Γιαννης Καλαβριανος: «Η Κομοτηνη ειναι ενα δευτερο καλλιτεχνικο μου σπιτι»
Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση της παράστασης «Γιοί και Κόρες» στην Κομοτηνή, ο Γιάννης Καλαβριανός επιστρέφει στην πόλη όπου η παράσταση πρωτογεννήθηκε, κουβαλώντας μαζί του μια διαδρομή που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τη δική του επαγγελματική πορεία.
Λίγο πριν την μεγάλη πρεμιέρα αυτή τη φορά στην σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της παράστασης, μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm» για τη στενή σχέση που έχει αναπτύξει με την Κομοτηνή, τις πραγματικές ιστορίες ανθρώπων που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη της παράστασης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η συνάντηση της προσωπικής μνήμης με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δημιουργεί μια διαφορετική αφήγηση της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Παρουσιάζοντας την σημερινή «εκσυγχρονισμένη» μορφή της παράστασης, το πώς η ίδια η παράσταση άλλαξε μέσα στα χρόνια, αλλά και για το πώς ο ίδιος, μέσα από αυτήν, έμαθε να κατανοεί βαθύτερα τους ανθρώπους και τις επιλογές τους.
Γιάννης Καλαβριανός όμως…
ΠτΘ: κ.Καλαβριανέ η Κομοτηνή θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα δεύτερο καλλιτεχνικό σας σπίτι. Επιστρέφετε συχνά σε αυτή;
Γ.Κ.: Μετά την Αθήνα, η Κομοτηνή και η Θεσσαλονίκη, που είναι ο τόπος της δικής μου καταγωγής, είναι οι πόλεις όπου πάντα, τα τελευταία 14-15 χρόνια, πηγαίνουμε τις παραστάσεις και χαιρόμαστε, γιατί δημιουργείται έτσι και μία σταθερή σχέση. Δηλαδή, όταν τελειώνουμε από την Αθήνα ή όταν ξεκινάμε, πάντως σε σχέση με την παράσταση της Αθήνας, ερχόμαστε και στην Κομοτηνή.
Και χαιρόμαστε γιατί εδώ οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο ζεστοί, και οι άνθρωποι του θεάτρου, του ΔΗΠΕΘΕ, αλλά και οι θεατές, που πια έχουμε κάνει φίλους. Δηλαδή, δεν είναι απλώς ότι πηγαίνεις σε ένα μέρος, παίζεις μία παράσταση και φεύγεις.
«Μία εναλλακτική αφήγηση της ιστορίας της χώρας των τελευταίων 100 χρόνων, από τη μεριά των απλών ανθρώπων»
ΠτΘ: Η παράσταση «Γιοί και Κόρες» που θα δούμε ξανά το τριήμερο στο Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής έχει ακριβώς αντίθετη πορεία. Ξεκίνησε από την Κομοτηνή, έφτασε έως την Αθήνα και ξεπέρασε κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα…
Γ.Κ.: Η «Γιοί και Κόρες» είναι μία παράσταση η οποία ξεκίνησε το 2012. Ήταν παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής και έγινε μετά από ανάθεση του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή, του κ. Θεοδωρή Γκόνη.
Η ιδέα ήταν να φτιάξουμε μία παράσταση βασισμένη σε πραγματικές ιστορίες ηλικιωμένων ανθρώπων, στους οποίους απευθύναμε την ίδια ερώτηση: «Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις μία ιστορία από όλη σου τη ζωή, ποια θα ήταν αυτή;», χωρίς να τους δίνουμε καμία άλλη οδηγία.
Ο καθένας θυμήθηκε και ξεχώρισε την ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί. Εμείς, οι ηθοποιοί της παράστασης και εγώ, επί 15 μήνες, μαζεύαμε ιστορίες. Στήναμε ένα ακίνητο πλάνο, μία κάμερα, βάζαμε μία φωτογραφική μηχανή και όποιος ήθελε να μιλήσει, μας έλεγε μία ιστορία.
Μετά εγώ πήρα αυτές τις ιστορίες, τις έβαλα σε χρονολογική σειρά και φτιάχτηκε μία παράσταση που ξεκινά περίπου από το 1920. Δηλαδή, διατρέχει τα τελευταία 100 χρόνια της ζωής στην Ελλάδα, αλλά όχι από τη μεριά της επίσημης εξιστόρησης των γεγονότων. Από τη μεριά των απλών, καθημερινών ανθρώπων.
Δηλαδή όλων εμάς, που η Ιστορία ποτέ δεν θα γράψει τις ιστορίες μας, δεν θα τις καταγράψει, αλλά ουσιαστικά εμείς είμαστε αυτοί που προχωράμε τη ζωή σε αυτή τη χώρα. Έτσι, ουσιαστικά έγινε μία εναλλακτική αφήγηση της ιστορίας της χώρας των τελευταίων 100 χρόνων, από τη μεριά των απλών ανθρώπων.
Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι όλες αυτές οι ιστορίες που μας είπαν οι άνθρωποι διαδραματίζονταν παράλληλα με γνωστά ιστορικά γεγονότα.
Ουσιαστικά λέμε τις ζωές των ανθρώπων, οι οποίες όμως επηρεάστηκαν από την Ιστορία. Δηλαδή κάποιος έφευγε, μετανάστευε και την ίδια στιγμή ανέβαινε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία το ’81. Υπήρχαν πένθη και ταυτόχρονα υπήρχε η Μεταπολίτευση.
Όλες οι ιστορίες βρίσκονται σε συνάφεια με γνωστά ιστορικά γεγονότα. Και λέμε, στην πραγματικότητα, το πώς κυλάει η ζωή όταν η επίσημη Ιστορία γράφει τις γνωστές σελίδες που όλοι ξέρουμε.
Έτσι έχουμε ιστορίες που διαδραματίστηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, ιστορίες από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, μετά από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, μέχρι και την τελευταία ιστορία, η οποία διαδραματίστηκε στο πρώτο lockdown, όταν ξέσπασε ο Covid.
Το πολύ ωραίο με την Κομοτηνή είναι ότι, όταν παίξαμε την πρώτη παράσταση στο ΔΗΠΕΘΕ, ήρθαν θεατές και μας έλεγαν: «Ρε παιδιά, άμα ξέραμε ότι λέτε ιστορίες, θα λέγαμε και εμείς τις δικές μας». Και λέμε: «Πείτε τες».
Οπότε στήναμε ξανά κάμερες, μαζεύαμε κι άλλες ιστορίες. Και μετά έρχεται το Φεστιβάλ Αθηνών, γιατί είχε ακούσει για την παράσταση, είχαν γραφτεί και πολύ καλά λόγια, και μου δίνει την ανάθεση να κάνουμε την παράσταση για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.
Και έτσι βάζουμε στις παλιές ιστορίες και τις καινούργιες που είχαμε ακούσει στην Κομοτηνή. Και αυτό συνεχιζόταν. Δηλαδή μετά το Φεστιβάλ ήρθαν κι άλλοι άνθρωποι και είπαν ιστορίες. Ουσιαστικά παίζουμε την παράσταση και μαζεύουμε καινούργιες ιστορίες από τους καινούργιους θεατές.
«Η παράσταση που με έβαλε στον επαγγελματικό χάρτη»
ΠτΘ: Ίσως ήταν και αυτό ένα από τα βασικά στοιχεία της επιτυχίας της παράστασης, το γεγονός δηλαδή ότι οι θεατές μπορούσαν μέσα στις προσωπικές ιστορίες που ακούγονταν επί σκηνής να δουν και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Γ.Κ.: Ακριβώς αυτό. Γιατί είναι πράγματα με τα οποία όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε. Αυτές οι αφηγήσεις είχαν μικρά περιστατικά. Δηλαδή όταν λες στον άλλον μία ιστορία από τη ζωή σου, λες χαρές, λες πένθη, λες αποτυχίες. Λες πράγματα που όλοι έχουμε, αν όχι τα ίδια, αντίστοιχα.
Οπότε είναι σαν οι θεατές να έμπαιναν πάντα μέσα, να γίνονταν ένα μέρος της παράστασης, πολύ πιο βασικό από ό,τι γίνεται συνήθως. Στο θέατρο πάμε, βλέπουμε μία παράσταση και φεύγουμε. Εδώ έβαζαν τον εαυτό τους μέσα.
Και έτσι αυτό συνεχιζόταν με τα χρόνια. Συγκεντρώναμε συνεχώς ιστορίες. Η παράσταση είχε πολύ μεγάλη απήχηση, ευτυχώς την αγκάλιασε το κοινό, πήραμε πολύ καλές κριτικές, μεταφράστηκε σε πέντε γλώσσες, το κείμενο παίχτηκε στο εξωτερικό, πήγαμε σε φεστιβάλ στο εξωτερικό.
Και ουσιαστικά είναι η παράσταση που εμένα με έβαλε στον επαγγελματικό χάρτη. Είναι μία παράσταση που μας έδωσε σε όλους τη δυνατότητα να υπάρχουμε σε αυτή τη δουλειά.
Πέρυσι την ξαναφτιάξαμε, 14 χρόνια μετά, και παίξαμε στην Αθήνα έναν ολόκληρο χρόνο σε ένα θέατρο. Φέτος συνεχίζουμε και, πριν ξεκινήσει η αθηναϊκή πρεμιέρα, είπαμε να κάνουμε ποδαρικό με την Κομοτηνή και φέτος.
ΠτΘ: Ποιες είναι οι διαφοροποιήσεις που θα δούμε τώρα στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής σε σχέση με την πρώτη εκδοχή;
Γ.Κ.: Θα δούμε άλλες ιστορίες από τις πρώτες. Δηλαδή θα δούμε καινούργιες ιστορίες. Κάποιες έχουν κρατηθεί από την αρχική εκδοχή, αλλά έχουν μπει και άλλες που δεν είχαμε παίξει στην Κομοτηνή.
Πέντε νέοι ηθοποιοί λένε τις ιστορίες των ηλικιωμένων ανθρώπων χωρίς να παίζουν τους ηλικιωμένους. Δηλαδή δεν βλέπεις μία νέα γυναίκα να κάνει ότι είναι μεγάλη. Είναι στην ηλικία της.
Και έτσι γίνεται και ένα περίεργο «κούνημα» με τον χρόνο. Είναι περίεργη αυτή η παράσταση, γιατί συνειδητοποιείς πως, ενώ είναι η ιστορία του παππού σου, θα μπορούσε να είναι και η δική σου. Και πιθανόν σε λίγα χρόνια να γίνει.
Δηλαδή είναι σαν να ενώνει τις γενιές. Εμένα με έκανε να συμφιλιωθώ και να καταλάβω τους γονείς μου, τους θείους μου, δηλαδή ανθρώπους για τους οποίους πάντα έλεγα: «Μα είναι δυνατόν; Τι κάνουν; Τι επιλογές είναι αυτές;». Και μετά, όταν ακούς την ιστορία τους με ησυχία, λες: «Μα ναι, τώρα καταλαβαίνω γιατί το έκαναν».
Ίσως αυτός να είναι ένας λόγος επιτυχίας της παράστασης. Ότι τελικά μας «ακουμπάει» και εμάς και τους θεατές με έναν άλλο τρόπο και όχι απλώς με την έννοια ότι θα έρθω και θα περάσω δύο ώρες σε μία αίθουσα.
Γινόμαστε όλοι μέρος αυτής της ιστορίας. Και έτσι έγιναν και οι άνθρωποι που μας είπαν τις ιστορίες. Άρχισαν να έρχονται στο θέατρο πολύ δειλά στην αρχή, γιατί δεν είναι εύκολο πράγμα να δεις τη ζωή σου πάνω στη σκηνή.
Να πω επίσης ότι στην παράσταση δεν αναφέρουμε τα πραγματικά ονόματα. Δηλαδή δεν είναι ντοκιμαντέρ. Δεν λέμε ότι είναι η ιστορία της τάδε οικογένειας, γιατί μας ενδιαφέρει η περίπτωση, όχι η συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανθρώπινη περίπτωση.
Μία απιστία, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να ξέρεις ποιο είναι το ονοματεπώνυμο των ανθρώπων. Είναι κάτι που το καταλαβαίνεις χωρίς να μάθεις το όνομα του αληθινού πρωταγωνιστή.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν έρχονταν πολύ δειλά στην αρχή και μετά ξεθάρρεψαν, όταν έβλεπαν ότι και εμείς με πολύ διακριτικό τρόπο φέραμε τις ιστορίες τους και με μία λεπτότητα, χωρίς να τους εκθέσουμε.
Οπότε μετά άρχισαν να φέρνουν τους φίλους τους, τα εγγόνια τους, άλλους ανθρώπους, και γίνεται πάντα μία μεγάλη παρέα. Δηλαδή γίνεται μία κοινότητα ανθρώπων που ζουν με την παράσταση. Και γι’ αυτό την έχουν αγκαλιάσει και 14 χρόνια μετά μας δίνουν τη δυνατότητα να τη συνεχίζουμε.
«Η παράσταση με έκανε καλύτερο άνθρωπο»
ΠτΘ: Μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια αλλάξατε και εσείς, τόσο σκηνοθετικά όσο και συγγραφικά. Η εμπειρία και η ωριμότητα που αποκτήσατε σάς οδήγησαν να αντιμετωπίσετε διαφορετικά τις νέες ιστορίες σε σχέση με την πρώτη παράσταση;
Γ.Κ.: Νομίζω ότι με έκανε να έχω πολύ μεγαλύτερη κατανόηση. Πάντα, όταν βλέπεις μία ιστορία απ’ έξω, όταν τη ζεις από μέσα, καταλαβαίνεις πολύ περισσότερο τα κίνητρα, τους λόγους. Δικαιολογείς τους ανθρώπους.
Γίνεσαι πιο πλατύς άνθρωπος. Είναι πιο εύκολο να καταλάβεις, πιθανόν και να συγχωρήσεις. Αυτό είναι έτσι κι αλλιώς ένα από τα καλά που μας δίνει η τέχνη και το θέατρο: ότι έχουμε μεγαλύτερη κατανόηση για τους ανθρώπους.
Είναι όπως τα ταξίδια. Σαν να ανοίγει το μυαλό μας ότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις. Ακούς και τη θέση του άλλου, βλέπεις και τη ζωή του άλλου.
Βλέπουμε έναν άνθρωπο στον δρόμο να φωνάζει, να μαλώνουμε στο αυτοκίνητο, γίνεται κάτι, και ούτε μπορείς να φανταστείς από πού ήρθε, πού πήγαινε, τι κουβαλάει.
Το να γινόμαστε πιο ανοιχτοί, πιο συμπονετικοί με τους ανθρώπους, ουσιαστικά μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Για να το πω τόσο απλά και λαϊκά. Σε μένα τουλάχιστον έτσι λειτουργεί.
ΠτΘ: Οι «Γιοι και Κόρες» συνεχίζουν για δεύτερη χρονιά στην Αθήνα. Ετοιμάζετε κάτι άλλο δικό σας που αναμένεται να δούμε το επόμενο διάστημα;
Γ.Κ.: Ναι. Κάνω πρόβες για μία κωμωδία που λέγεται «Το μυστήριο της Σύρμα» και παίζουν δύο γυναίκες. Η Έλενα Χαραλαμπίδη και η Μαρία Κίτσου, οι οποίες αλλάζουν 36 κοστούμια. Η παράσταση θα ανέβει τον Δεκέμβριο στην Αθήνα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
