Η επιχειρηση «Καρχαριας»

Short story

Στην επαρχία πήγε ο Φάνης με την οικογένειά του, στο πατρικό του σπίτι, για καλοκαιρινές διακοπές, αλλά δεν έφτανε η ταλαιπωρία τους από τον καύσωνα· ήταν και ένα έκτακτο γεγονός που ανέτρεψε την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα των διακοπών τους και επηρέασε την ψυχική τους κατάσταση.

Ήταν τη μεθεπόμενη του δεκαπενταύγουστου, όταν ο Φάνης ξύπνησε αχάραγα για να κάνει κάποιες δουλειές στον κήπο του σπιτιού του. Στην αρχή, το βλέμμα του πλανήθηκε σε διάφορα σημεία του κήπου και συνέπασχε με τα δένδρα που διψούσαν για νερό, με το χώμα τους που ήταν σκληρό από ένα συνεχόμενο άνυδρο δίμηνο.

Κάποτε, στάθηκε πιο προσεχτικά στο παραθυράκι της αποθήκης και παρατήρησε τη σχισμένη σίτα. «Ποιος και γιατί μπορεί να την είχε σχίσει;» αναρωτήθηκε. Εκεί ήταν φυλαγμένα μόνο παλιά έπιπλα και δυο ηλεκτρικές συσκευές που τους περίσσευαν. Το παραθυράκι έμενε ανοιχτό, για να αερίζεται ο αποθηκευτικός χώρος. Στην αρχή, μες στο μυαλό του, του φάνηκε αδύνατο ότι από το παράθυρο αυτό, από μια τρύπα τόσο μικρή, θα μπορούσε να είχε περάσει ανθρώπινο σώμα, αλλά, στη συνέχεια, όταν διαπίστωσε ότι και η πόρτα της αποθήκης ήταν εντελώς ανοιχτή, κατέληξε ότι αυτό δεν μπορεί παρά να ήταν ανθρώπινο έργο και δέχτηκε, ως ορθολογικότερη εκδοχή, ότι η απόπειρα κλοπής είχε γίνει από κάποιο παιδί, με την καθοδήγηση μεγαλύτερης ηλικίας ατόμου. Ήταν ένα παιδί που, αφού κατόπτευσε τον χώρο, έφυγε άπραγο, καθόσον τα αντικείμενα που είδε ήταν άσχετα με τις οδηγίες και τον σχεδιασμό των καθοδηγητών του.

Κατόπιν και αφού είχαν ολοκληρωθεί οι αισθητηριακές παρατηρήσεις του, ο φίλος προχώρησε σε σκέψεις και γενικότερους αναστοχασμούς. Βασικό στοιχείο στη σκέψη του ήταν ο χρόνος που ήταν επάλληλος έως και τη στιγμή που εκτελέστηκε η απόπειρα της κλοπής.

Ήταν παραμονή, το βράδυ της γιορτής της Παναγίας, όταν η οικογένεια έφυγε από το σπίτι και βρέθηκαν με συγγενείς, σε μια παραθαλάσσια περιοχή. Ήταν αυτό το βράδυ που πρέπει να συνέβη το έκτακτο γεγονός. Τότε, που λόγω αφόρητου καύσωνα, ήταν ακατάλληλη η μέρα για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας. Κανείς δεν άντεχε την αφρικανική ζέστη, ακόμη και αν βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα. Ο διαρρήκτης συνυπολόγισε με επαγγελματισμό τον καύσωνα, το εορταστικό γεγονός της ημέρας, μα, προπαντός, την ανάγκη εξόδου των ενοίκων του σπιτιού, ως θετικούς παράγοντες για δράση, με προσοδοφόρο αποτέλεσμα.

Οι πληροφορίες τις επόμενες μέρες έφθαναν σωρηδόν, όταν ο Φάνης προσπάθησε να ενημερώσει τους φίλους του για το γεγονός. Όλοι ήξεραν για τον δράστη και γελούσαν μαθαίνοντας για το περιστατικό, που το θεωρούσαν ασήμαντο, μπρος στο πλήθος παρόμοιων άλλων.

«Ναι, ξέρουμε ποιος το έκανε. Είναι ο γιος του τάδε, εγγόνι του δείνα. Έχει κάνει διάρρηξη και στο δικό μου σπίτι. Έχει ενημερωθεί η αστυνομία, αλλά, δυστυχώς, δεν έχει κάνει μέχρι τώρα τίποτα», έλεγαν με ύφος μοιρολατρικό. Συνακόλουθα, του ανέφεραν χαμογελώντας το ψευδώνυμο του δράστη:  «Καρχαρίας», κι ότι αυτός είναι ένα γνωστό πρεζόνι στην περιοχή. «Δουλεύει σε συνεργασία με κάποιους και στις δουλειές του χρησιμοποιεί ακόμη και παιδιά. Κλέβουν χρήματα, χρυσαφικά, ποδήλατα και τελευταία λάδι από τις αποθήκες. Συνεργάζεται με μια ομάδα και εμπορεύονται τα ποδήλατα και το λάδι», του έλεγαν κι αυτός ένιωθε κάποτε σαν να του περιέγραφαν ένα συμβάν της καθημερινότητάς τους.

Και κάποιος χαμογελαστός του αφηγήθηκε σαν να έλεγε ανέκδοτο: «Τον χειμώνα έκανε επιχείρηση στο σπίτι της χήρας ενός δημάρχου, όταν αυτή βρισκόταν την ώρα εκείνη μέσα στο σπίτι. “Κυρά Κούλα συγγνώμη! Δεν ήξερα ότι είσαι εδώ, θα έλθω μια άλλη φορά”, είπε ο διαρρήκτης ευγενικά».

Μετά, ο φίλος μας ο Φάνης θυμήθηκε όταν πέρσι επισκέφτηκε την κωμόπολη, δυο μέρες πριν τις δημοτικές εκλογές. Είχε δει τότε, κατά το σούρουπο, αυτόν που τότε δεν ήξερε ότι είχε το παρατσούκλι «Καρχαρίας», να περιφέρεται στη γειτονιά μαζί με μια κοπέλα. Ήταν και οι δυο περίεργοι, σαν ξωτικά. Αυτός ένας τριαντάρης, στεγνός, με μακρύ χλωμό πρόσωπο και σώμα καμπούρικο. Έδειχνε σοβαρά να είναι απασχολημένος. Συζητούσε με την κοπέλα του ντυμένοι και οι δυο στα μαύρα ρούχα. Τότε, την επόμενη ημέρα, μαθεύτηκε ότι είχαν κλέψει από τη γειτόνισσα ένα δακτυλίδι, οικογενειακό κειμήλιο της γιαγιάς της. Είχαν σκαρφαλώσει στη μάντρα του κήπου και από τις ταράτσες των σπιτιών που ενώνονται μπουκάρισαν στο τριώροφο κτήριο.

Όταν τέλειωσαν οι διακοπές και ο φίλος μας αναχώρησε για την πρωτεύουσα, κουβάλησε μαζί του κι ένα αίσθημα μεγαλύτερης ανασφάλειας, που συνοδευόταν από πολλά ερωτηματικά. Δεν ήξερε πόσο εκτεθειμένο πλέον ήταν το πατρικό του σπίτι. Πόσο ασφαλής ήταν η μικρή ιδιοκτησία του. Πόσο εκτεθειμένος ήταν ο ίδιος απέναντι στην ανεξέλεγκτη μανία των διάφορων αρπακτικών. Δεν ήταν μόνο οι ετήσιες επισκευές, εξαιτίας των φθορών που είχε επιφέρει ο χρόνος πάνω στο κτίριο. Τώρα, έπρεπε να συμπεριληφθούν και άλλα έξοδα, όπως σιδεριές στα παράθυρα, συναγερμοί κι άλλα δυσβάστακτα έξοδα φύλαξης, εκτός από τους φόρους που πλήρωνε για την εύρυθμη λειτουργία των δημοτικών και δημόσιων υπηρεσιών.

Ήταν αρχές Φθινοπώρου πια, όταν διαδόθηκαν τα τελευταία νέα για την ταχέως αναπτυσσόμενη επιχείρηση «Καρχαρίας». Είχαν κλαπεί χίλια κιλά λάδι και ένα αγροτικό μηχάνημα, που ήταν ιδιοκτησία κάποιου πολιτευτή της περιοχής και, λίγο αργότερα, συνέλαβαν τον δράστη οι αστυνομικοί, χωρίς να μαθευτούν λεπτομέρειες για τη σύλληψή του ή για τον ακριβή τόπο που μεταφέρθηκε. Κατά περίεργο λόγο, τα νεότερα γεγονότα της τελευταίας κλοπής και της σύλληψης του «Καρχαρία», με κάποιον τρόπο, δεν συσχετίστηκαν και, προπαντός, δεν δημοσιεύτηκε έως σήμερα κάποια σχετική είδηση στον τοπικό τύπο.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.