκεί και για την πανέμορφη δεκαπεντάχρονη κόρη της, Χαντίτζα. Με ποιον τρόπο; Η πλούσια Γαλλίδα Μονίκ, η οποία γεννήθηκε στο Μαρόκο, ζητά από τη Χαντίτζα να εργαστεί ως υπηρέτρια στο σπίτι της και εκείνη ως αντάλλαγμα, μεταξύ άλλων, να την πάρει μαζί της στη Γαλλία για μια νέα αρχή. Η Μαλίκα τελικά δεν έρχεται αντιμέτωπη με μια ακόμη ήττα, η κόρη της παραμένει στο Μαρόκο, δεν θα συμβεί όμως το ίδιο με τον γιο της Αχμέντ.

Στο τρίτο μέρος, στο οποίο υπάρχει ανατροπή και αφηγηματολογικά, μιας και στο υπόλοιπο έργο κυριαρχούσε ο μονόλογος της Μαλίκα, πλέον δίνεται θέση στον διάλογο. Σε μεγαλύτερη πια ηλικία, η Μαλίκα βρίσκεται στο Σαλέ, στο σπίτι που με μεγάλο μόχθο έφτιαξε με την οικογένειά της, όταν ένας κλέφτης, ο Τζαφάρ εισβάλει και απειλεί να τη μαχαιρώσει αν δεν του δώσει χρήματα. Ο Τζαφάρ, ο οποίος είναι συνομήλικος με τον γιο της όπως και ομοφυλόφιλος, παρά τη βίαια είσοδό του, λειτουργεί ως το έναυσμα, μέσω του διαλόγους τους, για να του εκμυστηρευθεί η Μαλίκα τα συναισθήματά της, για τη σχέση της με τον Αχμέντ, τη στάση απέναντι στους βιασμούς του, τη δυσκολία να τον αποδεχθεί και τη φυγή του στη Γαλλία για να ζήσει ελεύθερα.

Μπορεί όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής να εντάσσονται στη σφαίρα της φαντασίας, ως λογοτεχνικό εύρημα, όμως πολλά από αυτά τα τραγικά βιώματα αντίκρισαν τόσο ο ίδιος ο συγγραφέας όσο και η μητέρα του, στην οποία μάλιστα αφιερώνει και το βιβλίο του: «Η Μαλίκα, είναι η μητέρα μου: η Μ’Μπαρκά Αλλαλί Ταϊά (1930-2010)», την οποία έχασε προτού καταφέρει να οικοδομήσει και πάλι μια σχέση αγάπης. Με όχημα τις λέξεις, επιχειρεί στο πολυεπίπεδο queer μυθιστόρημά του, να αντιληφθεί τη ζωή «με το δικό της φως», όλα εκείνα που σφυρηλάτησαν την προσωπικότητά της –και συνάμα έναν ολόκληρο λαό, έναν ολόκληρο πολιτισμό– και την οδήγησαν στον αποκλεισμό του. Παράλληλα, να αφυπνίσει για ζητήματα ταυτότητας, πολιτικής διαφθοράς και άλλα πολλά, μα πάνω όλα να μας υπενθυμίσει ότι η μοίρα πλάθεται, θέλει θάρρος και αποφασιστικότητα, αλλά αξίζει να αγωνιστεί κανείς και να ορθώσει ανάστημα κόντρα στην Ιστορία, όπως ακριβώς έκανε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της η Μαλίκα, η Μαροκινή «βασίλισσα».

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, «Ο Taïa εισέρχεται με φοβερή ενάργεια στον κόσμο της μητέρας του»

Για το επαναστατικό μυθιστόρημα του Abdellah Taïa, η ποιήτρια και μεταφράστρια Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, σημειώνει σε κείμενό της που δημοσιεύεται στο “Athens Voice”:  «Στη “Ζωή με το δικό σου φως” ο  Taïa προσπαθεί να μπει στο μυαλό της μητέρας του –που πέθανε το 2010 χωρίς ουσιαστικά να συμφιλιωθεί ποτέ από κοντά με τον γιο της– για να κατανοήσει και να συγχωρέσει τον τόσο μα τόσο διαφορετικό κόσμο από τον οποίο ερχόταν εκείνη: τον κόσμο μιας γυναίκας που γεννήθηκε κι έζησε μες στη φτώχεια, μιας γυναίκας που δεν γνώριζε άλλο όχημα φυγής από τα δικά της αδιέξοδα παρά τη χειραγώγηση όσων αγαπούσε, μιας γυναίκας που θεωρούσε ότι παροχή φροντίδας σημαίνει δικαίωμα στην καταδυνάστευση, και αδυνατούσε να καταλάβει πώς για έναν άνθρωπο –τον γιο της, εν προκειμένω– η ελευθερία μπορεί να είναι ο μοναδικός σκοπός στη ζωή.

Ο Taïa τα καταφέρνει: εισέρχεται με φοβερή ενάργεια στον κόσμο της μητέρας του και τον παρατηρεί με ενσυναίσθηση και τρυφερότητα, καθαρότητα μα όχι αυστηρότητα, υπό το φως της συμφιλίωσης και της αποδοχής. Ξαφνικά, αυτός ο τόσο αντι-δυτικός κόσμος μεταμορφώνεται σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι βλέπουν πραγματικά ο ένας τον άλλον, πέρα από ετικέτες, όπου οι άνδρες ερωτεύονται μεταξύ τους και οι γυναίκες τους διεκδικούν, όπου μέσα από τελετουργίες λύνονται τα δεσμά χρόνων ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να προχωρήσουν στη ζωή τους. Και όλα αυτό –αξιοθαύμαστα δοσμένα– έξω από τις θεωρίες, τα κουτάκια και τα στερεότυπα της Δύσης».

Abdellah Taïa, ο δημιουργός της «βασίλισσας»

O Abdellah Taïa γεννήθηκε στο Μαρόκο το 1973 από φτωχή οικογένεια. Σπούδασε Φιλολογία στα πανεπιστήμια του Ραμπάτ και της Σορβόννης, όπου και υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τον Jean-Honoré Fragonard και το ελευθέριο μυθιστόρημα του 18ου αιώνα. Γράφει στα γαλλικά και έχει δημοσιεύσει διηγήματα και μυθιστορήματα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το 2014 μάλιστα μετέφερε ο ίδιος στον κινηματογράφο το μυθιστόρημά του «L’Armée du Salut». Είναι ένας από τους πρώτους Μαροκινούς και Άραβες συγγραφείς που διεκήρυξε ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του, το 2007. Έχει τιμηθεί με το βραβείο του Café de Flore και, για την ταινία του, με το Μεγάλο Βραβείο του Φεστιβάλ του Ανζέ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.