Η ελληνορθοδοξη εκπαιδευση στην Κομοτηνη και στην περιοχη της κατα την υστερη οθωμανοκρατια  (β΄ μισο του 19ου αιωνα – 1913)

Η εισήγηση του Ιωάννη Σιγούρου στην εκδήλωση προς τιμήν του ευεργέτη της Κομοτηνής, Νέστορα Τσανακλή

Ιστορικό πλαίσιο

Η εκπαίδευση των Ελληνορθόδοξων στη Θράκη, όπως και σε όλη την οθωμανική επικράτεια, είχε αναπτυχθεί με ευθύνη της εκκλησίας, στο πλαίσιο της κοινοτικής τους οργάνωσης, με υποτυπώδη μέσα, αυτοδίδακτους δασκάλους και μορφωμένους κληρικούς. Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται σταδιακά τον 19ο αιώνα, οπότε αυξήθηκε το ενδιαφέρον για την πιο συστηματική παροχή εκπαίδευσης, ως αποτέλεσμα της επίδρασης ποικίλων ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων, με σημαντικότερους τη διάδοση των νεωτερικών ιδεών μέσω του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, την ανάπτυξη του εμπορίου και την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830. Η ελληνορθόδοξη εκπαίδευση εξακολούθησε να ανήκει στις αρμοδιότητες των τοπικών κοινοτήτων, ακόμη και μετά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού και εκκοσμίκευσης του εκπαιδευτικού συστήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία επιχειρήθηκε στο πλαίσιο της επανέναρξης ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού της προγράμματος, γνωστού και ως Τανζιμάτ (Tanzimât), με το σουλτανικό διάταγμα Χάτι-Χουμαγιούν (Hatt-ı hümâyun) του 1856. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες τώρα, σύμφωνα με τον Νόμο περί Βιλαετίων του 1864, που εισήχθη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης Τανζιμάτ, διαχειρίζονταν τα κοινά μη θεσμοθετημένα όργανα. Στην αρμοδιότητά τους υπάγονταν όλα τα ζητήματα της καθημερινότητας, όπως θέματα ασφάλειας, υγείας, επικοινωνίας, κατανομής και είσπραξης οικονομικών βαρών, λύση διαφορών με διαιτησία κ.ά.

Τα όργανα που ασκούσαν τις αρμοδιότητες ήταν πέντε: Ο Μητροπολίτης, η Δημογεροντία, η Επιτροπή των Ιερών Ναών, η Επιτροπή ή Εφοροεπιτροπή των Σχολών και η Γενική Συνέλευση. Η Εφοροεπιτροπή ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα για την ίδρυση, τη λειτουργία και τη συντήρηση των σχολείων της κοινότητας, τη μισθοδοσία του διδακτικού προσωπικού, την είσπραξη των διδάκτρων και την αναζήτηση επιπλέον οικονομικών πόρων. Τα μέλη της εκλέγονταν από την τοπική κοινότητα, ενώ ο πρόεδρός της, ο εκάστοτε μητροπολίτης, είχε διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στις σχολικές εφορίες και στα άλλα κοινοτικά διοικητικά όργανα. Τόσο η Επιτροπή των Σχολών όσο και η Δημογεροντία είχαν αριθμό μελών ανάλογα με τον πληθυσμό της κοινότητας. Η Δημογεροντία ενέκρινε τους σχολικούς κανονισμούς, έλεγχε το γενικότερο εκπαιδευτικό έργο των σχολικών εφοριών, έπαιρνε τις τελικές αποφάσεις για τα εκπαιδευτικά θέματα, εκτελούσε την οικονομική διαχείριση των σχολείων και την εξεύρεση νέων πόρων, ενώ διενεργούσε έλεγχο στα οικονομικά πεπραγμένα της Επιτροπής των Σχολών ως η άμεση προϊσταμένη της αρχή.

Το εκπαιδευτικό σύστημα στη Θράκη είχε δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες και ήταν όμοιο με εκείνο που είχε καθιερωθεί στο ελληνικό κράτος. Στην πρώτη βαθμίδα ανήκαν τα νηπιαγωγεία, τα τριτάξια ή τετρατάξια σχολεία αρρένων ή θηλέων, γνωστά και ως αλληλοδιδακτικά, καθώς και τα μονοτάξια κοινά σχολεία της υπαίθρου, που ονομάζονταν και γραμματοδιδασκαλεία. Στη δεύτερη βαθμίδα ανήκαν τα διτάξια ή τριτάξια «ελληνικά» σχολεία και τα τετρατάξια γυμνάσια, τα οποία αποκαλούνταν έτσι επειδή σ’ αυτά γινόταν η διδασκαλία αποσπασμάτων έργων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Τα «ελληνικά» σχολεία αποτελούσαν ιδιόμορφη περίπτωση, καθώς δεν λειτουργούσαν αυτοτελώς, αλλά ήταν προσαρτημένα, είτε στα σχολεία της πρώτης εκπαιδευτικής βαθμίδας ως ανώτερες τάξεις είτε στα γυμνάσια, στη δεύτερη εκπαιδευτική βαθμίδα, ως προκαταρκτικές τάξεις.

Στην ανάπτυξη του εκπαιδευτικού έργου εκτός από το Πατριαρχείο, που είχε τη γενική εποπτεία, σημαντική συμβολή είχε το ελληνικό κράτος μέσω των προξενείων του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ακόμη, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι που ιδρύθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στην Αθήνα, στην Αδριανούπολη, αλλά και στην περιοχή μας ο σύλλογος «Ομόνοια» και η φιλανθρωπική αδελφότητα «Η Πρόνοια» στην Κομοτηνή και η «Αδελφότης των Μαρωνιτών “ο Άγιος Χαράλαμπος”», με έδρα της στην Κωνσταντινούπολη, ενίσχυαν οικονομικά τις εφορίες για τη συντήρηση των διδακτηρίων, τους μισθούς των δασκάλων, την αγορά των βιβλίων κ.ά.

Η «Περιγραφή Ιστορική και Γεωγραφική υπ’ εκκλησιαστικήν έποψιν της θεοσώστου επαρχίας Μαρωνείας» του ιατρού Μ. Μελίρρυτου διασώζει την παλαιότερη μαρτυρία περί της λειτουργίας ελληνορθόδοξων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Κομοτηνή. Προέλευση φωτογραφίας: Ξανθή Τζένη Θ. Κατσαρή-Βαφειάδη, «“Διαβάζοντας” την πόλη: Κουμουτζηνά, Γκιουμουλτζίνα, Κομοτηνή – Πρόσωπα και κείμενα», Δήμος Κομοτηνής – Two K Project, Κομοτηνή 2021, 111.

2. Ελληνορθόδοξα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Κομοτηνή (Gümülcine)

2.1 Η διοίκηση στην Κομοτηνή

Κατά τον 19ο αιώνα, χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται η παρούσα εισήγηση, η οθωμανοκρατούμενη Κομοτηνή (Gümülcine) ανήκε στην Επαρχία (Nahiye) Σεχρ ή Σεχίρ (Sehr ή Sehir) της Υποδιοίκησης (Kaza) Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine), που υπαγόταν στην ομώνυμη Διοίκηση (Sancak) Γκιουμουλτζίνε. Η τελευταία ήταν μία από αυτές που υπαγόταν διοικητικά στη Γενική Διοίκηση (Vilâyet) Αδριανουπόλεως (Edirne).

2.2 Ίδρυση των σχολείων – Κτηριακές εγκαταστάσεις

Η παλαιότερη μαρτυρία περί της λειτουργίας ελληνορθόδοξων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Κομοτηνή είναι εκείνη του Ηπειρώτη στην καταγωγή ιατρού Μ. Μελίρρυτου, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος μόνιμα στη Μαρώνεια, στο βιβλίο του «Περιγραφή Ιστορική και Γεωγραφική υπ’ εκκλησιαστικήν έποψιν της θεοσώστου επαρχίας Μαρωνείας», ο οποίος αναφέρει ότι: «… στη συνοικία Βαρώσι λειτουργούσαν αλληλοδιδακτική, ελληνική σχολή και Παρθεναγωγείο, ενώ στη συνοικία γύρω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου υπήρχε μόνο αλληλοδιδακτική και ελληνική σχολή».

Επίσης, αξιόλογη είναι η έρευνα της εκπαιδευτικού Μαρίας Μαρκίδου, κατά τη δεκαετία του 1970, η οποία καταθέτει σημαντικές πληροφορίες. Η συγγραφέας επιβεβαιώνει τη λειτουργία δύο νηπιαγωγείων. Το Νηπιαγωγείο Βαρωσίου που βρισκόταν επί της οδού Ε. Βενιζέλου, απέναντι από το κωδωνοστάσιο του Μητροπολιτικού Ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου σήμερα η Δημοτική Σχολή Χορού και το Δημοτικό Ωδείο Κομοτηνής. Το Νηπιαγωγείο κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1990, ενώ διασώθηκε και φυλάσσεται στην είσοδο της Σχολής η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή που μαρτυρεί ότι το Διδακτήριο ήταν δωρεά του Ηπειρώτη στην καταγωγή, Γεωργίου Νικολάου στα 1883. Το Νηπιαγωγείο του Πάνω Μαχαλά, δωρεά του επίσης Ηπειρώτη στην καταγωγή, (Χατζή) Κωνσταντίνου Ζωίδου στα 1882, το οποίο βρίσκεται μέσα στον περίβολο του ναού Αγίου Γεωργίου.

πληροφορίες για την εκπαιδευτική πραγματικότητα στην Κομοτηνή πριν από το 1920 μπορεί κανείς να εντοπίσει στις έρευνες της εκπαιδευτικού Μαρίας Κολοζώφ-Μαρκίδου, όπως δημοσιεύτηκαν στη «Θρακική Επετηρίδα», στα «Θρακικά Χρονικά» κ.α. Προέλευση φωτογραφίας Μ. Κοσμίδου, «Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων στη Ροδόπη – Τα προσφυγικά και οι σχολικές υποδομές της Κομοτηνής – Κωδικοποίηση Νομοθεσίας για τη Στεγαστική Αποκατάσταση των προσφύγων», Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2019, 121.

Επιπλέον, πιστοποιείται η λειτουργία επτατάξιας Αστικής Σχολής Αρρένων, αποτελούμενης εκ τεσσάρων τάξεων αλληλοδιδακτικού σχολείου και τριών τάξεων ελληνικής σχολής, η οποία στεγαζόταν σε κτήριο επί της οδού (Χατζή) Κωνσταντίνου Ζωίδου, δωρεά του Δημητρίου Σίντου στα 1880. Επιπλέον, η Μ. Μαρκίδου μας γνωστοποιεί την οριστική μετεγκατάσταση της επτατάξιας Αστικής Σχολής Αρρένων, το σχολικό έτος 1908-09, από το διδακτήριο του Δημητρίου Σίντου στο νέο μέγαρο της Τσανακλείου Σχολής, που κατασκευάστηκε το έτος 1907 από τον σπουδαίο Κομοτηναίο ευεργέτη και μεγαλοβιομήχανο, εγκατεστημένο στο Κάιρο, Νέστορα Τσανακλή. Ο δωρητής προσέφερε στην Κοινότητα περί τις 10.000 οσμανικές χρυσές λίρες, για την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς διδακτηρίου, ενώ χορηγούσε στην Εφορία των Σχολών το ποσό των 200 χρυσών οσμανικών λιρών, ετησίως, για τη συντήρηση των εκπαιδευτηρίων.

Τέλος, στην Κομοτηνή λειτουργούσε το τριτάξιο Παρθεναγωγείο Βαρωσίου, απέναντι από το Νηπιαγωγείο του Γ. Νικολάου και πίσω από το κωδωνοστάσιο του ναού Κοίμησης της Θεοτόκου, με ακόμα ένα παράρτημα μιας μόνο τάξης αλληλοδιδακτικού σχολείου, που στεγαζόταν σε άγνωστο ενοικιαζόμενο οίκημα της περιοχής. Το παράρτημα αυτό, μετά την ίδρυση της Τσανακλείου Σχολής, μετεγκαταστάθηκε στο κενό πλέον διδακτήριο του παλαιού Αρρεναγωγείου του Δημητρίου Σίντου, στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου.

3. Ελληνορθόδοξα εκπαιδευτικά ιδρύματα στη Μαρώνεια (Maronya)

3.1 Η διοίκηση στη Μαρώνεια

Η Μαρώνεια (Maronya ή Maruniye), κατά τον 19ο αι., ανήκε στην Επαρχία (Nahiye) Μαρούνιγιε (Maruniye) της Υποδιοίκησης (Kaza) Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine), που υπαγόταν στην ομώνυμη Διοίκηση (Sancak) Γκιουμουλτζίνε. Η τελευταία ήταν μία από αυτές που υπαγόταν διοικητικά στη Γενική Διοίκηση (Vilâyet) Αδριανουπόλεως (Edirne).

3.2 Ίδρυση των σχολείων – Κτηριακές εγκαταστάσεις

Όπως μας πληροφορεί ο Μ. Μελίρρυτος, στη Μαρώνεια λειτουργούσε Αστική Σχολή Αρρένων, που στεγαζόταν στο μεγάλο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό με σοφίτα του Θωμά Χατζηγιαννούδη, που οι Μαρωνίτες το ονόμαζαν «παλατάκι». Ανεγέρθη στα 1865, κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1950 και στέγαζε, στο ισόγειο, το «αλληλοδιδακτικό» σχολείο και στον όροφο το «ελληνικό» σχολείο. Ακόμη, ο Νικόλαος Χατζόπουλος, δάσκαλος στις Φέρες και προσωρινός διευθυντής του Υποπροξενείου Πύργου της Αν. Ρωμυλίας, σε επιστολή του προς τη Φιλεκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα Κωνσταντινουπόλεως, στις 02-08-1883, μας πληροφορεί ότι η Μαρώνεια διέθετε έτερο διώροφο διδακτήριο, στο οποίο συστεγάζονταν το Νηπιαγωγείο, στο ισόγειο, και στον όροφο το Παρθεναγωγείο, στη θέση του οποίου σήμερα βρίσκεται το Κοινωνικό Κέντρο της Κοινότητας. Από το Παρθεναγωγείο σώζεται μόνο τμήμα της κτητορικής επιγραφής του, σύμφωνα με την οποία το Εκπαιδευτήριο ιδρύθηκε στις 15 Ιουνίου του 1865.

Λόγω πληθώρας μαθητών στο Αρρεναγωγείο, στα 1905 οι Μαρωνίτες μεγαλέμποροι στην Κωνσταντινούπολη αδελφοί Σταύρος, Ευστράτιος, Φώτιος και Ιωάννης Π. Χατζέα διέθεσαν περίπου 1.100 οσμανικές χρυσές λίρες, για την ανέγερση νέου παραρτήματος της Αστικής Σχολής Αρρένων, το οποίο έλαβε την επωνυμία Χατζέιος Σχολή. Το διδακτήριο είναι διώροφο, πέτρινο, ενώ κατά την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν, ως οικοδομικό υλικό, εδώλια από το αρχαίο θέατρο της Μαρώνειας. Ακολούθως, ο τότε Μητροπολίτης Νικόλαος έστειλε επιστολή προς την Επιτροπή των Σχολών και τη Δημογεροντία της Μαρώνειας, στις 21-03-1905, με την οποία προτείνει την ανακήρυξη των δωρητών σε Μεγάλους Ευεργέτες της Κοινότητας. Στη συνέχεια, οι Εφοροδημογέροντες συνεδρίασαν και συνέταξαν πρακτικό, σύμφωνα με το οποίο απέδωσαν στους δωρητές τον προαναφερόμενο τιμητικό τίτλο, ανάρτησαν μαρμάρινη κτητορική επιγραφή στην είσοδο του νέου διδακτηρίου, αποφάσισαν την ανέγερση δύο κρηνών προς τιμήν τους, και την τέλεση δέησης, υπέρ υγείας και μνήμης των Ευεργετών, κάθε έτος, την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Τελικά, το νέο αυτό σχολικό κτήριο εγκαινιάστηκε το σχολικό έτος 1908-09 και παραδόθηκε σε σχολική χρήση. Έκτοτε η Χατζέιος Σχολή λειτούργησε ως κοινοτικό σχολείο, ενώ στα 1922, δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της Δ. Θράκης, λειτούργησε ως δημόσιο μέχρι το σχολικό έτος 2010-11, οπότε το τότε Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων αποφάσισε την κατάργηση της λειτουργίας του, εξαιτίας του μικρού αριθμού μαθητών.

Μετά την ίδρυση της Χατζέιου Σχολής, οι δωρητές αδελφοί Χατζέα έκριναν σκόπιμη την εξασφάλιση οικονομικών πόρων στην Κοινότητα Μαρώνειας, ώστε να επιτευχθεί η απρόσκοπτη λειτουργία του Σχολείου. Έτσι, στα 1910 ο Σταύρος Χατζέας ήρθε στην Κομοτηνή και αγόρασε ακίνητο, πιθανότατα πανδοχείο, πλησίον του Στρατιωτικού Τομέως (παλαιό στρατόπεδο, όπου σήμερα η Δημοτική Αγορά Κομοτηνής), στην περιοχή Τσάκα Χάνι. Το κτήριο κατεδαφίστηκε από τους Βούλγαρους κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα το ακίνητο υφίσταται ως οικόπεδο απέναντι από τα οπωροπωλεία της Δημοτικής Αγοράς Κομοτηνής.

Σημαντική δωρεά προς τις Σχολές της Μαρώνειας μαρτυρείται σε επιστολή που προέρχεται από τον «Κώδικα» της Μαρώνειας, με ημερομηνία 29-03-1903, αποστολέα τον Μαρωνίτη Παναγιώτη Ζηρίνη, τόπο αποστολής τη Σμύρνη και παραλήπτη την Επιτροπή των Σχολών Μαρώνειας, όπου αποτυπώνεται η επιθυμία τού αποστολέα να συνδράμει στα έσοδα της Επιτροπής, δωρίζοντας αγροτεμάχια και οικόπεδα από την περιουσία του. Ακόμη, σε πρακτικό που προέρχεται από τον ίδιο «Κώδικα», με ημερομηνία 03-03-1904, μαρτυρείται ότι ο Μαρωνίτης Άγγελος Κωνσταντίνου δώρισε στην Επιτροπή έναν αγρό, ενώ σε άλλο πρακτικό τού «Κώδικα», με ημερομηνία 18-04-1904, γίνεται μνεία ετήσιας συνδρομής 5 χρυσών οσμανικών λιρών των ευπόρων Μαρωνιτών της οικογένειας Ζηρίνη προς την Εφοροεπιτροπή.   

4. Ελληνορθόδοξα εκπαιδευτικά ιδρύματα στον Ίασμο (Yassıköy)

4.1 Η διοίκηση στον Ίασμο

Ο Ίασμος (Yassıköy) ανήκε στην Επαρχία (Nahiye) Γιασί (Yassı) της Υποδιοίκησης (Kaza) Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine), που υπαγόταν στην ομώνυμη Διοίκηση (Sancak) Γκιουμουλτζίνε. Η τελευταία ήταν μία από αυτές που υπαγόταν διοικητικά στη Γενική Διοίκηση (Vilâyet) Αδριανουπόλεως (Edirne).

Στιγμιότυπο από την τελετή θεμελίωσης της Τσανακλείου Αστικής Σχολής, που ανεγέρθηκε χάρη στην προσφορά περί των 10.000 οσμανικών χρυσών λιρών από τον Μεγάλο Ευεργέτη Νέστορα Τσανακλή, ο οποίος εξασφάλισε και τη συντήρησή της με την ετήσια χορήγηση χρημάτων Προέλευση φωτογραφίας: Αρχείο ΕΛΙΑ

4.2 Ίδρυση των σχολείων – Κτηριακές εγκαταστάσεις

Σε έκθεση της υφιστάμενης κατάστασης των οικισμών της Μητρόπολης Ξάνθης, που δημοσιεύθηκε αρχικά στο φύλλο τής, εκδιδόμενης στη Σμύρνη, εφημερίδας «Ανατολική Επιθεώρησις», με ημερομηνία 06-08-1885 και αναδημοσίευσε η, εκδιδόμενη στην Κωνσταντινούπολη, εφημερίδα «Ανατολικός Αστήρ», με ημερομηνία 18-02-1886, αναφέρεται ότι ο πληθυσμός του Γιασίκιοϊ (Ίασμος) ανέρχεται σε 1.064 ελληνορθόδοξους κατοίκους, ενώ γίνεται μνεία ενός σχολείου, πιθανότατα Αρρεναγωγείου, στο οποίο υπηρετούσε 1 δάσκαλος, που αμειβόταν ετησίως με 45 οσμανικές χρυσές λίρες, ενώ φοιτούσαν 60 μαθητές. Νεότερη έκθεση που δημοσιεύθηκε το έτος 1905 στο φύλλο 328 της αθηναϊκής εφημερίδας «Αγών», μαρτυρείται ότι ο πληθυσμός του Ιάσμου ανέρχεται σε 1.100 ελληνορθόδοξους κατοίκους, επιβεβαιώνεται η λειτουργία Αρρεναγωγείου με 1 δάσκαλο και 70 μαθητές, ενώ μαρτυρείται η λειτουργία Νηπιοπαρθεναγωγείου με 1 δασκάλα και 50 νήπια και μαθήτριες. Η νεότερη αυτή Έκθεση αποκαλύπτει ότι η ίδρυση του συστεγαζόμενου Παρθεναγωγείου με το Νηπιαγωγείο έγινε μετά από εκείνη του Αρρεναγωγείου, ενώ δεν είναι γνωστό το έτος ίδρυσης σε κανένα από τα δύο Εκπαιδευτήρια.

Το Αρρεναγωγείο ήταν διώροφο, βρισκόταν στον χώρο όπου σήμερα το μικρό άλσος πλάι στο κωδωνοστάσιο του Αγίου Νικολάου, ενώ στον όροφο διέθετε αμφιθεατρική αίθουσα εκδηλώσεων. Το Σχολείο κατεδαφίστηκε κατά τη Βουλγαρική Κατοχή στα 1941.

Το Παρθεναγωγείο είναι ισόγειο, βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου, ενώ σήμερα στεγάζονται σε αυτό τα Γραφεία του Πολιτιστικού Συλλόγου Ιάσμου.

Επιπλέον, όπως μαρτυρείται σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στο προαναφερόμενο φύλλο 328, της 30ής Ιουνίου του 1905 της εφημερίδας «Αγών», στην ίδια Επαρχία Γιασί (Yassı) επιβεβαιώνεται η λειτουργία κοινού σχολείου στο χωριό της Σάλπης (Sersallar ή Sasalli), στο οποίο φοιτούσαν 42 παιδιά, ενώ αναφέρεται η παρουσία ελληνικού πληθυσμού, που ανερχόταν σε 400 κατοίκους.

Τέλος, στο χωριό Σώστης (Susurköy) της ίδιας Επαρχίας Γιασί (Yassı) μαρτυρείται η, από το 1872, λειτουργία κοινοτικού σχολείου σε κελί της εκκλησίας, ενώ η ανέγερσή του πραγματοποιήθηκε μαζί με εκείνη του ναού κατά το έτος 1870. Η μαρτυρία αυτή προέρχεται από έγγραφο του Ιστορικού Αρχείου του Δημοτικού Σχολείου Σώστη με τίτλο «Έκθεσις παρά του σχολείου ως ζώντος οργανισμού», με ημερομηνία 31 Μαΐου 1953 και υπογράφεται από τον τότε διευθυντή κ. Δ. Καρπούζο.

5. Ελληνορθόδοξα εκπαιδευτικά ιδρύματα σε άλλους οικισμούς

Όπως μας πληροφορεί ο ιατρός Μ. Μελίρρυτος, σε μικρούς οικισμούς της περιοχής λειτουργούσαν κοινά σχολεία, στα οποία διδασκόταν η ελληνική γλώσσα από τους τοπικούς εφημέριους των ναών ή, στα μεγαλύτερα χωριά, από δασκάλους, ενώ ο εκάστοτε Επίσκοπος φρόντιζε για τη λειτουργία των σχολείων αυτών, προσφέροντας οικονομικές επιχορηγήσεις. Επιπροσθέτως, ο Μελίρρυτος τονίζει τη μεγάλη επιρροή που δέχονταν οι κάτοικοι των βουλγαρόφωνων οικισμών της περιοχής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, γεγονός που δικαιολογεί τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα κοινά σχολεία που λειτουργούσαν στα χωριά αυτά.

Στην Επαρχία (Nahiye) Μαρούνιγιε (Maruniye), λειτουργούσαν κοινά σχολεία στα ακόλουθα χωριά:

  1. Στο βουλγαρόφωνο χωριό των Προσκυνητών (Hacılar), στο οποίο κατοικούσαν γύρω στις 60 χριστιανικές οικογένειες και 10 τουρκικές, ενώ στο σχολείο δίδασκε ο εκάστοτε εφημέριος,
  2. στο βουλγαρόφωνο χωριό της Ξυλαγανής (Kuşhanlı), όπου μαρτυρούνται γύρω στα 100 σπίτια,
  3. στο χωριό Στρύμη (Çadırlı), στο οποίο επιβεβαιώνονται περί τις 100 κατοικίες,
  4. στη Διώνη (Karaağaçköy), όπου υπήρχαν γύρω στα 60 σπίτια
  5. και στο βουλγαρόφωνο χωριό της Κρωβύλης (Karakurcalı), όπου μαρτυρούνται περί τις 50 κατοικίες.

Στην Επαρχία (Nahiye) Κουρά-ι Τζεντίντ (Kurâ-ı Cedid), λειτουργούσαν κοινά σχολεία στα ακόλουθα χωριά:

  1. Στο εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό Ποντίκια (Sıçanlık), όπου κατοικούσαν περί τις 180 οικογένειες
  2. και στο Μοναστήρι (Manastır), στο οποίο επιβεβαιώνονται γύρω στις 90 κατοικίες.

Ακόμα, στην Επαρχία (Nahiye) Σαμπχανέ (Şabhâne) λειτουργούσε κοινό σχολείο στη Γρατινή (Ağrıcanhisar), όπου υπήρχαν περί τις 50 κατοικίες.

Τέλος, στην Επαρχία (Nahiye) Σεχρ (Sehr) ή Σεχίρ (Sehir) λειτουργούσαν κοινά σχολεία στα ακόλουθα χωριά:

  1. Στην Καρυδιά (Kozluköy), στην οποία μαρτυρούνται γύρω στα 50 σπίτια.
  2. Τελευταία και διεξοδικότερη αναφορά του Μελίρρυτου γίνεται στο Κόσμιο (Küçükköy), στο οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη 80 περίπου εστιών και μας αποκαλύπτει πως όλοι οι κάτοικοι μιλούν την ελληνική γλώσσα, ενώ δεν μαρτυρεί τη λειτουργία σχολείου. Το γεγονός αυτό αποδίδεται σε παράλειψη του συγγραφέα, αφού στον συνοπτικό κατάλογο με τίτλο «Γενικός Πίναξ των εν τη θεοσώστω επαρχία Μαρωνείας ευρισκομένων πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων. Α΄. Νομός ή Καζάς Γιμουρτζίνης», τον οποίο παραθέτει στο τέλος του βιβλίου του, αναφέρεται ευκρινώς η ύπαρξη σχολείου. Αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και στο βιβλίο «Κοσμιώτες: Σάιοι ή Κίκονες – Ιστορία, μνημεία, παραδόσεις» του ερευνητή κ. Δημητρίου Αρσενίου, όπου, σε προφορική μνεία γερόντων Κοσμιωτών που διέσωσε, αναφέρει ότι το 1884 κτίστηκε σχολείο, δίπλα στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, με πρωτοβουλία τού τότε ιερέα Δημήτριου Παπαδημητρίου και της δημογεροντίας του Κιουτσούκιοϊ. Η εκκλησία και οι κάτοικοι του χωριού κάλυψαν τις δαπάνες ανέγερσης του διδακτηρίου, καθώς επίσης και τη μηνιαία μισθοδοσία του δασκάλου, ύψους 4 χρυσών λιρών, ενώ το 1895 προσέλαβαν έτερο δάσκαλο, την αμοιβή του οποίου ανέλαβε να καταβάλει μηνιαίως ο Κομοτηναίος ευεργέτης σ Τσανακλής.

*Ο Ιωάννης Σιγούρος είναι εκπαιδευτικός. Το παρόν κείμενό του εκφωνήθηκε στην εκδήλωση προς τιμήν του ευεργέτη της Κομοτηνής, Νέστορα Τσανακλή, που διοργάνωσε η Αντιδημαρχία Πολιτισμού Κομοτηνής, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Βυζαντινού Φρουρίου και ο Σύλλογος Συνοικισμού Ρέμβης, την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024, ανήμερα της εορτής του Αγίου Νέστορος, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής – Τσανάκλειο Μέγαρο.

Δείτε το Ρεπορτάζ τη εκδήλωσης εδώ

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.