Η επιστροφη που δεν λυτρωνει…
Ο διεθνώς καταξιωμένος και πολυβραβευμένος Αμερικανός ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και ακαδημαϊκός Robert Penn Warren (1905-1989) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες των αμερικανικών γραμμάτων του 20ού αιώνα. Ο μοναδικός συγγραφέας που τιμήθηκε τόσο με το βραβείο Πούλιτζερ ποίησης –δύο φορές– όσο και με το Πούλιτζερ μυθιστορήματος, ο Warren, διαμόρφωσε γενιές αναγνωστών και πανεπιστημιακών, μέσα από τη διδακτική του παρουσία και το συγγραφικό του έργο, που διακρίνεται για την οξυδέρκεια και τη γλωσσική του ευαισθησία.
Τα τελευταία χρόνια, ο Warren απέκτησε και στην Ελλάδα το «δικό» του σταθερό αναγνωστικό κοινό, χάρη στην πρωτοβουλία των εκδόσεων Πόλις, που ανέλαβαν να συστήσουν στο ελληνικό κοινό μερικά από τα κορυφαία μυθιστορήματά του, έργα που αποτελούν σταθμούς, όχι μόνο της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η αρχή έγινε με το «Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά» (2020, Αθηνά Δημητριάδου μτφρ.), ακολούθησε ο «Αγριότοπος» (2023, Άννα Μαραγκάκη μτφρ.) και το 2025 κυκλοφόρησε το τελευταίο μυθιστόρημά του, «Ένας τόπος για να επιστρέφεις», που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1977. Τη μετάφραση υπέγραψε εκ νέου η Αθηνά Δημητριάδου, η οποία, μετά και τα πρώτο μυθιστόρημά του, απέκτησε μια φανερή εξοικείωση με τον λεκτικό και υφολογικό πλούτο του Warren, ενώ την επιμέλεια της ογκώδους έκδοσης ανέλαβε η Αντωνία Γουναροπούλου.
Από το εξώφυλλο κιόλας, το βλέμμα του μεσήλικα άνδρα, σταθερό και συνάμα απλανές, μοιάζει να στρέφεται προς τον αναγνώστη, θέτοντας το ερώτημα: Υπάρχει, άραγε, ένας τόπος για να επιστρέφεις; Αυτό το ερώτημα στοιχειώνει και τον Τζεντ Τιούκσμπουρι, τον ήρωα του βιβλίου, ο οποίος, έχοντας διανύσει τη μέση ηλικία, επιστρέφει μετά από δεκαετίες στον γενέθλιο τόπο του, μετά και τον θάνατο της μητέρας του. Η επιστροφή αυτή γίνεται αφορμή για μια αναδρομή στη ζωή του, μια κατάδυση στη μνήμη και στις μύχιες σκέψεις του, όπου το παρελθόν και το παρόν συγκρούονται, φωτίζοντας άλλοτε με νοσταλγία κι άλλοτε με οδυνηρή διαύγεια τη διαδρομή του.
Ο Τζεντ γεννιέται στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μεγαλώνει σε μια αγροτική περιοχή του Νότου, στην Αλαμπάμα –μια περιοχή ιστορικά φορτισμένη, με υψηλούς συμβολισμούς. Σε ηλικία μόλις εννέα ετών, χάνει τον μέθυσο πατέρα του, σε ένα κωμικοτραγικό δυστύχημα και μένει μόνος με τη μητέρα του, μια γυναίκα δυναμική, έξυπνη και πρακτική, που αποφασίζει να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στο Ντάγκτον, μακριά από τις πληγές του παρελθόντος. Η μητέρα του, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, του χαράζει από νωρίς την πορεία: «Να παίρνεις ό,τι είναι να πάρεις και μετά να τραβάς παρακάτω. Μη σταματάς πουθενά».
Ήδη από πολύ μικρός, ο Τζεντ δεχόταν παραινέσεις από τη μητέρα του να στραφεί στα γράμματα για μια καλύτερη διέξοδο, ενώ και ο ίδιος δεν άργησε να βρει καταφύγιο στα βιβλία. Τελικά, ο Τζεντ αποφασίζει, μετά και από έντονη παρότρυνση της μητέρας του, να φύγει από δίπλα της, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε ένα διακεκριμένο καθηγητή φιλολογίας, με ιδιαίτερη έφεση στον Δάντη. Παράλληλα, όμως, προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του το μίζερο παρελθόν του και να εμπεδώσει την απαγόρευση της μητέρας του να μη γυρίσει πίσω –θα επιστρέψει τελικά, αφού φύγει εκείνη από τη ζωή, όπως προαναφέραμε.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο Τζεντ συνεχίζει ακάθεκτος την ακαδημαϊκή του πορεία και διαπρέπει στους τομείς της κλασικής και μεσαιωνικής φιλολογίας, με ένα έντονο υπαρξιακό κενό να τον κατατρύχει. Μεσολαβεί ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου πολεμά στο πλευρό των Ιταλών Παρτιζάνων και, επιστρέφοντας στην Αμερική, προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή του. Παντρεύεται την ακαδημαϊκό Άγκνες, αλλά τη χάνει πρόωρα από καρκίνο. Ακολουθεί μια θυελλώδης σχέση με μια παλιά του γνώριμη, τη Ροζέλ Χάρντκασλ, την καλλονή της τάξης και επίσης λαμπρή –τότε– μελετήτρια των λατινικών, η οποία σφραγίζει όλο το μυθιστόρημα. Μετά το τέλος αυτής της σχέσης, της συναρπαστικής και ολέθριας, ο Τζεντ θα ξαναπαντρευτεί, με την Ντοφίν, θα αποκτήσει έναν γιο και θα χωρίσει. Και τότε θα έρθει πια η ώρα να κάνει τον απολογισμό του…
Ο Warren αφηγείται όλα αυτά με γλώσσα πυκνή, άλλοτε ωμή και ειρωνική, άλλοτε βαθιά ποιητική, αποτυπώνοντας το δράμα του ανθρώπου που προσπαθεί να συμφιλιώσει τον εαυτό του με το παρελθόν και με την αμείλικτη ροή του χρόνου, με έναν αφηγηματικό τόνο που ισορροπεί ανάμεσα στη συγκίνηση και το χιούμορ, οικοδομώντας ένα μυθιστόρημα όπου η προσωπική μνήμη συναντά την Ιστορία. Με φόντο μια Αμερική που σπεύδει να περάσει στη φάση της ευημερίας, τόσο μετά τον Α΄ όσο και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Γιατί, πράγματι, στο έργο του Warren η Ιστορία δεν είναι ποτέ απλώς το φόντο, αλλά ο ζωντανός ιστός μέσα στον οποίο διαπλέκονται οι ανθρώπινες ζωές. Από τον μεταπολεμικό Νότο έως τη μεταπολεμική Αμερική της ευημερίας, οι ήρωές του αναμετρώνται με τα ερείπια και τις ψευδαισθήσεις μιας κοινωνίας που αλλάζει, ενώ ο Warren, παρότι Αμερικανός, αγγίζει με τον λόγο του κάτι οικουμενικό: την ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάξει πίσω και να βρει μέσα στο βλέμμα της ανάμνησης τη δυνατότητα της λύτρωσης.
Θανάσης Μήνας, «Μια προσπάθεια να συμφιλιωθεί με τις ρίζες του»
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Μήνας, σχολιάζει σχετικά με το κύκνειο άσμα του Warren, στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες «Ο Αναγνώστης»: «Το γεγονός ότι το μυθιστόρημα λειτουργεί τόσο καλά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ποιητική γλωσσική δεινότητα του Robert Penn Warren. Το λεξιλόγιό του είναι φωκνερικών αξιώσεων, με ένα αξιοσημείωτο χάρισμα για αναπάντεχες όσο και πλούσιες μεταφορές. Οι χαρακτήρες του αγωνίζονται να ξεφύγουν από την καταστροφική ροή της μοίρας. Μέσα σε χείμαρρους λέξεων, που ρέουν σαν μουσική, ξετυλίγουν το κουβάρι των ψευδαισθήσεων που κρύβουν τη ζωή τους, αναγνωρίζοντας την κατάρρευσή τους.
Η δύναμη της γλώσσας του Warren δημιουργεί ένα πλέγμα εικόνων πιο ζωντανών από τους ίδιους τους χαρακτήρες που περιγράφουν. Αυτό που θυμάται κανείς από το μυθιστόρημα είναι πρώτα απ’ όλα μια σειρά από λεκτικές εικόνες –της Ροζέλ να χτυπάει υπνωτικά το σανδάλι της στη λάμψη της φωτιάς, της συζύγου του, που πεθαίνει από καρκίνο, να σηκώνει το κοκαλιάρικο χέρι της προς το μέρος του με πόνο και ικεσία, του ίδιου του Τζεντ να κρατά ένα όπλο στο κεφάλι ενός Γερμανού αξιωματικού που χλευάζει.
Η επίμονη δύναμη αυτών των εικόνων συνδέεται με τον τρόπο αφήγησης. Ο Τζεντ αφηγείται την ιστορία του –μια οδύσσεια που τον μεταφέρει από το Ντάγκτον της Αλαμπάμα στην ακαδημαϊκή φήμη και την προσωπική τραγωδία πίσω στο Ντάγκτον–, ανακαλώντας μια σειρά από σκηνές από το παρελθόν του. Το μυθιστόρημα, όπως και ολόκληρη η ζωή του, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια να συμφιλιωθεί με τις ρίζες του, να ανακαλύψει στη στιβαρή συνέπεια της μητέρας του και στην απερισκεψία του μεθυσμένου πατέρα του μια πηγή αυτογνωσίας και αυτοκυριαρχίας».
Ο «δαφνοστεφής» Robert Penn Warren
Ο Robert Penn Warren γεννήθηκε στο Γκάθρι της Πολιτείας Κεντάκι των ΗΠΑ το 1905 και πέθανε στο Στράτον της Πολιτείας Βερμόντ το 1989. Εκτός από τα προαναφερθέντα βραβεία Πούλιτζερ, είναι ο πρώτος που έλαβε, το 1986, τον τίτλο του Δαφνοστεφούς Ποιητή των ΗΠΑ. Βραβεύθηκε, επίσης, με το Εθνικό Βραβείο ποίησης των ΗΠΑ και τιμήθηκε με το Medal of Freedom, καθώς και με το National Medal of Arts.
Εργάστηκε ως καθηγητής φιλολογίας στo South-western College του Μέμφις, στο Louisiana State University, στο University of Minnesota και στο Yale University, από το 1950 ως το 1956 και από το 1961 ως το 1973, οπότε και ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Έγραψε πλήθος κριτικών δοκιμίων υπό την οπτική γωνία της σχολής της Νέας Κριτικής, ενώ μαζί με τον Cleanth Brooks συνέγραψαν τα περίφημα πανεπιστημιακά εγχειρίδια “Understanding Poetry”, “Understanding Fiction” και “Fundamentals of Good Writing”.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
