Μελετωντας τη λαικη προσευχη στην Ξανθη,ενα απο τα “desiderata” της ελληνικης Λαογραφιας

Μια νέα μελέτη – σημείο αναφοράς στη θρακική βιβλιογραφία κυκλοφόρησε

Γαρυφαλλιά Γ. Θεοδωρίδου, «Η λαϊκή προσευχή στην καθημερινότητα και στον “ιερό” χρόνο: Στην πόλη και στην ύπαιθρο της Ξάνθης (1950-2015) – Ιστορικοκοινωνική θεώρηση», Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2026, σ. 1024.

Και το 2026 η θρακική βιβλιογραφία συνεχίζει να εμπλουτίζεται με νέες πρωτογενείς μελέτες, που διεισδύουν σε αχαρτογράφητες περιοχές της τοπικής παράδοσης και ιστορίας. Πρόκειται για όψεις, μεταξύ άλλων, του λαϊκού βίου, που, αν και χαρακτηριστικές της ταυτότητας του τόπου μας, παρέμεναν μέχρι πρότινος στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας, περιμένοντας τη συστηματική τους καταγραφή.

Πραγματικό ευτύχημα, λοιπόν, αποτελεί η κυκλοφορία ενός σημαντικού εγχειριδίου από την κ. Γαρυφαλλιά Θεοδωρίδου, Δρ Λαογραφίας και Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια του ΔΠΘ. Ένα πόνημα που αποτελεί απόσταγμα μακροχρόνιας έρευνας και πολύμοχθης προσπάθειας. Μια ερευνητική συμβολή που διασώζει στοιχεία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του νομού Ξάνθης και προτρέπει σε μια βαθύτερη κατανόηση του λαϊκού μας πολιτισμού.

Η κ. Θεοδωρίδου κατέβαλλε πραγματικά μια «τιτάνια» προσπάθεια να διερευνήσει τη λαϊκή προσευχή, η οποία, όπως επισημαίνει, «ανήκει στα desiderata της ελληνικής Λαογραφίας. Γιατί οι λαογράφοι δεν κατέγραψαν λαϊκές προσευχές; Δεν υπήρχαν; Δεν τις εντόπισαν; Μήπως επειδή η λαϊκή προσευχή δεν υπακούει σε τυποποιημένες μορφές, αλλά εκφέρεται ελεύθερα, σε αντίθεση με άλλα λαϊκά είδη, όπως (π.χ.) τα αινίγματα και τις παροιμίες, που συγκροτούνται σε σταθερές φόρμες και ενίοτε σε ρυθμικά ή ομοιοκατάληκτα σχήματα, μορφές που διέσωζαν στη λαϊκή μνήμη τα παραπάνω αναφερόμενα; […] Γιατί, εν τέλει, δεν διαθέτουμε καταγεγραμμένες αμιγώς λαϊκές προσευχές;»

Διερωτώμενη, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, προχώρησε στην έκδοση της μελέτης με τίτλο «Η λαϊκή προσευχή στην καθημερινότητα και στον “ιερό” χρόνο: Στην πόλη και στην ύπαιθρο της Ξάνθης (1950-2015) – Ιστορικοκοινωνική θεώρηση», σε συνεργασία με τον Εκδοτικό Οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη στη Θεσσαλονίκη. Το δε εξώφυλλο της έκδοσης κοσμεί μια πολύ ιδιαίτερη σύνθεση, με την «Προσευχή» (τύπωμα χαρακτικού σε linoleum), που φιλοτέχνησε η νεοανερχόμενη καλλιτέχνιδα Δέσποινα Πλη, δευτεροετής φοιτήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Πρόκειται για ένα «μνημειώδες» εγχειρίδιο, που ξεπερνά τις 1000 σελίδες και επιχειρεί τη μελέτη των ηθών μετά το 1950 και, ειδικότερα, της θρησκευτικής συμπεριφοράς του λαού. Αποτελεί την πρόταση της κ. Θεοδωρίδου για μια σύγχρονη, συνολική λαογραφική και ανθρωπολογική θεώρηση της λαϊκής προσευχής ως κοινωνικοϊστορικού φαινομένου, εν τόπω και χρόνω συγκεκριμένω, και, δι’ αυτής, για τη συγγραφή μιας πολιτισμικής ιστορίας της πόλης και της υπαίθρου της Ξάνθης στις κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και συμβολικές της εκφάνσεις.

Ποιοι είναι οι στόχοι, όμως, της μελέτης; Όπως σχολιάζει και η συγγραφέας, αυτή επιδιώκει:

  • να ερευνήσει σφαιρικά τη λαϊκή προσευχή, το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο και την ιδεολογική υπερδομή των ετών 1950-2015 στον νομό Ξάνθης,
  • να καταγράψει κείμενα λαϊκής προσευχής, να αναλύσει τη δομή τους και να καλύψει ένα εμφανές κενό της λαογραφικής έρευνας, όπου σήμερα απαντούν μόνο γενικές και αποσπασματικές αναφορές,
  • να ορίσει το είδος της λαϊκής προσευχής ως προς το περιεχόμενο και τον σκοπό της, ακόμη τα κριτήρια βάσει των οποίων μια προσευχή θεωρείται από τον λαϊκό ως «ορθή» (χαρακτηριστικά, ενδιάθετους και παρακωλητικούς όρους, αποτελέσματα, κ.ά.),
  • να εντοπίσει τις ιδέες για τον αποδέκτη της προσευχής, εάν και πότε «ακούει;», την απάντησή του (response), τα σχετικά με την εισακουσθείσα και μη εισακουσθείσα προσευχή, τα αφηγούμενα όνειρα, οπτασίες και οράματα ως response,
  • να συγκεντρώσει τους χωροχρόνους, τις περιστάσεις, τις συνθήκες, τους φορείς της ομαδικής και ατομικής προσευχής,
  • να καταπιαστεί, πέραν του συλλογικού, και με την ατομική διάσταση του φαινομένου, σε αντίστιξη προς την («κλασική») Λαογραφία που προσανατολιζόταν αποκλειστικά στο ομαδικό υποκείμενο, και να προτείνει ταξινομήσεις οριζόντιες και κάθετες, τόσο στη συγχρονία όσο και στη διαχρονία,
  • να ερευνήσει τις προσωπικές διαθέσεις, τις ατομικές αντιλήψεις και τις βιωματικές κλίσεις των υποκειμένων στο μικροεπίπεδο του εαυτού με εργαλεία των κοινωνικών επιστημών, και τις σημαντικές μεταβλητές, κυρίως τη μόρφωση («εξορθολογισμένη» σκέψη) και το «έμφυλο» ζήτημα στη λαϊκή προσευχή,
  • να καταγράψει συστηματικά και να ερμηνεύσει τις λαϊκές μεταφυσικές αντιλήψεις που πλαισιώνουν την τυπική λατρεία, το λαϊκό θρησκευτικό ήθος και τη λαϊκή ηθική, ιδίως σε αμφιλεγόμενα ζητήματα, όπως το «ηθικό παράδοξο», το θείο θέλημα και σχέδιο, με όλες τις επιμέρους ατομικές ταξινομήσεις,
  • να εντοπίσει μέσα από την αφήγηση της προσευχής (του πόνου, των παθών του) την κρίσιμη χρονική εκείνη στιγμή κατά την οποία ο λαϊκός άνθρωπος στρέφει το βλέμμα προς το υπερβατικό, εν τέλει να προσεγγίσει τη λαϊκή σκέψη των ιδεών.

Γαρυφαλλιά Θεοδωρίδου, «Επί τρία συνεχή έτη παρέμεινα συστηματικά στους ναούς και στους οίκους των ορθοδόξων χριστιανών του νομού Ξάνθης. Άκουσα τα βάσανα, τις αγωνίες και τις χαρές τους, δημιούργησα ισχυρές σχέσεις»

Η ίδια η μελετήτρια, στον πρόλογό της, περιγράφει την πορεία της έρευνά της και τη βαθιά βιωματική της πλευρά, ευχαριστώντας παράλληλα όλους όσοι συνέδραμαν τη συστηματική της αυτή ενασχόληση, σε όλη τη διαδρομή, από την έρευνα και την καταγραφή των μαρτυριών μέχρι και την έκδοση του πονήματος. Μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Με τη μαγεία και την ποίηση της προσευχής “πρωτοσυναντήθηκα” όταν ο νυν Ομότιμος Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Μ. Γ. Σέργης μού εμπιστεύτηκε την πραγμάτευση του παρόντος θέματος για την απόκτηση του Διδακτορικού Τίτλου. Καταρχάς, το προσέλαβα ως ελκυστικό, αλλά ταυτόχρονα “δύσβατο” ζήτημα έρευνας καθ’ ότι πολύπλευρο, δίχως να το έχει προσεγγίσει άλλος λαογράφος μέχρι σήμερα, ενώ επιπλέον εξ ορισμού εκτεινόταν “έξω” από τον χώρο της Λαογραφίας σε περισσότερες από μία επιστήμες, καθώς βρισκόταν σε στενή σχέση ιδιαίτερα με τη Θεολογία.

Από την άλλη πλευρά, εμπεριείχε τόσο τη συλλογική έκφραση όσο και, κυρίως, την ατομική σκέψη και το προσωπικό συναίσθημα, την εξατομικευμένη στάση του ανθρώπου απέναντι στο θείον, στο αόρατο, ακόμη στόχευε στη μελέτη των πλευρών της σκέψης και της συμπεριφοράς που σχετίζονταν με τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα του λαϊκού ανθρώπου, την προσπάθειά του να τα διαχειριστεί, εν τέλει, την ίδια τη ζωή του. Η αναγκαιότητα της επιστημονικής θεώρησης, την οποία όφειλα να ακολουθήσω σε ζητήματα που είθισται να ονομάζονται “άπιαστα”, η εμπειρία τού να μελετά ο ερευνητής ένα ακραιφνώς εσωτερικό ζήτημα τού υποκειμένου της έρευνάς του, να επιτύχει ώστε οι άνθρωποι να τον εμπιστευτούν και να τού μιλήσουν για τα απολύτως ενδόμυχά τους αποτέλεσαν προκλήσεις καθεαυτές στην έρευνά μου.

«Επί τρία συνεχή έτη παρέμεινα συστηματικά στους ναούς και στους οίκους των ορθοδόξων χριστιανών του νομού Ξάνθης. Άκουσα τα βάσανα, τις αγωνίες και τις χαρές τους, δημιούργησα ισχυρές σχέσεις, συγκέντρωσα μεγάλης έκτασης πληροφοριακό υλικό που δεν εξαντλείται στην παρούσα εργασία. Στην επιτόπια έρευνά μου, δεν υπήρξε πληροφορητής/πληροφορήτρια που να μην τον ενθουσίασε η ιδέα της μελέτης μου, ανεξάρτητα από την προσωπική του στάση σχετικά με το εάν προσεύχεται ή όχι ο/η ίδιος/ίδια. Βίωσα την αμέριστη συμπαράσταση και το προσωπικό ενδιαφέρον όλων όσων συνάντησα στους ορεινούς και πεδινούς οικισμούς του νομού της μελέτης μου και στις ενορίες της πόλης»

Προβληματίστηκα για πολύ καιρό με αυτό το βαθιά ανθρώπινο ζήτημα, απολύτως συνδεμένο με τα πάθη των θνητών, αλλά και με την προσπάθειά τους να αντλήσουν δι’ αυτού στιγμές επαφής με το υπερβατικό, με το αθάνατο· άλλωστε, τι αποτελεί την πράξη της προσωπικής επικοινωνίας με το θείον, την προσευχή; Ο παρακλήτωρ ίσταται απέναντί του και ξεδιπλώνει τον ανθρώπινο ψυχισμό του, τις αδυναμίες του, τις ελπίδες και τις προσδοκίες του. Επιπροσθέτως, καθώς η προσευχή συνδέεται ως επί το πλείστον με το βίωμα του πόνου στον ανθρώπινο βίο, συνήθως σ’ αυτήν τη φάση και ο πλέον απόμακρος από το θείον στρέφει το βλέμμα προς τα άνω.

Επί τρία συνεχή έτη παρέμεινα συστηματικά στους ναούς και στους οίκους των ορθοδόξων χριστιανών του νομού Ξάνθης. Άκουσα τα βάσανα, τις αγωνίες και τις χαρές τους, δημιούργησα ισχυρές σχέσεις, συγκέντρωσα μεγάλης έκτασης πληροφοριακό υλικό που δεν εξαντλείται στην παρούσα εργασία. Στην επιτόπια έρευνά μου, δεν υπήρξε πληροφορητής/πληροφορήτρια που να μην τον ενθουσίασε η ιδέα της μελέτης μου, ανεξάρτητα από την προσωπική του στάση σχετικά με το εάν προσεύχεται ή όχι ο/η ίδιος/ίδια. Βίωσα την αμέριστη συμπαράσταση και το προσωπικό ενδιαφέρον όλων όσων συνάντησα στους ορεινούς και πεδινούς οικισμούς του νομού της μελέτης μου και στις ενορίες της πόλης. […]».

Ευρύ και πολυδιάστατο το περιεχόμενο της μελέτης

Πλούσιο, λοιπόν, το περιεχόμενο της μελέτης, η οποία διαρθρώνεται σε δεκατρία κεφάλαια, με μία εκτενή βιβλιογραφία – χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ερευνητών. Μέσα από τις σελίδες της, ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει τα εξής:

  • Κεφάλαιο πρώτο: Νομός Ξάνθης: Χώρος, κοινωνία, ιδεολογική θεώρηση, θρησκευτική συμπεριφορά του λαού (1950-2015)
  • Κεφάλαιο δεύτερο: Η ιστορικότητα της προσευχής – Οι σημαντικές μεταβλητές της εργασίας
  • Κεφάλαιο τρίτο: Κοινωνικοϊστορική θεώρηση της προσευχής
  • Κεφάλαιο τέταρτο: Ο λαϊκός ορισμός της προσευχής
  • Κεφάλαιο πέμπτο: Χαρακτηριστικά της λαϊκής προσευχής
  • Κεφάλαιο έκτο: Προϋποθέσεις και κανονιστικοί όροι της λαϊκής προσευχής: ενδιάθετοι (εσωτερικοί) τρόποι
  • Κεφάλαιο έβδομο: Λαϊκέςαντιλήψεις για τις βασικές έννοιες-παρακωλυτικούς όρους της προσευχής
  • Κεφάλαιο όγδοο: Αποδέκτες της λαϊκής προσευχής και εισακούεσθαι
  • Κεφάλαιο ένατο: Εισακουσθείσα λαϊκή προσευχή
  • Κεφάλαιο δέκατο: Η χωροχρονική επιτέλεση της λαϊκής προσευχής – Οργάνωση του χωροχρόνου της προσευχής
  • Κεφάλαιο ενδέκατο: Χωροχρόνοι της συλλογικής προσευχής
  • Κεφάλαιο δωδέκατο: Τακτή λαϊκή προσευχή
  • Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Κειμενική ανάλυση της λαϊκής προσευχής.

Η ακάματη ερευνήτρια της θρακικής Λαογραφίας, Γαρυφαλλιά Γ. Θεοδωρίδου

Η Γαρυφαλλιά Γ. Θεοδωρίδου είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Έλαβε τον μεταπτυχιακό της τίτλο (Master) στον κλάδο Λαογραφίας του τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Είναι διδάκτωρ (PhD) Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ίδιο Πανεπιστήμιο, όπου εντάσσεται η ενασχόλησή της από το 2012 με την Αρχειακή Λαογραφία.

Εργάστηκε ως Ειδική Επιστήμων Λαογράφος στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ξάνθης, ως επιστημονική υπεύθυνη του Αρχείου του και ως διδάσκουσα επί έτη (2012-2023) στο πρ. Τμήμα Γλώσσας Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών του ΔΠΘ.

Η συστηματική επιτόπια εθνογραφική έρευνα που διεξήγαγε από το 1992 κ.εξ. καλύπτει σημαντικό τμήμα των εθνοτήτων και πληθυσμών συνολικά του βορειοελλαδικού χώρου.

Έχει εκδώσει το αυτοτελές βιβλίο «Τα “παραδοσιακά” έθιμα του θανάτου και το μοιρολοϊ στην ατομική διαχείριση του πένθους και στην αποδοχή της απώλειας» (Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2025). Έχει δημοσιεύσει επιστημονικές εργασίες σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων, τιμητικούς και συλλογικούς τόμους, ενώ έχει επιμεληθεί/συνεπιμεληθεί και επιστημονικούς συλλογικούς τόμους. Έχει συμμετάσχει δε σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια με αντίστοιχες πρωτότυπες εργασίες.

Καλοτάξιδη ευχόμαστε να είναι η μελέτη, αυτό το έργο-σταθμός, που υπερβαίνει τα όρια της τοπικής ιστορίας και καθίσταται απαραίτητο εργαλείο για κάθε ερευνητή του λαϊκού πολιτισμού και της ελληνικής Λαογραφίας.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.