Γνωριμια με τον μουσικο Γιωργο Κωστογιωργη και τα «Ανανθα χρονια» του

«Είναι περίεργες οι εποχές, αλλά θα τα καταφέρουμε»

«Όταν διαβάζω ένα ποίημα και μου αρέσει πάρα πολύ, το αισθάνομαι αμέσως σαν τραγούδι»

Τον Γιώργο Κωστογιώργη, έναν νέο μουσικό απ’ τη Θεσσαλονίκη, «συνάντησε» ο Γιάννης Τζούφας στα ερτζιανά του Ράδιο Παρατηρητής από όπου μας μίλησε  για τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Μία συζήτηση για θέματα μουσικής και ποίησης, παρόντος και παρελθόντος…

Ας διαβάσουμε τι είπαν…

ΠτΘ: Τι σημαίνουν για σένα «Τα άνανθα χρόνια» σου;

Γ.Κ.: «Τα άνανθα χρόνια μου», είναι ένας στίχος του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, που λέει ότι «από τα διαμάντια δεν βγαίνει τίποτα, απ’ την κοπριά τα λουλούδια». Κάπως έτσι το εμπνεύστηκα. Είναι στίχος του Ρήγα Γκόλφη, «τα άνανθα χρόνια μου», αλλά συνδέεται με αυτόν τον στίχο που προανέφερα, του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ. Ήταν μία περίοδος δύσκολη για μένα. Μία περίοδος που βίωνα ένα τέλος εποχής για τη Θεσσαλονίκη μου. Έκλεινε ένας μεγάλος κύκλος, οπότε ήταν μία περίοδος άνανθη, αλλά συγχρόνως πάρα πολύ ανθισμένη. Η πιο ανθισμένη περίοδος της ζωής μου, γεμάτη έμπνευση. Αυτό το άλμπουμ ήταν η απάντησή μου σε όλα όσα ένιωθα.

ΠτΘ: Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια ότι έχει πάρει λίγο την κατιούσα. Έχεις παρατηρήσει κάτι τέτοιο;

Γ.Κ.: Η Θεσσαλονίκη δεν έχει καμία σχέση με τη Θεσσαλονίκη του 2018-19, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό. Πέρα από το ότι έκλεισαν πάρα πολλά μαγαζιά, τα οποία δεν άνοιξαν ξανά, γιατί δεν άντεξαν το βάρος της καραντίνας, αισθάνομαι ότι υπάρχει και ένας άλλος αέρας πλέον στην πόλη. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Είναι ένα μείγμα, το κλείσιμο των μαγαζιών και το γεγονός ότι πάρα πολύς -νέος ηλικιακά- κόσμος πάει στην Αθήνα. Είναι μονόδρομος η Αθήνα για όσους ασχολούνται με το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική. Η Θεσσαλονίκη ήταν η βασική πηγή  τροφοδοσίας της ελληνικής μουσικής σκηνής το ’90. Ήταν οι «Χειμερινοί Κολυμβητές», τα «Ξύλινα Σπαθιά», ήταν η Lyra, ο Παπάζογλου… Σκέψου ότι τώρα δεν υπάρχει μία μεσαία σκηνή στο κέντρο της πόλης, αν θέλεις να παίξεις σε ένα μαγαζί χωρητικότητας 150 ατόμων.

«Δεν μπορώ να αφήσω τη Θεσσαλονίκη»

ΠτΘ: Και σε εμάς τους  ανθρώπους της βόρειας Ελλάδας, πάντα η Θεσσαλονίκη μας έκλεινε το μάτι να πλησιάσουμε γι’ αυτά που θέλουμε να κάνουμε και φαντάζομαι ότι και σε εσάς, αντίστοιχα, έκλεινε το μάτι η Αθήνα. Πιστεύεις ότι η πρωτεύουσα έχει περισσότερες δυνατότητες; Θέλεις να κατέβεις στην Αθήνα;

Γ.Κ.: Θα σου αναφέρω απλά ότι ξεκινήσαμε «Τα άνανθα χρόνια μου», το δεύτερο προσωπικό μου άλμπουμ, τέσσερα άτομα σαν βασικός πυρήνας και μέσα σε έναν χρόνο που μεσολάβησε με τις ηχογραφήσεις, τις μίξεις και όλη τη διαδικασία παραγωγής του δίσκου, οι τρεις έφυγαν στην Αθήνα. Είμαι σε σκέψεις, δεν μπορώ να αφήσω τη Θεσσαλονίκη για διάφορους λόγους. Την αγαπώ πολύ, αλλά σίγουρα πρέπει κάπως να μοιράσω τον χρόνο ανάμεσα στις δύο πόλεις.

ΠτΘ:  Ήθελα να εστιάσω στους συνεργάτες σου και μιας και βρισκόμαστε στην «πρώτη σκέψη», θέλω να μου πεις την δική σου πρώτη σκέψη γι’ αυτούς που ερμήνευσαν μαζί σου τα τραγούδια του δίσκου, τον Αργύρη Μπακιρτζή, τον Φοίβο Δεληβοριά και την Κατερίνα Σισίννι, αλλά και τους υπόλοιπους συντελεστές που βοήθησαν για να βγει αυτός ο δίσκος.

Γ.Κ.: Αρχικά θα πω πρώτα για την Κατερίνα Σισίννι, η οποία είναι τραγουδίστρια στους “Speakeasies’ Swing Band” -μία μπάντα που είναι από τη Θεσσαλονίκη και κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Όποτε σκέφτομαι να γράψω ένα τραγούδι για γυναικεία φωνή σκέφτομαι την Κατερίνα. Έχουμε πάρα πολύ στενές σχέσεις, μας ενώνουν πάρα πολλά πράγματα, αλλά χωρίς να το επιδιώξω, πάντα όταν γράφω για γυναικεία φωνή σκέφτομαι την Κατερίνα. Με τον Φοίβο Δεληβοριά συνδεόμασταν οικογενειακά. Από μικρή ηλικία τον θυμάμαι να περνάμε πολύ χρόνο μαζί και πολύ όμορφες στιγμές και με συγκίνησε πάρα πολύ η συνάντησή μας στο στούντιο. Θυμάμαι, όταν ήμουν 8-9 χρονών που καθόμασταν στο πιάνο και μου μάθαινε τον «καθρέφτη» του, οπότε όταν καθίσαμε κάποια στιγμή στο πιάνο και μαθαίναμε κάποια δικά μου τραγούδια καταλαβαίνεις ότι αυτό ήταν κάτι πολύ συγκινητικό για μένα. Απ’ την άλλη με τον Αργύρη Μπακιρτζή -κάποιοι το γνωρίζουν περισσότερο, κάποιοι λιγότερο- μας συνδέουν πάρα πολλά σε αυτή τη ζωή. Εννοείται, πρέπει να αναφερθώ και σε δύο ανθρώπους που χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε να γίνει το άλμπουμ, τον Πάνο Βουλγαράκη στο κοντραμπάσο, το synth bass και το ηλεκτρικό μπάσο και τον Γρηγόρη Οικονόμου, έναν από τους κορυφαίους ντράμερ της χώρας στα τύμπανα, με τους οποίους ουσιαστικά ξεκινήσαμε το όλο εγχείρημα.

«Η εποχή του μεσοπολέμου έχει μία υπέροχη μουσικότητα»

ΠτΘ: Στον δίσκο ακούμε 14 τραγούδια από 6 ρομαντικούς ποιητές του μεσοπολέμου, πέρα από την Emily Dickinson. Απορρέει από κάπου αυτή η αγάπη σου για αυτή την εποχή του μεσοπολέμου;

Γ.Κ.: Η αγάπη αυτή ξεκίνησε εξαιτίας της μητέρας μου, η οποία στην Β’ Γυμνασίου μου έδωσε τη συγκεντρωτική έκδοση με τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Τρελάθηκα, τον ερωτεύτηκα! Ερωτεύτηκα αυτή την εποχή για την ποίησή της, αλλά και την αρχιτεκτονική της. Έγινε σαν στάση ζωής όλο αυτό. Μετά τον Λαπαθιώτη αναζήτησα τους υπόλοιπους ποιητές της εποχής.

ΠτΘ: Πώς γράφεις μουσική για τα αγαπημένα σου ποιήματα; Διαβάζεις πρώτα την ποίηση και μετά σου έρχεται η μελωδία ή υπάρχει πρώτα η μελωδία και ύστερα την προσαρμόζεις σε ένα αγαπημένο σου ποίημα;

Γ.Κ.: Απλά όταν διαβάζω ένα ποίημα και μου αρέσει πάρα πολύ, το αισθάνομαι αμέσως σαν τραγούδι, το τραγουδάω. Με το που το διαβάσω και το αγαπήσω και με αγγίξει και με γοητεύσει το αντιλαμβάνομαι σαν τραγούδι πλέον και όχι σαν ποίημα. Αυτή η εποχή έχει μία υπέροχη μουσικότητα, μια μελωδία στα λόγια. Το διαβάζω και πηγαίνω κατευθείαν στο πιάνο. Με εμπνέει το ποίημα και το ντύνω κατευθείαν με μουσική.

ΠτΘ: Παρατηρώ ότι η μελοποιημένη ποίηση έχει βρει τον χώρο της στην ελληνική μουσική σκηνή. Βλέπουμε πολλούς νέους καλλιτέχνες να μελοποιούν ποίηση, ο καθένας με το δικό του διαφορετικό στυλ. Ακούς αυτή τη μουσική από τους συναδέλφους σου; Ποια η γνώμη σου γι’ αυτό το νέο ρεύμα;

Γ.Κ.: Ναι, ακούω τους φίλους και τους εκτιμώ πολύ. Τους “Usurum”, για παράδειγμα, που κινούνται σε αυτά τα μονοπάτια. Νομίζω η ποίηση του μεσοπολέμου αξίζει να αναδειχθεί. Έχει υποτιμηθεί πολύ η ποίηση εκείνης της εποχής. Στους λογοτεχνικούς κύκλους τη δεκαετία του ’90, ας πούμε ότι χλευάστηκε αρκετά. Από προσωπική έρευνα που έχω κάνει μπορώ να πω ότι, όταν υπήρχε ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης, οι εκδότες γελούσαν μεταξύ τους με τον Άγρα και τον Γκόλφη. Χαίρομαι πάρα πολύ που είναι εδώ αυτή η ποίηση, που μέσα από τις μουσικές τους κάποιοι άνθρωποι την ξαναγεννούν, την ξαναπαρουσιάζουν. Είναι πάρα πολύ σημαντικό.

«Ζω αρκετά στο παρελθόν κι αυτό με ικανοποιεί»

ΠτΘ: Βλέπω ότι σου αρέσει πάρα πολύ το παρελθόν, νοσταλγείς μέσα από αυτό και το φέρνεις στην επιφάνεια. Νιώθεις ότι ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη νέα προσωπική σου νότα πάνω σε αυτά τα ζητήματα του παρελθόντος; 

Γ.Κ.: Κάποιοι γελάνε -και δεν το λέω κακοπροαίρετα-, γιατί με βλέπουν ότι ασχολούμαι πάρα πολύ με το παρελθόν, αλλά έχοντας ενωθεί με τους κατάλληλους ανθρώπους αισθάνομαι ότι ζω αρκετά στο παρελθόν κι αυτό με ικανοποιεί. Για παράδειγμα, με τον φίλο μου τον Κοσμά ανακατασκευάζουμε ράδιο-πικάπ, ραδιόφωνα, γραμμόφωνα του ’30 και του ’40, οπότε προσπαθώ όσο μπορώ να δείχνω αυτή την αγάπη μου για τις περασμένες δεκαετίες σε ό,τι κάνω σήμερα. Αν  το πετυχαίνω ή όχι δεν το ξέρω…

ΠτΘ: Κι εγώ προσωπικά βρίσκω θαλπωρή και στέγη στον παρελθοντικό χρόνο, μιλώντας για μουσική, για ποίηση, για κινηματογράφο και έτσι ξεφεύγω από την σημερινή πραγματικότητα. Το βιώνεις κι εσύ αυτό; Ξεφεύγεις έτσι από την καθημερινότητα, το άγχος και τις ανασφάλειες;

Γ.Κ.: Εννοείται αυτό! Αυτά είναι η διαφυγή μου, ο τρόπος να ξεφεύγω και να ξεχνιέμαι, γι’ αυτό και ασχολούμαι. Αισθάνομαι ότι ταξιδεύω σε μία εποχή όπου τα πράγματα -ας μην εθελοτυφλούμε- ήταν επίσης πολύ δύσκολα, αλλά που υπήρχε μία αισθητική, μία γοητεία, μία αλήθεια.

«Μου αρέσει πάρα πολύ το limited edition»

ΠτΘ: Πού μπορούμε να ακούσουμε «Τα άνανθα χρόνια μου»;

Γ.Κ.: Υπάρχει σε όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες και κυκλοφορεί σε πολύ περιορισμένο αριθμό βινυλίων, από τα οποία έχουν εξαντληθεί τα μισά και δεν θα επανεκτυπωθεί. Μου αρέσει πάρα πολύ το limited edition.

ΠτΘ: Το EP που κυκλοφόρησες με τα δύο τραγούδια;

Γ.Κ.:  Είναι και αυτό επίσης κάτι που έχει σχέση με το παρελθόν, καθώς είναι κάτι που το έκαναν πολύ συχνά τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Κυκλοφορούσαν δισκάκια σαν προάγγελο του επερχόμενου άλμπουμ. Κυκλοφόρησαν 50 δισκάκια αριθμημένα, διάφανα και χειροποίητα, τα οποία έχουν εξαντληθεί. Σε κάθε δισκάκι μέσα έχει γραμμένη σε γραφομηχανή μία οδό της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης με κτίρια που με γοητεύουν πάρα πολύ.

ΠτΘ: Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας μία «πρώτη σκέψη» σου;

Γ.Κ.: Πρέπει να ζήσουμε, με την έννοια του να κάνουμε αυτό που αγαπάμε για να αντέξουμε. Είναι περίεργες οι εποχές, αλλά θα τα καταφέρουμε. Και ό,τι και αν συμβεί να μην ξεχνάμε, καλύτερα ένας μάταιος αγώνας παρά μια μάταιη ζωή. Ό,τι κι αν συμβεί εμείς πρέπει να είμαστε εκεί.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.