Μεταναστευση, μνημη και ανηκειν στη «Νεραντζια» της Αλχαρθι

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Πριν μιλήσουμε για τη «Νεραντζιά» (Bitter Orange Tree), αξίζει να θυμηθούμε το έργο που καθιέρωσε διεθνώς την Τζόχα Αλχάρθι: το μυθιστόρημα «Οι Κόρες της Σελήνης» (Celestial Bodies), το οποίο το 2019 κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker –πρώτο βραβείο αυτού του είδους που απονεμήθηκε σε μυθιστόρημα γραμμένο στα αραβικά και σε συγγραφέα από το Ομάν.

Το έργο εκείνο ανέπτυσσε την ιστορία τριών αδελφών σε ένα παραδοσιακό χωριό του Ομάν και, μέσα από τις διαφορετικές επιλογές της ζωής τους, φώτιζε τις μεγάλες κοινωνικές μεταβάσεις της χώρας: από μια πατριαρχική κοινωνία με βαθιές ρίζες στην παράδοση, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, λόγω του εκσυγχρονισμού και των νέων πολιτισμικών επιρροών. Στο επίκεντρο βρίσκονται θέματα, όπως οι ρόλοι και οι προσδοκίες των γυναικών, το βάρος των οικογενειακών και κοινωνικών κανόνων, η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας, αλλά και η μνήμη, η ιστορία που καθορίζει τόσο τους χαρακτήρες όσο και την ίδια την κοινωνία. Αυτή η πολυφωνική, ποιητική αφήγηση –που πραγματεύεται τόσο το προσωπικό όσο και το συλλογικό– αποτέλεσε ένα ουσιαστικό λογοτεχνικό υπόβαθρο, για να δούμε πώς γεννιούνται και εξελίσσονται τα θέματα που η Αλχάρθι συνεχίζει να διερευνά στη «Νεραντζιά», καθώς και πώς η σχέση ανάμεσα στο πρόσωπο, το παρελθόν και το παρόν παραμένει στο επίκεντρο της δημιουργίας της.

Η Τζόχα Αλχάρθι, τόσο στις «Κόρες της Σελήνης» όσο και στη «Νεραντζιά», επιστρέφει επίμονα σε έναν βασικό άξονα: πώς το παρελθόν ζει μέσα στο παρόν των ανθρώπων. Στο βραβευμένο «Οι Κόρες της Σελήνης», η συγγραφέας παρακολουθεί μια ολόκληρη κοινωνία σε μετάβαση, μέσα από τις ζωές πολλών χαρακτήρων και γενεών στο Ομάν. Η ματιά είναι πιο πανοραμική –αφορά την ιστορική αλλαγή, την κατάργηση της δουλείας, τις μετατοπίσεις στους ρόλους των φύλων και τη σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας. Το άτομο παρουσιάζεται πάντα σε σχέση με την οικογένεια και την κοινωνική δομή.

Στη «Νεραντζιά», αντίθετα, η οπτική γίνεται πιο εσωτερική και υπαρξιακή. Εδώ η Αλχάρθι δεν χαρτογραφεί μια κοινωνία, αλλά τη συναισθηματική και ψυχική τοπογραφία μιας γυναίκας που ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αν στις «Κόρες της Σελήνης» βλέπουμε πώς η ιστορία διαμορφώνει ζωές, στη «Νεραντζιά» βλέπουμε πώς η μνήμη ενός προσώπου μπορεί να γίνει ολόκληρη πατρίδα. Η γιαγιά, η οικογενειακή ιστορία και η παιδική ηλικία λειτουργούν ως εσωτερικές ρίζες, που ακολουθούν την ηρωίδα ακόμα και στην ξενιτιά.

Και στα δύο έργα, όμως, η Αλχάρθι δίνει κεντρικό ρόλο στις γυναικείες εμπειρίες –όχι με τρόπο καταγγελτικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Οι γυναίκες της γράφουν τη ζωή τους μέσα σε περιορισμούς, τραυματικές σχέσεις, σιωπές, αλλά και μικρές πράξεις αντοχής. Η διαφορά είναι ότι στις «Κόρες της Σελήνης» αυτή η εμπειρία παρουσιάζεται συλλογικά και κοινωνικά, ενώ στη «»Νεραντζιά βιώνεται ως προσωπικό τραύμα, αγάπη και πένθος.

Η «Νεραντζιά», από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, συγκέντρωσε το διεθνές ενδιαφέρον και συμπεριλήφθηκε στα 100 πιο σημαντικά βιβλία της χρονιάς από το περιοδικό “ΤΙΜΕ” και έτυχε διθυραμβικών κριτικών. Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η Ζοχούρ, μια νεαρή από το Ομάν, που σπουδάζει στη Βρετανία και με την αφήγησή της εκφράζει τη βαθιά, περίπλοκη σχέση της με τον τόπο καταγωγής της, το παρελθόν, το συναίσθημα της απώλειας και την ταυτότητα. Μέσα από τη φωνή της Ζοχούρ, το βιβλίο «σκάβει» σε μνήμες, οικογενειακές ιστορίες και εσωτερικές συγκρούσεις, που αφορούν την προσωπική και συλλογική ιστορία, ενώ, ταυτόχρονα, εξετάζει τη θέση της γυναίκας σε παραδοσιακές και σύγχρονες κοινωνίες.

Η «Νεραντζιά» ξεφεύγει από την παραδοσιακή, γραμμική αφήγηση· συνθέτει ένα μωσαϊκό από στιγμές, αναμνήσεις, όνειρα, αλλά και παρελθόντα γεγονότα που συγχωνεύονται με όσα ζει η Ζοχούρ στο παρόν. Η συνειρμική αυτή δομή του λόγου, που χαρακτηρίζεται από εναλλαγές ανάμεσα στο τώρα και τις αναδρομές στο παρελθόν, δημιουργεί μια ονειρική, πολυεπίπεδη αφήγηση, όπου η μνήμη και η πραγματικότητα μπλέκονται, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δείξουν πώς το παρελθόν παραμένει ζωντανό μέσα στο παρόν. Ίσως αυτή η αφηγηματική επιλογή να είναι και το πιο ισχυρό τεχνικά χαρακτηριστικό του βιβλίου. Η εναλλαγή φωνών (παρόλη την τριτοπρόσωπη αφήγηση), η δομική ασυνέχεια και οι συμβολικές μεταβάσεις από μνήμη σε παρόν –συχνά χωρίς προειδοποίηση– επιτρέπουν στον αναγνώστη να βιώσει τις ψυχολογικές μετατοπίσεις της πρωταγωνίστριας.

Κύρια θέματα και μοτίβα

Ταυτότητα και ξένος τόπος: Η Ζοχούρ, μακριά από την πατρίδα της, αισθάνεται μια συνεχή ανισορροπία μεταξύ σύγχρονης ζωής στη Δύση και παραδοσιακών αξιών του Ομάν. Αυτή η σχέση με τον τόπο, τους ανθρώπους και τις προσδοκίες του κοινωνικού περιβάλλοντος που άφησε πίσω της είναι η κινητήρια δύναμη ολόκληρης της αφήγησης. Η εσωτερική ταλάντωση της αφηγήτριας, η ανάγκη της να ανήκει σε δυο κόσμους, αλλά να μην είναι πλήρως αποδεκτή από κανέναν είναι ο εφιάλτης της που προσπαθεί να τον αντιπαρέλθει με τη μελέτη. Το διάβασμα γίνεται έτσι μια εμπειρία πολιτισμικής διπλής όρασης∙ να βλέπεις τον κόσμο από δύο σημεία ταυτόχρονα.

Μνήμη και απώλεια: Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η θύμηση της Μπιντ Ααμίρ, μιας γυναίκας που υπήρξε για τη Ζοχούρ περισσότερο από μια γιαγιά, μια «θετή» μορφή μητέρας, φροντίδας και στοργής, και, ταυτόχρονα, μια μορφή που υποδηλώνει εσωτερική ωρίμανση, απώλεια και ανεκπλήρωτα όνειρα. Η σχέση αυτή λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της συναισθηματικής εξέλιξης της αφηγήτριας, αλλά και μέσο για να εξερευνήσει το πώς το παρελθόν επηρεάζει το παρόν. Η Ζοχούρ, με τις συνεχείς μνημονικές ανακλήσεις της γιαγιάς της, μέσα από ένα συγκεχυμένο, συναισθηματικό πρίσμα, φιλτράρει και την αντίληψη του αναγνώστη για τις σχέσεις, τις επιλογές και τις δυνατότητες για προσωπική εξέλιξη. Έτσι, το κείμενο της Αλχάρθι μπορεί να θεωρηθεί και μια σπουδή πάνω στον τρόπο που η απώλεια διαμορφώνει την ψυχή μας και τον τρόπο που αφηγούμαστε τη ζωή μας.

Θέματα φύλου και κοινωνικού ρόλου: Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος είναι οι προσδοκίες και οι επιβολές που συνδέονται με το φύλο και την κοινωνική θέση. Στον πυρήνα αυτού του θέματος βρίσκεται η παρουσία πολλών γυναικείων φωνών μέσα στην αφήγηση, που συγκρούονται με τους παραδοσιακούς ρόλους, με τις προσωπικές τους επιθυμίες, αλλά και με τις προσδοκίες της κοινωνίας. Η γιαγιά Μπιντ Ααμίρ, η Ζοχούρ, οι αδελφές Κοχλ και Σορούρ, οι μητέρες αυτών των κοριτσιών, επί της ουσίας τρεις γενιές γυναικών, σκιαγραφούνται από την Αλχάρθι, κάνοντας έτσι ένα αιχμηρό σχόλιο για το πώς οι κοινωνικές νόρμες εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επιλογές ζωής. Οι φωνές τους μετατρέπονται σε μια αρένα σύγκρουσης των σύγχρονων και παραδοσιακών αξιών, ενώ, ταυτόχρονα, μέσα από αυτήν τη σκληρή μάχη, αναδεικνύεται και το πεδίο προσωπικής ανάπτυξης της καθεμιάς.

Λογοτεχνικά μέσα και συμβολισμοί

Η «Νεραντζιά» (που είναι κι ο τίτλος του βιβλίου) αποτελεί και το κύριο σύμβολο του έργου. Γιατί δεν είναι πια μόνο ένα φυσικό αντικείμενο, αλλά φορέας του συναισθηματικού κέντρου του μυθιστορήματος, ένας τόπος όπου συναντώνται οι ιστορίες των γυναικών, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η συνεχής αναζήτηση νοήματος. Αντιπροσωπεύει, ταυτόχρονα, την ξηρασία και την καρποφορία, τη θύμηση και την απώλεια, την εμπειρία και την ελπίδα.

Φυσικά και δεν είναι το μοναδικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται μέσα στο βιβλίο. Υπάρχει και το μοτίβο, π.χ., του χαρταετού ή του σπιτιού, που βρίσκεται πίσω μακριά στον τόπο καταγωγής κι αυτά δεν είναι τυχαία, γιατί από τη μια συμβολίζουν την ιδέα της ελευθερίας, της διάρρηξης των δεσμών από τις πατρογονικές αξιακές αλυσίδες και της αυτονόμησης, από την άλλη όμως εκφράζουν την επιστροφή στις ρίζες, στη σταθερότητα, στο γνώριμο και οικείο.

Ακόμα και κάποια από τα ονόματα που επιλέγει η Αλχάρθι θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύμβολα, καθώς χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν το νόημα της σκηνής και του χαρακτήρα στην αφηγηματική στιγμή. Για παράδειγμα, το όνομα της Σορούρ σημαίνει «ευτυχία» και με έναν τρόπο απαντά στο περιεχόμενο των εμπειριών που περιγράφει το έργο∙ η «ευτυχία» σε σύγκριση με τη μνήμη, την απώλεια ή τη νοσταλγία. Κατακτάται τελικά;  Ή το όνομα της γιαγιάς, Μπιντ Ααμίρ (που σημαίνει «κόρη του Αμίρ»), λειτουργεί συμβολικά: δείχνει πώς το άτομο ταυτίζεται με οικογενειακές γραμμές, πατριαρχικές δομές, την ιδιοκτησία της γυναίκας, ενώ, παράλληλα, η ίδια η ζωή της ξεπερνά αυτές τις δομές μέσα από την προσφορά, την επιμονή της και την ισχύ του χαρακτήρα της. Με έναν τρόπο, λοιπόν, ακόμα και τα ονόματα βοηθούν τον αναγνώστη να γεφυρώσει τα διάφορα επίπεδα του μυθιστορήματος.

Όσο για τη γλώσσα του έργου, μολονότι δεν το διαβάζουμε από το πρωτότυπο, πρέπει να ομολογήσουμε πως η Ελένη Καπετανάκη κατορθώνει να διατηρήσει τον ρυθμό με μια ποιητική κι ευαίσθητη μετάφραση, που διατηρεί την ενέργεια του αραβικού πρωτότυπου, καθώς μας μεταφέρει αυτές τις περίπλοκες μεταβάσεις από το παρόν στο παρελθόν, τις συνειρμικές σκέψεις της Ζοχούρ, τα συναισθήματα των ηρώων και τα «κρυμμένα» νοήματα.

Όπως κάθε αξιόλογο λογοτεχνικό έργο, έτσι και η «Νεραντζιά» της Τζόχα Αλχάρθι δεν τελειώνει με την τελευταία σελίδα· συνεχίζει να αντηχεί μέσα μας πολύ μετά την ανάγνωση, γιατί μας υπενθυμίζει ότι οι ζωές μας, πλούσιες σε ιστορίες, θύμησες και σχέσεις, δεν είναι ποτέ απομονωμένες στιγμές, αλλά ένα δίκτυο συγκρούσεων ανάμεσα στη μνήμη και το παρόν, την εμπειρία και τους μύχιους πόθους μας. Η συγγραφέας πλέκει το νήμα του χρόνου, με τέτοιον τρόπο, που η ανάμνηση δεν είναι απλώς ανάκληση· είναι αναζήτηση νοήματος, μια προσπάθεια να κατοικήσουμε ταυτόχρονα αυτό που ήμασταν και αυτό που γινόμαστε. Και η εικόνα της νεραντζιάς πικρή, αλλά γεμάτη άρωμα και ιστορία μάς διδάσκει.

Στο τέλος, η «Νεραντζιά» δεν μιλά απλώς για ένα ταξίδι από το Ομάν στη Βρετανία ή για έναν χωρισμό από τον τόπο και τα πρόσωπα· μιλά για το πώς φτιάχνονται οι ρίζες της ψυχής και για το πώς, ακόμη και όταν το σώμα απομακρύνεται, η καρδιά παραμένει δεμένη με ό,τι αγαπήσαμε και χάσαμε. Με αυτόν τον τρόπο, η Αλχάρθι μάς προσφέρει μια αφήγηση που δεν περιορίζεται στον χρόνο και τον χώρο· γίνεται μια αέναη στοχαστική πρόσκληση, μια υπενθύμιση ότι το παρελθόν μας είναι πάντα παρόν –με όλες τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις και τις δυνατότητές του.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.