Κυριακη Καμμενιδου, «Η Σ. Μπιζιρτζογλου-Γαλανακη βαζει σε καθε εργο της την ψυχη της και την αγαπη της για τον ανθρωπο»

Από την παρουσίαση του βιβλίου της Σοφίας Μπιζιρτζόγλου-Γαλανάκη, «Το τελευταίο όνειρο», στην Κομοτηνή

Η Σοφία Μπιζιρτζόγλου-Γαλανάκη είναι μια συγγραφέας που δημιουργεί τα έργα της με γνώμονα την ευαισθησία, την αλήθεια και την ειλικρίνεια, στοιχεία που υπάρχουν και πηγάζουν πρωτίστως από την ίδια. Βάζει σε κάθε έργο της την ψυχή της και την αγάπη της για τον άνθρωπο, που χαρακτηρίζεται από προτερήματα και από αδυναμίες.

Το μυθιστόρημά της αποτελεί έναν ύμνο στην ανθρώπινη ψυχή, μια συγκινητική αφήγηση, η οποία περιστρέφεται γύρω από την έννοια του δικαιώματος στη ζωή και στο όνειρο, και της αναζήτησης του πραγματικού νοήματος.

Πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Τατιάνα, μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, μια γυναίκα με αντιηρωικό χαρακτήρα, αλλά με αληθινά αισθήματα για τους γύρω της, για τον άντρα της και τα δύο της παιδιά. Η αγάπη της απέραντη, η περηφάνεια της ανεξέλεγκτη για ό,τι πολυτιμότερο έχει δημιουργήσει στη ζωή της… ή που έτσι τουλάχιστον πιστεύει, όταν ένα απροσδόκητο γεγονός που έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία θα αλλάξει ριζικά τα μέχρι τότε πιστεύω της και θα ραγίσει ανεπιστρεπτί τον γυάλινο κόσμο της. Από τη μια ο Αλέξανδρος, ο άντρας της, με τον οποίο έχει ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της. Από την άλλη ο Μιχάλης, που θα ταράξει τα νερά, που θα της θυμίσει τα νιάτα της και θα στείλει στην ψυχή της σταγόνες δροσιάς, ελπίδας και γαλήνης.

Αποσπάσματα και σχολιασμός

—1ο απόσπασμα:

«Με τον μικρό έφυγε και ο μεγάλος. Κουτσοδουλειές είχανε και οι δυο, όχι τίποτα σημαντικό, αλλά εντάξει θα τα καταφέρνανε αν έδιναν το ένα νοίκι ο Αλέξανδρος και η Τατιάνα. Το δώσανε χωρίς δεύτερη σκέψη και πήγανε και οι δύο στο καλό και στο δυάρι. Τους χωρούσε λέει! Τα ταπεράκια και τα άπλυτα πηγαινοέρχονταν συνεχώς. Άπλυτα τα έστελναν, καινούρια τα έπαιρναν πίσω, τις πιο πολλές φορές ο Αλέξανδρος έκανε τον διακομιστή. Τα αγόρια όλο βαριόνταν.»

α) Σχέσεις και συμβίωση: Το απόσπασμα μας παρουσιάζει μια καθημερινή σκηνή συμβίωσης δύο ανθρώπων –του Αλέξανδρου και της Τατιάνας– και τις καθημερινές υποχρεώσεις που προκύπτουν σε μια οικογένεια που ζει και μοιράζεται τον ίδιο χώρο. Μια μικρή λεπτομέρεια, «τα ταπεράκια και τα άπλυτα» –δηλαδή πολύ απλές, καθημερινές δραστηριότητες– αποκαλύπτει πώς αυτές οι ρουτίνες αντικατοπτρίζουν την καθημερινότητα των σχέσεων. Η εικόνα του Αλέξανδρου που «κάνει τον διακομιστή» προβάλλει αφανείς ρόλους που αναλαμβάνονται στις σχέσεις και που θεωρούνται δεδομένοι χωρίς καμία αναγνώριση. Μέσα από το απόσπασμα αυτό, η συγγραφέας δείχνει ότι η συμβίωση και η αγάπη δεν είναι απλά αφηρημένες ιδέες δοσμένες στον ρομαντισμό, αλλά μια σειρά από μικρές πράξεις φροντίδας και συνεχών αποφάσεων.

β) Αντίθεση ρουτίνας – βαρεμάρας: Η φράση «τα αγόρια όλο βαριόνταν» κλείνει το απόσπασμα με έναν τρόπο που κρύβει μια λεπτή ειρωνεία. Από τη μια, περιγράφει μια ρουτίνα που συνεχίζεται με μια επαναλαμβανόμενη δουλειά· από την άλλη, δείχνει πόσο, ακόμα και μέσα σε μια κοινή ζωή, μπορεί να υπάρχει μια αίσθηση στασιμότητας ή «βαρεμάρας» – όχι απαραίτητα αρνητική, αλλά υπαρκτή. Αυτή η βαρεμάρα όμως δεν λαμβάνεται ως πλήξη· είναι το αποτύπωμα της καθημερινής ζωής, που οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν, είτε με έντονο τρόπο είτε με πιο ήπιες καταστάσεις.

—2ο απόσπασμα:

«Άνοιξε το φάκελο χαμογελαστή, όμως το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της. Τα γράμματα χόρευαν μπροστά της, ανακατεύτηκαν μεταξύ τους και δεν έβγαζαν νόημα. Θόλωναν και καθάριζαν, πετούσαν και ξαναγύριζαν. Έκατσε στην πολυθρόνα, έτριψε τα μάτια της, θαρρείς να καθαρίσουν και ξαναδιάβασε. Διάβασε. Τι διάβασε δηλαδή; Έπεσε ο φάκελος από τα χέρια της, κάρφωσε το βλέμμα στο κενό. Πόση ώρα έμεινε εκεί;»

Δεν υπάρχει εδώ ο καλός και ο κακός της ανθρώπινης σχέσης. Υπάρχει απλά μια διαφορετική προσέγγιση της αγάπης, μια ασυγχρονία. Η αγάπη εκφράζεται σε εντελώς διαφορετικές γλώσσες, με αποτέλεσμα ο ένας να νιώθει ασήμαντος και ο άλλος παρεξηγημένος. Ο σκοπός δεν είναι να κατηγορηθεί κάποιος από τους δύο. Ο σκοπός είναι να γίνει μια υπενθύμιση ότι η αγάπη δεν είναι μόνο πράξη ούτε μόνο συναίσθημα – είναι η χρυσή τομή συνάντησης δύο ανθρώπων, στο ίδιο σημείο, την ίδια στιγμή

Μέσα από το παραπάνω απόσπασμα αποτυπώνεται μια συναισθηματική και εσωτερική σύγκρουση της πρωταγωνίστριας, καθώς η ίδια βιώνει ένα έντονο σοκ. Υπάρχει μια ψυχολογική – συναισθηματική μετάβαση από το χαμόγελο στο πάγωμα, μέσω μιας καθοριστικής πληροφορίας που λαμβάνει.

Στο σημείο αυτό η συγγραφέας δεν περιγράφει απλά μια σκηνή, αλλά μια εσωτερική κρίση που αλλάζει τα δεδομένα της ζωής της ηρωίδας, διαταράσσοντας την ισορροπημένη μέχρι τότε ζωή της. Όλος ο κόσμος της θα ανατραπεί, οι στιγμές «θα παγώσουν» μπροστά στα μάτια της. Οι σχέσεις με τους δικούς της θα περάσουν τα χίλια μύρια κύματα, θα διαταραχθούν από αυτό το απροσδόκητο γεγονός… και ίσως και χαθούν για πάντα.

—3ο απόσπασμα:

«Η Τατιάνα έχει ανάγκη μια αγκαλιά, ένα χάδι, έναν καλό λόγο και τον θέλει από τον Αλέξανδρο! Και από τα παιδιά της βέβαια, αλλά πιο πολύ από τον Αλέξανδρο! Θέλει να την κανακέψει, να την παρηγορήσει. Να μη σκέφτεται τι θα φάει και αν τον μαγείρεψε. Ας μείνει βρε αδερφέ μια μέρα νηστικός για το χατίρι της! Και αγάπη τους; Η αγάπη του πού είναι; Μέσα στην κατσαρόλα; Στα πλυμένα ρούχα; Στο καθαρό σπίτι; Η αγάπη τους ήταν πάντα μέσα στην ψυχή της Τατιάνας, μέσα στο είναι της! Στον Αλέξανδρο πάλι ήτανε γύρω, γύρω και παντού… εκτός από βαθιά μέσα του!»

Στο απόσπασμα είναι ορατή η συνύπαρξη δύο προσώπων σε ένα σώμα: από τη μια, είναι υπαρκτή η πρακτική αγάπη και από την άλλη, η συναισθηματική προσφορά. Από τη μια, είναι η γυναίκα που εκφράζει την αγάπη της μέσα από καθημερινές πράξεις ρουτίνας, υποχρεώσεις και φροντίδα των καθημερινών πραγμάτων. Από την άλλη, η γυναίκα που έχει ανάγκη τη συναισθηματική επιβεβαίωση: έναν καλό λόγο, ένα τρυφερό άγγιγμα, μια παρουσία χωρίς σκοπό. Η Τατιάνα εκπροσωπεί τη φωνή της εσωτερικής ανάγκης: την ανάγκη να μη προσφέρει συνεχώς για να αξίζει. Ο Αλέξανδρος, αντίστοιχα, φαίνεται να κινείται γύρω από μια αγάπη που απλώνεται γύρω του και όχι βαθιά μέσα του, επιζητώντας ουσιαστική σύνδεση. 

Δεν υπάρχει εδώ ο καλός και ο κακός της ανθρώπινης σχέσης. Υπάρχει απλά μια διαφορετική προσέγγιση της αγάπης, μια ασυγχρονία. Η αγάπη εκφράζεται σε εντελώς διαφορετικές γλώσσες, με αποτέλεσμα ο ένας να νιώθει ασήμαντος και ο άλλος παρεξηγημένος. Ο σκοπός δεν είναι να κατηγορηθεί κάποιος από τους δύο. Ο σκοπός είναι να γίνει μια υπενθύμιση ότι η αγάπη δεν είναι μόνο πράξη ούτε μόνο συναίσθημα – είναι η χρυσή τομή συνάντησης δύο ανθρώπων, στο ίδιο σημείο, την ίδια στιγμή.

—4ο απόσπασμα:

«Ένα νέο παιδί, δροσερό σαν τα κρύα τα νερά… κι αυτή… μια μεσόκοπη. Όχι! Καλύτερα να τη θυμάται και να τη φέρνει στο νου του, όπως ήταν εκείνο το απόγευμα! Πόσο μακρινό! Πόσες μέρες περάσαν; Μέρες; Και όμως της φαίνεται πως πέρασαν μήνες, χρόνια. Εκείνο το απόγευμα που έζησε το όνειρο, το τελευταίο ίσως της ζωής της.»

Στο απόσπασμα αυτό διαφαίνεται με καθαρότητα η αντίθεση ανάμεσα στη νεότητα που συνεπάγεται ζωντάνια, δροσιά και φρεσκάδα και στη μεγαλύτερη ηλικία, που συνδέεται με έννοιες όπως απώλεια, φθορά και κούραση. Η επιλογή αυτή της συγγραφέως δεν είναι τυχαία, καθώς επιθυμεί να τονίσει μια ζωτική σύγκρουση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, ανάμεσα στο «όνειρο» και στην «πραγματικότητα». Το «απόγευμα του ονείρου» δεν αποτελεί απλά ένα καθημερινό συμβάν, αλλά σηματοδοτεί μια ολόκληρη εμπειρία χρόνων που διατρέχει τη ζωή της ηρωίδας χτίζοντας τον ψυχισμό της.

Η Σοφία Μπιζιρτζόγλου-Γαλανάκη, μέσω του συγγραφικού της έργου, προσπαθεί να αποτυπώσει με σαφήνεια τις εντάσεις της καθημερινής ζωής, τη λειτουργία του χρόνου ως άξονα συναισθηματικής φόρτισης, τις προσωπικές επιλογές του καθενός και τις συνέπειες των πράξεών του και τέλος, το όνειρο του καθενός ως πέρασμα ανάμεσα στις διάφορες εμπειρίες και δράσεις της ζωής

Γλώσσα και ύφος έργου

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι απλή, κατανοητή, χωρίς πομπώδεις εκφράσεις, αλλά με σαφή και κατανοητά νοήματα. Μέσα στο έργο της δεσπόζουν εικόνες γεμάτες ένταση και συναισθήματα και ένας παλμός γεγονότων που συνοδεύεται από εσωτερικούς μονολόγους αναζήτησης και διαλόγους των προσώπων, που προσδίδουν στη γραφή της ζωντάνια και παραστατικότητα. Η ανάγνωση του έργου αφήνει μια αίσθηση ότι η αφήγηση είναι εν δυνάμει βιωματική και τα γεγονότα αποτελούν τα «κομμάτια του ονείρου», που βρίσκονται σε μία πάλη για συναρμολόγηση.  

Το «όνειρο», λοιπόν, της γυναίκας αυτής δεν έχει την έννοια της φαντασίας, αλλά τη μορφή ερωτημάτων που θέτει η ίδια στον εαυτό της, όπως:

—Τι είναι τελικά αληθινό;

—Τι σημαίνει να ζεις σε μια ζωή που θεωρούσες ευτυχισμένη;

—Τι είναι η αληθινή αγάπη που έρχεται να ανατρέψει τα πάντα στη ζωή;

—Πώς ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει τα δυσάρεστα γεγονότα της ζωής του;

Η Τατιάνα, μέσα από το τελευταίο όνειρο, κάνει μια επανεξέταση της ζωής της, πληγώνεται, ερωτεύεται, συγχωρεί όσους την πλήγωσαν, προσπαθεί να θεραπεύσει μόνη της τις πληγές της. Εν τέλει, προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση στην αλήθεια της ύπαρξής της.

Μια ιστορία γροθιά στο στομάχι, που αποδεικνύει περίτρανα ότι στη ζωή τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Ότι η μοίρα κρατάει σαν μαριονέτες στα χέρια της τις ζωές των ανθρώπων και όποτε έχει τα κέφια της κινεί τα νήματά τους. Και έπειτα, ακολουθούν διάφορες καταστάσεις και ξαφνικά οι δρόμοι άγνωστων μέχρι τότε ανθρώπων συναντιόνται και χαράζουν βαθιά μονοπάτια σε ψυχές και μνήμες.

Συμπεράσματα

Η Σοφία Μπιζιρτζόγλου-Γαλανάκη, μέσω του συγγραφικού της έργου, προσπαθεί να αποτυπώσει με σαφήνεια τις εντάσεις της καθημερινής ζωής, τη λειτουργία του χρόνου ως άξονα συναισθηματικής φόρτισης, τις προσωπικές επιλογές του καθενός και τις συνέπειες των πράξεών του και τέλος, το όνειρο του καθενός ως πέρασμα ανάμεσα στις διάφορες εμπειρίες και δράσεις της ζωής.  

*Η Κυριακή Καμμενίδου είναι φιλόλογος και ειδική παιδαγωγός, και το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Σοφίας Μπιζιρτζόγλου-Γαλανάκη, «Το τελευταίο όνειρο» (Σπανίδης, 2025), που διοργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των δράσεων που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή εν Δράσει» και τις Εκδόσεις Σπανίδη, την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.

Βλ. το σχετικό ρεπορτάζ εδώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.