Η μυθιστορηματικη ζωη του «αιωνιου Οδυσσεα» Παναιτ Ιστρατι

Κώστας Ακρίβος, «Όνομα πατρός: Δούναβης», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, σ. 344.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Ο Κώστας Ακρίβος είναι ένας αγαπημένος συγγραφέας, γιατί σε κάθε του λογοτεχνικό έργο σπάει το εκμαγείο και μας αφηγείται μια νέα ιστορία με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τις προηγούμενες. Κι αυτό ήταν πάντα το ενδιαφέρον –για μένα τουλάχιστον– στη συγγραφή, να τολμά ένας γραφιάς, να μην επαναπαύεται στις ευκολίες του, να μη χρησιμοποιεί μανιέρες, να ξαφνιάζει ευχάριστα τους αναγνώστες του καθώς τους συστήνει νέους αφηγηματικούς δρόμους. Ίσως αντικρούσει κάποιος πως ο Ακρίβος κουβαλά στις αποσκευές του τη θεωρητική κατάρτιση του φιλολόγου και ό,τι κάνει είναι ευκολοκάμωτο, μα στην πραγματικότητα –θαρρώ– πως δεν χρησιμοποιεί τις ακαδημαϊκές του ευχέρειες, αντίθετα δοκιμάζεται σε ό,τι κάθε φορά τον ευχαριστεί ή συνάδει με τον τρόπο που έχει επιλέξει να μοιραστεί μαζί μας το καινούριο του «παραμύθι».

Έτσι λειτουργεί και στο 18ο πόνημά του με τίτλο «Όνομα πατρός: Δούναβης», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τον Μάρτιο του 2025. Εξιστορεί τη ζωή τού Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, που από μόνη της υπήρξε μυθιστορηματική. Η βασανισμένη παιδική του ηλικία, ο μόχθος του να επιβιώσει, τα ταξίδια του, οι φιλίες του, οι ιδεολογικοί του αγώνες, όσα κοσμοϊστορικά γεγονότα βίωσε, οι προσπάθειές του να καταξιωθεί ανάμεσα στους ομότεχνούς του, τα έργα του, οι σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων τις οποίες συναναστράφηκε, η φιλία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, όλα περνούν μέσα από τις 344 σελίδες του βιβλίου.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Παναΐτ Ιστράτι γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας στις 10 Αυγούστου 1884, από μητέρα Ρουμάνα, τη Ζωίτσα κι από πατέρα Έλληνα, Κεφαλλονίτη, τον Γεώργιο Βαλσαμή. Ο μικρός πήρε το όνομα Γεράσιμος-Παναγιώτης. Κράτησε το δεύτερο όνομα, όπως και το επώνυμο της μητέρας του Istrate, που έγινε Ιστράτι, αφού στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του δεν υπάρχει όνομα πατρός. «Το επώνυμο της μητέρας του –που έγινε Ιστράτι στη γαλλική γλώσσα– προέρχεται από το Ίστρος, όπως ήταν στην αρχαιότητα η ελληνική ονομασία του κάτω Δούναβη, αν και δεν αποκλείεται λόγω των συγγενειών της ρουμάνικης γλώσσας με την ιταλική το Ιστράτι να προέρχεται από τη λέξη strada-δρόμος».

Ο Ακρίβος ακολουθεί–εκτός από το πρώτο κεφάλαιο (in medias res), στο οποίο βρίσκουμε τον Ιστράτι στη Νίκαια τη μέρα που επιχειρεί να βάλει τέλος στη ζωή του, ευτυχώς ανεπιτυχώς– τη γραμμική αφηγηματική πορεία της ζωής του Ιστράτι. Γράφει για τα ανήλικα χρόνια του, τα πρώιμα βάσανά του, τον πρώτο του έρωτα για τη Νεραντζούλα που καταγράφεται στο ομώνυμο βιβλίο (όπου είναι η μοναδική φορά που παρουσιάζεται ο ίδιος όχι ως Αδριανός αλλά ως Μάρκος), το πέρασμά του από όλες τις γειτονιές της Βραΐλας, ακόμα και της κακόφημης Κομορόφκα (νουβέλα «Κοντίν»), την περιπετειώδη φιλία του με τον Μιχαήλ, όπως αυτή καταγράφεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα, τα ταξίδια του (συνήθως ως λαθρεπιβάτης) και τις περιπλανήσεις του στην Ανατολή, ιδίως στην Αίγυπτο αλλά και στην Παλαιστίνη, στη Γιάφα, στο Μαϊρούτ, στη Δαμασκό. Και κάπου εκεί στο 1921, μετά την απόπειρα αυτοκτονίας, κι αφού έρχεται σε επαφή με το ίνδαλμά του, τον Ρομέν Ρολάν, η ψυχολογία του ανεβαίνει και τελικά, κατόπιν της συνάντησής τους τον Οκτώβρη του 1922, γράφει πυρετωδώς την «Κυρά Κυραλίνα», το πιο εμβληματικό του έργο. Ο Ρολάν τον χαρακτηρίζει «ο Γκόρκι των Βαλκανίων» και προλογίζει το κείμενο.

Στα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν κι άλλα περιστατικά από τη ζωή του Ιστράτι, τα περισσότερα από τα οποία είναι καταγεγραμμένα στα δικά του έργα, που βρίθουν αυτοβιογραφικών πληροφοριών, ενώ στην πορεία της αφήγησης πληροφορούμαστε τα πιο ενδιαφέροντα, εκεί όπου ο Ακρίβος ζωντανεύει πολύ γλαφυρά τη φιλία του Ιστράτι με τον Νίκο Καζαντζάκη με όλες της τις διακυμάνσεις. Τους παίρνουμε στο κατόπι στο ταξίδι τους στη Σοβιετική Ένωση, πρώτα τον Ιστράτι μόνο του να διανύει 20.000 χιλιόμετρα και μετά μαζί με τον Καζαντζάκη, καλεσμένους της σοβιετικής κυβέρνησης, να περιηγούνται στον νότο της Ρωσίας. Υπερθεματίζουν την Επανάσταση και έρχονται στην Ελλάδα να διακηρύξουν τις αρχές της. Φτάνουν παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1928 στη χώρα και μετά από λίγες μέρες, στις 11 Γενάρη, στο κατάμεστο θέατρο Αλάμπρα, αφού τον προλογίζει ο Καζαντζάκης, ο Ιστράτι συστήνεται στο αθηναϊκό κοινό. Μετά την ομιλία του, γίνεται διαδήλωση με συνθήματα υπέρ της Ρωσίας, γεγονός που προκαλεί τις αστικές εφημερίδες που ζητούν την κεφαλή του επί πίνακι. Ταυτόχρονα, η επίσκεψή του στις φυλακές Συγγρού, αλλά και στο φθισιατρείο «Σωτηρία», σε συνδυασμό με τη δριμεία κριτική του, δρομολογούν την απέλασή του από τη χώρα.

Ο Ιστράτι επιστρέφει στη Ρωσία έχοντας συνοδό του πια τη λατρεμένη του Μπιλιλή. Η ζωή του μοιράζεται ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Ρωσία, αλλά η υπόθεση Ρουσακόφ τον φέρνει αντιμέτωπο με το άτεγκτο καθεστώς, καθώς η σταλινική κυβέρνηση δεν μπορούσε να δεχτεί καμιά κριτική. Ο «ασκός του Αιόλου» έχει ανοίξει για τον Ιστράτι, που δεν είναι πια δεκτός ούτε στην Ευρώπη, καθώς αντιμετωπίζει έντονες επιθέσεις από τους αριστερούς κύκλους διανόησης. Η απομόνωσή του ενισχύεται ακόμα περισσότερο μετά την απόφασή του να αρθρογραφεί σε ακροδεξιά έντυπα, ενώ κατηγορείται πως είχε πολιτικές σχέσεις με την οργάνωση «Σταυροφορία για τον Ρουμανισμό», που προέκυψε από διάσπαση της Φασιστικής Σιδηράς Φρουράς.  Στο μεταξύ έχουν διαρραγεί και οι σχέσεις του με τον Καζαντζάκη, που αναθερμαίνονται μόλις το 1933, όταν η υγεία του επιδεινώνεται ραγδαία ως το 1935 οπότε και πεθαίνει.

Πολύ κουβέντα έχει γίνει για το είδος του βιβλίου που αποφασίζει να γράψει ο Κώστας Ακρίβος. Νομίζω πως πρέπει να αποδεχτούμε τον όρο μυθιστορηματική βιογραφία –αν και παλαιότερα η βιογραφία γενικότερα δεν γινόταν αποδεκτή ως λογοτεχνικό είδος, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Στην πραγματικότητα οι βιογραφίες των συγγραφέων είναι μάλλον οι πολυπλοκότερες, αν σκεφτεί κανείς ότι ο βιογράφος θα πρέπει με κάποιον «μαγικό» τρόπο να ισορροπήσει στο κείμενο τον σχολιασμό του έργου τού βιογραφούμενου προσώπου σε σχέση με το βιογραφικό περιεχόμενο, για να μπορεί να υπάρξει μια συνεκτική αφήγηση της ζωής του. Γιατί σημαντικό αποβαίνει, πέρα από την καταγραφή των αφηγούμενων περιστατικών του βίου, να εισέρχεται ο αναγνώστης και στον κόσμο του βιογραφούμενου, στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκε, στα πρόσωπα και τις ιδέες που τον διαμόρφωσαν, στον χώρο που κινήθηκε, στον χρόνο και τις συνθήκες που τον ενέπνευσαν.

Ο Ακρίβος έχει το ταλέντο να ανταποκριθεί σε όλες τις απαιτήσεις του διόλου ευκολοκατόρθωτου είδους. Γιατί για κάποιους η ύπαρξη ενός τόσο πλούσιου υλικού, όπως αυτού για τον Ιστράτι –το φανερώνει η βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας– θα θεωρούνταν ευχέρεια∙ στην πραγματικότητα όμως μπορεί να μετατραπεί σε επικίνδυνη παγίδα. Όμως, η εμπειρία του Ακρίβου επιτυγχάνει να ενσωματώσει στο κείμενο τον γεωγραφικό πυρήνα (Δούναβης – Βραΐλα), τις πραγματολογικές λεπτομέρειες, τα σκηνικά δράσης (χωρίς υπερβολές ή ελλείψεις), τα αυτοβιογραφικά στοιχεία (όπως ο ίδιος ο Ιστράτι τα παρουσιάζει μέσα στα κείμενά του), τις μαρτυρίες άλλων προσώπων (Καζαντζάκης, Ρολάν, Γκόρκι, Μαγιακόφσκι, Όργουελ κλπ.). Η ζωή του Ιστράτι είναι από μόνη της ένα μυθιστόρημα με αλλεπάλληλα επεισόδια. Γιατί αν κάτι θα πρέπει να θυμόμαστε από αυτόν τον τεχνίτη του λόγου (ενώ πήγε μέχρι την Τετάρτη δημοτικού), αλλά διψούσε για γνώση, αυτόν που ήταν αυτοδίδακτος στη γαλλική γλώσσα (στην οποία έγραψε το εμβληματικότερο των έργων του, την «Κυρά Κυραλίνα») είναι πως με σύγχρονους όρους μάλλον τα έργα του δεν θα ανήκαν παρά σε ένα και μόνο είδος, της αυτοκοινωνιογραφίας (autosociobiography). Ο Ιστράτι μιλά για τη φτώχεια ως κοινωνικό φαινόμενο, για τη φιλία, για τον έρωτα, για την ανάγκη του αδέσμευτου ανθρώπου να δραπετεύει διαρκώς, να μην περιορίζεται σε κανόνες και κοινωνικές νόρμες. Αναφέρεται στις πολιτικές εντάσεις της εποχής του, στα οράματα του κομουνισμού που πίστεψε, στη ματαίωση όλων των ελπίδων του. Και τελικά, μέσα από την αφήγηση του Ακρίβου, ο αναγνώστης λύνει την απορία του, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που γνώρισε το σκληρό πρόσωπο του βιοπορισμού, να μπορεί να έχει μια τόσο δυνατή λογοτεχνική πένα. Μα αυτό ακριβώς ίσως να είναι το μυστικό της συγγραφικής επιτυχίας του, το βίωμα κι ο τρόπος που μεταφέρεται στο χαρτί.

Ο Ακρίβος χρησιμοποιεί τα ντοκουμέντα και τις πηγές που έχει στη διάθεσή του, αλλά δεν μένει εκεί. Συμπληρώνει τα κενά, αναπληρώνει εικάζοντας και δίνοντας τη δική του εκδοχή στο τι ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε συμβεί, όταν απουσιάζει το σύνολο των πληροφοριών. Εκεί έγκειται και το αφηγηματικό βάθος του βιβλίου, αλλά και η αμεσότητα με την οποία περιγράφεται ο ήρωας, ενώ αναδεικνύονται οι ψυχολογικές και συναισθηματικές πτυχές του Ιστράτι. Η πυκνή και περιεκτική γραφή του Ακρίβου και οι σύνθετοι αφηγηματικοί δρόμοι που ακολουθεί δίνουν δύναμη στο γραπτό του.

Τα τελευταία χρόνια ο Κώστας Ακρίβος αρέσκεται στον ρόλο του συγγραφέα ερευνητή, αρχής γενομένης με το βιβλίο του «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς» ( Μεταίχμιο, 2010), μετά με το «Πότε διάβολος, πότε άγγελος» (Μεταίχμιο, 2021) και τώρα με το «Όνομα πατρός: Δούναβης» (Μεταίχμιο, 2025). Η ζωή του Αλφόνς Χοχάουζερ, του ανθρώπου που δένεται με τη φύση του Πηλίου ορμώμενος από τις Άλπεις, ο Καραϊσκάκης που μέχρι και τον θάνατό του δεν μαθαίνει ποιος ήταν ο πατέρας του και παραδίδεται με πάθος στην πατρίδα, κι ο Ιστράτι, ο «αιώνιος Οδυσσέας» κατά τον Καζαντζάκη, δεμένος για πάντα με τη γραφή και τη λογοτεχνία είναι τρεις ήρωες που απασχόλησαν τον Ακρίβο (κλείνοντας έτσι και μια άτυπη τριλογία;) και ξόδεψε χρόνο και δυνάμεις για να αφηγηθεί τις ιστορίες τους. Αν δε σ’ αυτά προσθέσουμε και την «Ιστορία ενός οδοιπόρου, Στρατής Δούκας» (Μεταίχμιο, 2020), όπου ο Δούκας, ως τρόφιμος γηροκομείου πια, αναπολεί κι αφηγείται σε έναν δημοσιογράφο την πολυτάραχη ζωή του, τότε κατανοούμε την ανάγκη τού Κ. Ακρίβου να κάνει γνωστούς στο ευρύ κοινό τους βίους ανθρώπων που θεωρεί σημαντικούς και τους ερευνά ενδελεχώς. Όσο για τις αφηγηματικές του τεχνικές, όσοι είστε υποψιασμένοι για τη δύναμη που έχουν στο να θέλγουν τον αναγνώστη και να κάνουν απόλαυση το διάβασμα, αρκεί να ανατρέξετε σε ένα παλιότερο έργο του, το «Αλλάζει πουκάμισο το φίδι» (Μεταίχμιο, 2013), ένα μυθιστόρημα φτιαγμένο με τα υλικά του χρονικού, της αυτοβιογραφίας, του οδοιπορικού, των απομνημονευμάτων και της μαρτυρίας. Ο Ακρίβος μπορεί κάθε φορά να σε ξαφνιάσει με τους αφηγηματικούς του ρυθμούς, μα στα σίγουρα έχει τη μαγική δύναμη να σε καθηλώσει.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.