Η «Μπιμπι-λα-Μπιμπιστ»… ενα αναγνωσμα «ραμμενο» στα μετρα σου
Υπάρχει μια σχεδόν τελετουργική απόλαυση στη στιγμή που ο αναγνώστης πιάνει ένα νέο βιβλίο στα χέρια του. Αγγίζει με τις άκρες των δακτύλων του την υφή του χαρτιού, ανοίγει διστακτικά τις σελίδες, εισπνέει εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά που μοιάζει να συνοψίζει μνήμες, γνώσεις και υποσχέσεις. Είναι μια μικρή μυσταγωγία, μια άυλη μαγεία, που, ευτυχώς, καμία τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει ακόμη καταφέρει να μας στερήσει.
Στην περίπτωση τού «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ», αυτής της δίγλωσσης έκδοσης που κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις Στίλβη, η «μαγεία» ξεκινά ήδη από το εξώφυλλο: μια γυναίκα που κουμπώνει τα μποτίνια της, μια αρμονική διχρωμία μοβ και μαύρου, μια ραφή στη ράχη προσεκτικά τοποθετημένη, ώστε να γίνεται μέρος της αφήγησης. Το βιβλίο εγκαινιάζει τη νέα σειρά «Συλλεκτικά», μια σειρά, που, όπως σημειώνει η εκδότρια και μεταφράστρια Μαρία Γυπαράκη, «φιλοδοξεί να γνωρίσει στο κοινό σπάνια “γνωστά-άγνωστα” κείμενα, τα οποία διαμόρφωσαν κινήματα και ιδεολογίες, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα τους».
Και πράγματι, ακόμη και η ίδια η βιβλιοδεσία της έκδοσης κρύβει μια μικρή ιστορία: ποιος θα φανταζόταν πως κάθε ένα από τα αντίτυπα «δέθηκε» στο χέρι, στο τσαγκαράδικο του κυρ-Παναγιώτη στα Εξάρχεια; Μια χειροποίητη φροντίδα που γίνεται αμέσως αισθητή και διακριτή.
Το μικρότερο μυθιστόρημα, με τις πιο «μεγάλες» ιστορίες
Η «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ», που το βασικό της κείμενο δεν ξεπερνά τις 40 σειρές, θεωρείται το συντομότερο μυθιστόρημα της γαλλικής λογοτεχνίας και ένα από τα πλέον σύντομα της παγκόσμιας. Αυτό το ελάχιστο σε έκταση κείμενο στάθηκε αρκετό, για να θρέψει έναν θρύλο που μέχρι σήμερα δεν έχει πάψει να προκαλεί.
Προθάλαμος σε αυτήν τη συναρπαστική αφήγηση αποτελεί το ιδιαιτέρως διαφωτιστικό εισαγωγικό σημείωμα της Μαρίας Γυπαράκη. Μας προσφέρει τα «εργαλεία» εκείνα για να προσεγγίσουμε τη Raymonde Linossier, μια συγγραφική μορφή τόσο σαγηνευτική όσο και μυστήρια. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλαμβανόμαστε το δίκτυο επιρροών και σχέσεων μέσα στο οποίο κινήθηκε: φίλη του συνθέτη Φράνσις Πουλένκ και του ποιητή και δοκιμιογράφου Λεόν-Πολ Φαργκ, η Linossier άφησε πίσω της ένα έργο αινιγματικό, ταυτόχρονα όμως «παιγνιώδες» και σκοτεινά, παραδόξως, φωτεινό.
Το μυστήριο της «Μαύρης Βιολέτας»
Ο χαρακτηρισμός που της είχε δώσει ο Φαργκ, «Μαύρη Βιολέτα», δεν ήταν τυχαίος. Όπως μας μεταφέρει η μεταφράστρια, η νεαρή Raymonde, μόλις 20 ετών και φοιτήτρια της νομικής, εμφανίστηκε ένα πρωί στο βιβλιοπωλείο της Αντριέν Μονιέ, ζητώντας… έναν τυπογράφο. H Μονιέ, σημειωτέον, υπήρξε εμβληματική μορφή της γαλλικής διανόησης και ιδιοκτήτρια του περίφημου βιβλιοπωλείου «Librairie de l’Odéon», το οποίο μαζί με εκείνο της συντρόφου της Σύλβια Μπιτς (“Shakespeare and Company”) λειτούργησαν ως φυτώρια λογοτεχνικών πειραματισμών, αναδεικνύοντας τα μεγαλύτερα γαλλόφωνα και αγγλόφωνα ονόματα του 20ού αιώνα.
«H Ρεϊμόντ Λινοσιέ πέρασε, ένα πρωί, το κατώφλι του βιβλιοπωλείου […]. Ξεκίνησε ζητώντας μου τη διεύθυνση ενός τυπογράφου στον οποίο θα μπορούσε να εμπιστευτεί την εκτύπωση ενός μυθιστορήματος. Όταν πρόφερε τη λέξη “μυθιστόρημα”, χαμογελούσε πονηρά με νόημα […]”», σχολιάζει η Μονιέ. Πληροφορούμαστε, επίσης, από το εισαγωγικό σημείωμα πως τη χρηματοδότηση της έκδοσης είχε αναλάβει η αδερφή της Linossier –το μυθιστόρημα εξάλλου φαινόταν πως ήταν γραμμένο από τις αδελφές Χ.
Τον Φεβρουάριο του 1918, το μικρό αυτό κείμενο τυπώθηκε σε μόλις 50 αντίτυπα από τον καλλιτέχνη-τυπογράφο Πολ Μπιρό, αγαπημένο συνεργάτη του Απολλιναίρ. Το βιβλίο προσέλκυσε σύντομα τη διανόηση του Παρισιού και βρέθηκε ακόμη και στα χέρια του Έζρα Πάουντ, ο οποίος εντυπωσιάστηκε τόσο, ώστε να το ανατυπώσει στο “Little Review”. Ήταν ένα «τεχνούργημα» απόλυτα χειροποίητο, αφοσιωμένο στην ομορφιά της μικρής λεπτομέρειας∙ ένα έργο που, όπως είπε αργότερα η Αντριέν Μονιέ, έγινε «πηγή δημιουργικής και ψυχαγωγικής έμπνευσης».
Στο ίδιο το μυθιστόρημα, η Μπιμπί εμφανίζεται σαν μια φιγούρα που ζει στο διηνεκές. Δεν έχει χρόνο, δεν έχει χώρο, γεννήθηκε «όπως όλα τα παιδιά του κόσμου» και, με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, παραμένει παρούσα στον χρόνο. Η ζωή της είναι διάστικτη από κενά, κενά που δεν κουράζουν, αλλά γοητεύουν∙ ένα νήμα που ο αναγνώστης καλείται να τραβήξει, για να δημιουργήσει τις δικές του ερμηνείες.
Η αποσπασματικότητα της αφήγησης λειτουργεί τελικά συνθετικά. Αυτό που δίνει ιδιαίτερο βάρος στο κείμενο είναι τα σχόλια του παντογνώστη αφηγητή, που τίθενται μέσα σε παρενθέσεις και σημαίνονται με μοβ χρώμα –ένα χρωματικό παιχνίδι που επανέρχεται και στους τίτλους των κεφαλαίων.
Η Μπιμπί ήταν, πάνω από όλα, ένα πλάσμα ανοιχτό: στα συναισθήματα, στον έρωτα, στο πεπρωμένο. Ένα πλάσμα που ξεφεύγει από χρονικά και λογοτεχνικά πλαίσια, αφήνοντας πίσω της ένα λεπτό, αλλά έντονο άρωμα μυστηρίου.
Η Μπιμπί του 2025
Η έκδοση αυτή, όμως, δεν σταματά στην «αναβίωση» του έργου της Linossier. Στο επίμετρο που φιλοξενείται στις τελευταίες σελίδες, ο ποιητής Αλέκος Λούντζης συνομιλεί ποιητικά με την Μπιμπί, δημιουργώντας μία «B.B._2025». Δεν πρόκειται για μια απλή άσκηση δημιουργικής γραφής, αλλά για μια προσπάθεια να μεταφερθεί η ηρωίδα στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, να διατηρήσει το μυστήριό της, ενώ ταυτόχρονα ξαναγεννιέται για τις ανάγκες ενός νέου κοινού.
Με αυτόν τον τρόπο, η Μπιμπί αποκτά ένα είδος «δεύτερης ζωής», μια αναβίωση που διατηρεί ανέπαφο τον πυρήνα της, αλλά τον εντάσσει στο σήμερα, στον κόσμο όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά και η αφήγηση παίρνει νέες μορφές.
Η «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ» είναι ένα από αυτά τα παράξενα, μικρά «θαύματα» της λογοτεχνίας που δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο. Σύντομο, αλλά ανεξάντλητο. Μυστήριο, αλλά διαυγές. Παιγνιώδες, μα και βαθύ. Ένα κείμενο που μοιάζει σχεδιασμένο να το κρατήσεις κοντά σου, να το ανοίξεις ξανά και ξανά, να σου αποκαλύψει κάθε φορά μια άλλη πλευρά της λάμψης του. Είναι, με άλλα λόγια, ένα βιβλίο «ραμμένο» στα μέτρα του καθενός και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστικό της μικρής, ανεξιχνίαστης Μπιμπί.
Η αινιγματική Raymonde Linossier
Η Raymonde Linossier, κόρη αστικής οικογένειας από τη Λυών, θα υπηρετήσει ως βοηθός-νοσοκόμα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το πέρας του, θα σπουδάσει νομικά και θα πάρει άδεια δικηγόρου. Το επάγγελμά της δεν θα το ασκήσει ποτέ. Μέλος του «Conseil national des femmes françaises» (CNFF) –σημαντικός οργανισμός για τα γυναικεία δικαιώματα–, η Linossier θα στραφεί στις ανατολικές μελέτες και θα εργαστεί μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της στο Musée national des arts asiatiques – Guimet (Εθνικό Μουσείο Ασιατικών Τεχνών – Γκιμέ). Υπήρξε συγγραφέας της μεσοπολεμικής γαλλικής πρωτοπορίας, με μοναδικό της μυθιστόρημα την «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
