«Η Πολιτικη και Στρατιωτικη Βουλγαρικη Διοικηση στη Δυτικη Θρακη 1913-1919 ‒ Μια πρωτη προσεγγιση»

Διαδικτυακή εκδήλωση από το Εργαστήριο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας ΔΠΘ

Με ομιλητές τους Βλάση Βλασίδη και Δήμητρα Πατρωνίδου και συντονίστρια την Ελεονώρα Ναξίδου

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει διαδικτυακά η πόλη της Κομοτηνής μέσω του ιδιαιτέρως δραστηριοποιημένου  Εργαστηρίου Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης,  που  πραγματοποιήθηκε, την Πέμπτη 13 Μαΐου 2021,  με θέμα: «Η Πολιτική & Στρατιωτική Βουλγαρική Διοίκηση στη Δυτική Θράκη 1913 – 1919. Μια πρώτη προσέγγιση» και ομιλητές τον κ.Βλάση Βλασίδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας, Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης στα Βαλκάνια, στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και την κ. Δήμητρα Πατρωνίδου, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ίδιο Πανεπιστήμιο, την οποία η πόλη γνωρίζει μέσω της παρουσίασης στην Κομοτηνή τού ιδιαίτερα ενδιαφέροντος βιβλίου της με τίτλο «Απόπειρα εκπαιδευτικού εκβουλγαρισμού 1941-1944. Η κατεχόμενη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη μέσα από τα βουλγαρικά αρχεία», Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019.

 Την εκδήλωση άνοιξε, παρουσιάζοντας τους ομιλητές, η αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΤΙΕ/ΔΠΘ κ. Ελεονώρα Ναξίδου, η οποία παρουσιάζοντας τον αναπληρωτή Καθηγητή κ. Βλάση Βλασίδη, αντικείμενο του οποίου είναι και τα Μέσα  Επικοινωνίας και Ενημέρωσης στα Βαλκάνια, ανέφερε ότι έχει συμμετάσχει ως διοργανωτής και ομιλητής σε πολλά διεθνή και ελληνικά επιστημονικά συνέδρια, έχει επιμεληθεί πολλούς συλλογικούς τόμους και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων στα ελληνικά, αλλά και στα αγγλικά με θέματα σχετικά με τη σύγχρονη βαλκανική ιστορία, με πιο πρόσφατες τις μονογραφίες του: «Μεταξύ μνήμης και λήθης. Μνημεία και κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου», Θεσσαλονίκη: Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 2016 και «Η μνήμη του Μεγάλου Πολέμου. Κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου στη Θεσσαλονίκη», Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2017, ενώ προς έκδοση είναι το βιβλίο του με τον Βασίλειο Νικόλτσιο για το Μακεδονικό Μέτωπο 1915-1918.

Παρουσιάζοντας στη συνέχεια την κ.Δήμητρα Πατρωνίδου ανέφερε ότι «είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια βαλκανικής ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, έχει πάρει δε μέρος σε διεθνή και ελληνικά συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά σχετικά με θέματα ιστορίας και ιστορίας της εκπαίδευσης στα Βαλκάνια.

 Στην πολύ ενδιαφέρουσα αυτή για τους κατοίκους της Περιφέρειάς μας εκδήλωση, οι δυο ομιλητές παρουσίασαν τα πορίσματα της έρευνάς τους σε βουλγαρικά αρχεία σχετικά με τη βουλγαρική κυριαρχία στην περιοχή κατά την περίοδο 1913-1919 και τα χαρακτηριστικά της, και επικεντρώθηκαν  σε ζητήματα που αφορούσαν στην οργάνωση της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης, των δικαστηρίων και της εκπαίδευσης, αλλά και του μηχανισμού της άμυνάς της, επισημαίνοντας για μια ακόμη φορά πόσο πρόσφορο έδαφος για την έρευνα είναι τα βουλγαρικά αρχεία και πόσο δυναμικά μπορεί η μελέτη τους να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό της ιστορικής γνώσης για την παρουσία των Βούλγαρων στην περιοχή μας και τις στρατηγικές επιδιώξεις τους για την ένταξή της στο βουλγαρικό «νεωτερικό» κράτος, τη βοηθεία, σε μια πρώτη φάση, της οθωμανικής κυβερνήσεως.

Αξιολογώντας ως ιδιαίτερα σημαντικά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους όπως παρουσιάστηκαν διαδικτυακά, αποτεινόμενοι στους δυο ομιλητές, με την παράκληση να μας κοινοποιήσουν ένα συνοπτικό κείμενο των εισηγήσεών τους, μια και ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να εγγυηθούμε ένα έγκυρο ιστορικά απομαγνητοφωνημένο κείμενο αφού  αναφέρθηκαν και σε νεοείσακτα για το ευρύ κοινό βουλγαρικά ονόματα διοικητικών και γεωγραφικών περιφερειών, βούλγαρων διοικητών και αξιωματούχων, οι  κ. Βλάσης Βλασίδης και Δήμητρα Πατρωνίδου επεξεργάστηκαν και  μας απέστειλαν το ακόλουθο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό για μας κείμενο, που παρουσιάζει με βάση τα βουλγαρικά αρχεία στοιχεία από τη μακρά βουλγαροκρατία(1913-1919)  της Θράκης, για την οποία μέχρι τώρα είχαμε κυρίως ως πηγή τις καταγεγραμμένες προφορικές μαρτυρίες.      

Βλάσης Βλασίδης και Δήμητρα Πατρωνίδου λοιπόν…

«Η Πολιτική & Στρατιωτική Βουλγαρική Διοίκηση στη Δυτική Θράκη 1913-1919 ‒ Μια πρώτη προσέγγιση»

Του Βλάση Βλασίδη  και της  Δήμητρας Πατρωνίδου

Η ταχεία ήττα του οθωμανικού στρατού κατά τους πρώτους μήνες του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου έθεσε στη Βουλγαρία το ζήτημα της ενσωμάτωσης των στον εθνικό της κορμό των εδαφών που κατέλαβε ο Βουλγαρικός στρατός. Στα τέλη του 1912 το βουλγαρικό κράτος οργάνωσε τα εδάφη της Θράκης, της Μακεδονίας του Βαρδάρη και της Ανατολικής Μακεδονίας σε 3 διοικητικές στρατιωτικές περιφέρειες.

Στην Ανατολική και Δυτική Θράκη σχημάτισε τη Στρατιωτική Κυβέρνηση του Λόζενγκραντ (Σαράντα Εκκλησιές), η οποία περιλάμβανε το πρώην βιλαέτι Αδριανούπολης με 32 συνολικά καζάδες, έδρα το Λόζεγκραντ και στρατιωτικό κυβερνήτη τον στρατηγό Γκεόργκι Βάζοφ, αδελφό του Βούλγαρου εθνικού ποιητή Ιβάν Βάζοφ.

Στις 15 Μαρτίου 1913 μετά την κατάληψη της Αδριανούπολης από τον Βουλγαρικό στρατό μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της Περιφέρειας και μετονομάστηκε σε Θρακική Στρατιωτική Κυβέρνηση. Ωστόσο η ήττα της Βουλγαρίας στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο οδηγεί στην αποχώρηση των Βουλγαρικών στρατιωτικών και πολιτικών αρχών από τη Δυτική Θράκη μέχρι τα μέσα Ιουλίου 1913.

Κατά την περίοδο της Πολιτικής και Στρατιωτικής Βουλγαρικής Διοίκησης στη Δυτική Θράκη (1913-1919), στην οποία εντάσσεται και η συμμετοχή του Βουλγαρικού Στρατού στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1915-1918), η Βουλγαρία πολεμάει: δέχεται καθημερινά συντονισμένες επιθέσεις από στεριά, αέρα και θάλασσα, θάβει νεκρούς, συνεργάζεται με τον οθωμανικό στρατό, χτίζει διαρκώς οχυρώσεις υπέργειες και υπόγειες και δημιουργεί ισχυρές οχυρωματικές θέσεις στην ακτογραμμή και στις πόλεις-λιμάνια του Αιγαίου και κατά μήκος του ποταμού Στρυμόνα. Οι προσπάθειές της στην οργάνωση της διοίκησης είναι αναιμικές, ενώ ισχυρός πόλος ελέγχου των διοικητικών αξιωματούχων είναι ο Στρατός. Πρώτα θέλει να εξασφαλίσει τα εδάφη, και σε δεύτερη φάση σκοπεύει να εκβουλγαρίσει

Στις 16 Αυγούστου 1913 με πρωτοβουλία των ηγετών του ντόπιου μουσουλμανικού πληθυσμού σχηματίζεται η Αυτόνομη Διοίκηση Δυτικής Θράκης, που στη συνέχεια ονομάστηκε Δημοκρατία της Γκιουμιουρτζίνας, με έδρα την Κομοτηνή και με βραχύχρονο βίο 2 μηνών.

Ωστόσο με τη Συνθήκη Ειρήνης της Κωνσταντινούπολης (10 Οκτωβρίου 1913) η Οθωμανική αυτοκρατορία επέστρεψε στη Βουλγαρία τα εδάφη της Δυτικής Θράκης που ήλεγχε ο στρατός της. Με μυστικές συμφωνίες στο παρασκήνιο της Συνθήκης υποσχέθηκε ότι θα εξοπλίσει στρατιωτικά τμήματα τα οποία θα συνδράμουν τη Βουλγαρία στην κατάληψη της Μακεδονίας, ενώ η Βουλγαρία από την πλευρά της δεσμεύτηκε για προνομιακή μεταχείριση του τουρκικού πληθυσμού και χορήγηση αμνηστίας.

3 Οκτωβρίου η είσοδος βουλγαρικών στρατευμάτων στη Δ. Θράκη[1]

Στις 3 Οκτωβρίου ξεκίνησε η είσοδος των βουλγαρικών στρατευμάτων στη Δυτική Θράκη. Με το διάταγμα υπ’ αριθ. 934 του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Υγείας της Βουλγαρίας ήδη από τις 24.09.1913 η Δυτική Θράκη ενσωματώθηκε στο Βουλγαρικό κράτος, σχηματίζοντας την Περιφέρεια Γκιουμιουρτζίνας, η οποία διαιρέθηκε σε δέκα επαρχίες με πληθυσμό 342.373 άτομα, σύμφωνα με την πρώτη απογραφή του πληθυσμού που διενήργησαν οι Βουλγαρικές αρχές τον Δεκέμβρη του 1914.

Διοικητής της Περιφέρειας Γκιουμιουρτζίνας διορίστηκε ο Νεντιάλκο Σβινάρωφ, από τη Ζλάτιτσα της επαρχίας Σόφιας, ενώ επαρχιακοί διοικητές διορίζονται από το εσωτερικό της Βουλγαρίας, όλοι εκπρόσωποι του συνασπισμού των Φιλελευθέρων. Λειτούργησε Στρατοδικείο (1913-1919), στο οποίο εκδικάζονταν για εγκληματικές ενέργειες στρατιώτες, στρατιωτικοί και πολίτες, δύο Περιφερειακά δικαστήρια, αρχικά στην Γκιουμιουρτζίνα και αργότερα και στην Ξάνθη, και 10 ειρηνοδικεία. Οργανώθηκε το εκπαιδευτικό έργο με έναν από χρόνο σε χρόνο αυξανόμενο αριθμό δημοτικών σχολείων και 2 μεικτά γυμνάσια από τη σχολική χρονιά 1915-1916, στην Γκιουμιουρτζίνα και την Ξάνθη.

Το διάστημα 1913-1919 εκδόθηκαν στην περιοχή Βουλγαρικές εφημερίδες και λειτούργησε και δημοτικό θέατρο στην Γκιουμιουρτζίνα.

Βασικά χαρακτηριστικά του βουλγαρικού διοικητικού συστήματος

Βασικά χαρακτηριστικά του διοικητικού συστήματος της περιφέρειας ήταν η αναποτελεσματική λειτουργία και η χαμηλή στάθμη των δημόσιων υπαλλήλων, οι συχνά ανίκανοι και μη καταρτισμένοι αξιωματούχοι, η έλλειψη κύρους και επιρροής από μέρους τους, επιπρόσθετα διότι ο Βουλγαρικός στρατός αισθανόταν ως ο μοναδικός κυρίαρχος (η Δυτική Θράκη είχε κηρυχτεί σε κατάσταση πολέμου) και, τέλος, ένα είδος διαρχίας με την Τουρκική ένοπλη οργάνωση, η οποία από τη μια διατηρούσε ένα ισχυρό δίκτυο σε όλη τη Δυτική Θράκη (και τα διοικητικά σώματα της Δημοκρατίας της Γκιουμιουρτζίνας σε ημι-νόμιμη μορφή) και από την άλλη τα μέλη της διείσδυσαν και στα νόμιμα σώματα ως δήμαρχοι και βοηθοί δημάρχων σε πόλεις και χωριά, βοηθοί επαρχιακών διοικητών, κ.λπ.

Σε πλήρη αντίθεση με την ανικανότητα και την αχρειότητα των διοικητικών αξιωματούχων και των υπαλλήλων βρισκόταν το ήθος και η ετοιμότητα του στρατού.

Η στρατιωτική-εδαφική διαίρεση της Δυτικής Θράκης επικυρώθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1913, σύμφωνα με το πρώτο διάταγμα του στρατιωτικού Διοικητή της, αντιστράτηγου Βασίλ Πετρώφ Ντέλοφ. Καθώς η φύλαξη της Περιφέρειας Γκιουμιουρτζίνας ανατέθηκε στην 10η Μεραρχία της Λευκής Θάλασσας (του Αιγαίου), αποτέλεσε στρατιωτικά την Περιφέρεια της 10ης Μεραρχίας της Λευκής Θάλασσας, η οποία διαιρέθηκε σε 4 στρατιωτικές υπο-περιφέρειες συνταγμάτων, με βάση τις περιοχές που κατέλαβαν τα 4 Συντάγματα Πεζικού των 2 Ταξιαρχιών της (37ο, 38ο, 39ο, 40ό Σύνταγμα).

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Στην προοπτική της εισόδου της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βουλγαρία κήρυξε στις 9 Σεπτεμβρίου 1915 επιστράτευση, σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο της οποίας η 10η Μεραρχία όφειλε να διαφυλάσσει τη συνοριακή γραμμή από το ύψωμα Καϊντζάλ (Αντίλαλος Ροδόπης, εγκαταλελειμμένο χωριό Ν. Δράμας στο σημείο 1350 μ.) μέχρι τις εκβολές του Νέστου και την ακτογραμμή του Αιγαίου από τις εκβολές του Νέστου μέχρι τις εκβολές του Έβρου.

Έγινε μεγάλη προσπάθεια να οχυρωθεί γραμμικά η ακτογραμμή του Αιγαίου, η οποία θεωρούνταν πολύ πιθανό ότι θα δεχτεί επιθέσεις και απόπειρα απόβασης από το Αγγλικό, Γαλλικό και Ελληνικό Ναυτικό. Το Γενικό Επιτελείο θεωρούσε πιθανές περιοχές για απόβαση το Πόρτο Λάγος, τη Μαρώνεια και το τμήμα από τη Μάκρη μέχρι το Ντεντέ Αγκάτς (Αλεξανδρούπολη), σημεία όπου κατασκευάστηκαν ισχυρές οχυρώσεις. Στα οχυρωματικά έργα συμμετείχε υποχρεωτικά, πέρα από τους εργάτες των στρατιωτικών τμημάτων, και όλος ο ντόπιος ανδρικός πληθυσμός χωρίς διάκριση εθνικότητας.  

Και πράγματι Αγγλογαλλικά πλοία έπλεαν καθημερινά κατά μήκος της ακτογραμμής, μακρύτερα όμως από την απόσταση βολής του Βουλγαρικού πυροβολικού. Συχνά έκαναν την εμφάνισή τους ισχυρές μοίρες σε διαφορετικά σημεία της ακρογιαλιάς ταυτόχρονα, κατευθυνόμενες από συμμαχικά αεροπλάνα, βάλλοντας άλλοτε εντονότερα και άλλοτε ασθενέστερα οχυρωμένα σημεία και θέσεις του Βουλγαρικού στρατού. Τα σημεία τα οποία βάλλονταν συχνότερα ήταν οι εκβολές του Νέστου, η Μπουλούστρα, το Πόρτο Λάγος, το ακρωτήριο Φανάρι, η Μάκρη και το Ντεντέ Αγκάτς, φέρνοντας σε άσχημη θέση τον Βουλγαρικό στρατό, μέχρι να φτάσουν Γερμανικά και Βουλγαρικά αεροπλάνα, για να εμποδίζουν τα συμμαχικά.

 Η εικόνα αυτή είναι διαφορετική από την αντίστοιχη που παρουσιάζει η Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: την περίοδο 1941-1944 η Βουλγαρία δεν πολεμάει, θάβει νεκρούς κυρίως από ατυχήματα. Η Τουρκία αυτή τη φορά είναι ουδέτερη χώρα και όχι σύμμαχος. Η Βουλγαρία εκμεταλλεύεται όσο μπορεί τις ελληνικές οχυρώσεις για οικονομία πόρων και δυνάμεων. Αντίθετα, κατευθύνει τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους της στη δημιουργία μιας ισχυρής διοίκησης, στην οργανωμένη εγκατάσταση Βούλγαρων εποίκων, στην εφαρμογή ενός συστηματικού εκπαιδευτικού και πολιτιστικού σχεδίου, στον οικονομικό και εθνικό εκβουλγαρισμό των εδαφών

Μετά της είσοδο της Ρουμανίας στον πόλεμο τον Αύγουστο του 1916, η Βουλγαρική πλευρά με διπλή επέλαση εισέβαλε στην Ανατολική και τη Δυτική Μακεδονία. Κατά την επιχείρηση κατάληψης της Ανατολικής Μακεδονίας (18-20 Αυγούστου 1916, γνωστή ως επιχείρηση Στρυμόνα), κατέλαβε σχεδόν αμαχητί όλη την περιοχή και μέχρι τις 26 Αυγούστου οι δυνάμεις της 10ης Μεραρχίας είχαν καταλάβει όλη την ακτογραμμή του Αιγαίου και την κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα ανατολικά από τη λίμνη Ταχινού. Οι Βρετανοί κράτησαν μόνο μία θέση στη γέφυρα του Στρυμόνα στη θέση Γενίκιοϊ (Νεοχώρι Στρυμόνα).

Το Βουλγαρικό κράτος οργάνωσε άμεσα —κατά το γνωστό πλέον σχέδιο— την Ανατολική Μακεδονία σε στρατιωτική διοικητική περιφέρεια, την Στρατιωτική Επιθεώρηση Δράμας. Η διοικητική οργάνωση του νέου μορφώματος ελέγχεται πλήρως από τον στρατό και ακολουθεί το οργανόγραμμα της Θρακικής Στρατιωτική Κυβέρνησης.  

Την περίοδο που ακολούθησε 1-2 Αγγλογαλλικά πλοία ήταν μονίμως κοντά στο Ορφανό, τις Ελευθερές, την Καβάλα, το Πόρτο Λάγος και το Δεδέ Αγάτς, σε απόσταση μεγαλύτερη από την απόσταση βολής του Βουλγαρικού Πυροβολικού. Συχνά βομβάρδιζαν βουλγαρικές θέσεις ολόκληρες μοίρες της Αντάντ, κατευθυνόμενες από αεροπλάνα ή υδροπλάνα, εντονότερα στην περιοχή από τις εκβολές Στρυμόνα μέχρι τον Νέστο (γύρω από το Ορφανό, γύρω από τον κόλπο των Ελευθερών, γύρω από την Καβάλα, το Τσερπαντί Τσιφλίκ και τη Σκάλα Κερεμετλί) και με μικρότερη ένταση στο τμήμα από τον Νέστο μέχρι τον Έβρο ποταμό. Η μεγαλύτερη πίεση ασκούνταν στον κόλπο του Ορφανού. Παράλληλα, δυνάμεις πυροβολικού, πεζικού και ιππικού της Αντάντ επιχειρούσαν σχεδόν καθημερινά επιθέσεις στο δυτικό άκρο της Βουλγαρικής ζώνης κατοχής, συχνά πολύνεκρες, συνδυαστικά με ισχυρούς βομβαρδισμούς από θάλασσα και αέρα.

Κατά συνέπεια σχηματίστηκαν στο δυτικό άκρο 2 μέτωπα, το μέτωπο Ορφανού (με κέντρο τη γέφυρα Γενίκιοϊ) και το μέτωπο λίμνης Ταχινού. Και οι δύο πλευρές οχύρωναν συστηματικά και διαρκώς τις θέσεις τους.

1913-1919: Η Βουλγαρία πολεμάει

Καταλήγοντας, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι κατά την περίοδο της Πολιτικής και Στρατιωτικής Βουλγαρικής Διοίκησης στη Δυτική Θράκη (1913-1919), στην οποία εντάσσεται και η συμμετοχή του Βουλγαρικού Στρατού στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1915-1918), η Βουλγαρία πολεμάει: δέχεται καθημερινά συντονισμένες επιθέσεις από στεριά, αέρα και θάλασσα, θάβει νεκρούς, συνεργάζεται με τον οθωμανικό στρατό, χτίζει διαρκώς οχυρώσεις υπέργειες και υπόγειες και δημιουργεί ισχυρές οχυρωματικές θέσεις στην ακτογραμμή και στις πόλεις-λιμάνια του Αιγαίου και κατά μήκος του ποταμού Στρυμόνα. Οι προσπάθειές της στην οργάνωση της διοίκησης είναι αναιμικές, ενώ ισχυρός πόλος ελέγχου των διοικητικών αξιωματούχων είναι ο Στρατός. Πρώτα θέλει να εξασφαλίσει τα εδάφη, και σε δεύτερη φάση σκοπεύει να εκβουλγαρίσει. Η εικόνα αυτή είναι διαφορετική από την αντίστοιχη που παρουσιάζει η Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: την περίοδο 1941-1944 η Βουλγαρία δεν πολεμάει, θάβει νεκρούς κυρίως από ατυχήματα. Η Τουρκία αυτή τη φορά είναι ουδέτερη χώρα και όχι σύμμαχος. Η Βουλγαρία εκμεταλλεύεται όσο μπορεί τις ελληνικές οχυρώσεις για οικονομία πόρων και δυνάμεων. Αντίθετα, κατευθύνει τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους της στη δημιουργία μιας ισχυρής διοίκησης, στην οργανωμένη εγκατάσταση Βούλγαρων εποίκων, στην εφαρμογή ενός συστηματικού εκπαιδευτικού και πολιτιστικού σχεδίου, στον οικονομικό και εθνικό εκβουλγαρισμό των εδαφών. Εκβουλγαρίζει άμεσα και στρατιωτικά αμαχητί, χωρίς να περιμένει να υπογραφούν οι συνθήκες ειρήνης και να πάρει επίσημα τα εδάφη που έχει καταλάβει. Όμως στα τέλη του 1943 η Βουλγαρία έχει εξαντληθεί οικονομικά, ενώ φαίνεται πλέον ότι η Γερμανία δεν θα κερδίσει τον πόλεμο. Το πρώτο εξάμηνο του 1944 θα είναι μια περίοδος φθοράς για τη βουλγαρική διοίκηση. Τον Αύγουστο πλέον ανησυχεί ότι θα αποτελέσει το επόμενο θύμα της προέλασης των Σοβιετικών. Γι αυτό και εκκενώνει  όσα εδάφη είχε καταλάβει. Προσπαθεί να συμπεριληφθεί στους νικητές, αλλά αυτό δεν γίνεται αποδεκτό. Η Θράκη και Ανατολική Μακεδονία χάνονται οριστικά για την Βουλγαρία.


[1] Οι μεσότιτλοι είναι του επιμελητή του κειμένου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.