Φωτεινη Χρηστιδου, «Ο “Συσσωμος” ειναι συλλογη βιωματικη, αυτοαναφορικη στο περιεχομενο, ανεπιτηδευτη»
Φίλες και φίλοι, χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτήν τη συνάντηση, λίγες μέρες πριν την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, και για τη διά ζώσης γνωριμία με τον Μιχάλη, άνθρωπο της γραφής από την περιφέρεια, το αγαπημένο νησί της Χίου. Σήμερα πρωτοσυναντιόμαστε, αισθάνομαι ωστόσο ότι ήδη γνωριζόμαστε, ότι έχουμε συνομιλήσει κι επικοινωνήσει από πριν.
Αυτό οφείλεται στον «Σύσσωμο», στη μελέτη του και στη σύνδεση, πνευματική και ψυχική, που ένιωσα διαβάζοντας τους στίχους του. Προφανώς δεν μονοπωλώ τα αισθήματα αυτά, ανάλογα θα βιώσατε κι εσείς κατά την ανάγνωση. Προσωπικά, συγκινήθηκα και χάρηκα για έναν επιπλέον λόγο, αναγνώρισα στο έργο του Μιχάλη μεγάλη συγγένεια με δικά μου ποιήματα.
Θα ξεκινήσω με τον σχολιασμό του εξωφύλλου της συλλογής. Στη συνέχεια, πριν αναφερθώ στα ποιήματα, θα επιχειρήσω έναν αποσυμβολισμό του τίτλου.
Οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις κυριαρχούν στο εξώφυλλο, με το άλικο κόκκινο του πάθους, της ζωής, του έρωτα και του θανάτου στο επίκεντρο, και το σκίτσο ενός ζευγαριού σε εναγκαλισμό αγάπης να το διέπει. Προϊδεαζόμαστε λοιπόν οι αναγνώστες για μια θεματολογία με το συναίσθημα σε κυρίαρχη θέση.
Ο τίτλος συμπληρώνει και διευρύνει το νόημα της εικόνας, εισφέροντας νέα στοιχεία. Σύσσωμος εκτίθεται στους αναγνώστες του ο ποιητής, δηλαδή ως ολότητα, στα διάφορα ηλικιακά στάδια της ζωής του (παιδί, έφηβος, νέος άνδρας, μεσήλικας), και με όλες τις ιδιότητες και ταυτότητες που ήδη είχε και που απέκτησε στην πορεία (γιος, φοιτητής, αθλητής, εργαζόμενος, σύζυγος, πατέρας, λογοτέχνης, πολίτης), μια ολότητα που συντίθεται από ατομικά, κληρονομημένα αλλά και επίκτητα κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά. Ανάμεσα στα μαύρα στοιχεία του τίτλου ξεχωρίζει και δεσπόζει το κόκκινο ύψιλον, που ξεκινάει από μια κάθετη γραμμή, έναν κορμό, τη μονάδα, και στην ανάπτυξή του διακλαδίζεται σε δύο μέρη προς δύο κατευθύνσεις, που, κατά την άποψή μου, εκπροσωπούν την οικογένεια, τις ρίζες και την κοινωνία. Έτσι, τόσο η εικόνα όσο και ο τίτλος, που συστήνουν τη συλλογή στον αναγνώστη, γίνονται δηλωτικά των περιεχομένων της.
Ο «Σύσσωμος» είναι συλλογή βιωματική, αυτοαναφορική στο περιεχόμενο, ανεπιτήδευτη, με απλή γλώσσα και πεζολογική στη μορφή. Τη διακρίνει ρεαλισμός, αμεσότητα, στοχαστικότητα, συναίσθημα κι ενσυναίσθηση, ανάδυση και αξιοποίηση της μνήμης, νοσταλγικότητα, χρήση συμβόλων, κριτική διάθεση, ύφος παιγνιώδες κάποτε και άλλοτε σαρκαστικό.
Σύσσωμος εκτίθεται στους αναγνώστες του ο ποιητής, δηλαδή ως ολότητα, στα διάφορα ηλικιακά στάδια της ζωής του (παιδί, έφηβος, νέος άνδρας, μεσήλικας), και με όλες τις ιδιότητες και ταυτότητες που ήδη είχε και που απέκτησε στην πορεία (γιος, φοιτητής, αθλητής, εργαζόμενος, σύζυγος, πατέρας, λογοτέχνης, πολίτης), μια ολότητα που συντίθεται από ατομικά, κληρονομημένα αλλά και επίκτητα κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά
Ως προς τη γλώσσα, ο Μιχάλης αξιοποιεί την ελευθερία που δίνει ο σύγχρονος ποιητικός λόγος για τη χρήση λέξεων και φράσεων της καθημερινότητας. Έτσι, η προφορικότητα, η χρήση όρων ποδοσφαίρου, η διατύπωση ερωτήσεων, ακόμη και η ελευθερία στη στίξη, συμβάλλουν στον ρεαλισμό και στην αμεσότητα που προανέφερα.
Η συλλογή περιλαμβάνει 54 ποιήματα. Διαρθρώνονται σε τρία άνισα μέρη, που περιλαμβάνουν κοινά αλλά και νέα θέματα.
Το πρώτο μέρος, με τίτλο: «Έχω χρόνο ακόμα. Αλήθεια, έχεις;», είναι το περιεκτικότερο, με 31 ποιήματα. Ο τίτλος αποτελείται από δύο προτάσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι μια απόφανση – κρίση, πρωτοπρόσωπη, ενώ η δεύτερη είναι μια ερώτηση σε δεύτερο πρόσωπο, που αμφισβητεί και υπονομεύει τη βεβαιότητα της πρώτης, εν είδει προσωπικής αναρώτησης, ενδεχομένως και αυτοειρωνείας. Με τους στίχους αυτούς κλείνει το ποίημα «έχεις;», που αναφέρεται στο Vectra του ’88 με τις παλιές δόξες του ποδοσφαίρου, κι αισθητοποιεί τον προβληματισμό για τη φθορά του χρόνου και το πέρασμα από την παιδικότητα στην ενηλικίωση, από την ωριμότητα στη μέση ηλικία. Αρκετά ακόμη ποιήματα αναφέρονται στην αναπόληση της νεότητας, την αντίστιξη ωριμότητας – μέσης ηλικίας, όπως και στον φόβο της ανημπόριας που επίκειται. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν τα ποιήματα: «κέρνα Τζορτζ», με έντονα περιπαικτική διάθεση, «αυτοπροσωπογραφία», «Χ/Κ».
Εύστοχα το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι η «ωδή στο σώμα», που εστιάζει στη βάση, την υλική υπόσταση του ποιητικού υποκειμένου και διαγράφει την πορεία του μέσα στον χρόνο με τις αθλητικές δραστηριότητες, κυρίως το ποδόσφαιρο, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, την απόλαυση της θάλασσας, αλλά και την επαφή με την απώλεια και τη συναίσθηση ότι το σώμα αποτελεί τη διά βίου μοίρα του, κι εμάς όλων άλλωστε. Εκτός από τα θέματα σώμα – ύλη και χρόνος, που επανέρχονται διαρκώς και αφορούν όχι μόνο πρόσωπα αλλά και αντικείμενα, όπως το ποίημα «(στα) σαραβαλάκια», άλλα θέματα του πρώτου μέρους είναι ο πόνος, σωματικός και ψυχικός, όπως στο ποίημα: «πόνοι και πόνοι», η γονεϊκότητα στα ποιήματα: «ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης», «αποχωρισμός», η αγαπημένη Vanda και η αναφορά σε προσωπικές στιγμές στα ποιήματα: «άριστη διπλωματία», «το κορίτσι που μυρίζει βανίλια», που περιλαμβάνει στίχο από το ποίημα του Έλιοτ «Αφιέρωση στη γυναίκα μου», «A Love poem», το καλοκαίρι και η θάλασσα στα ποιήματα: «καλοκαίρι», «μεσημέρια καλοκαιριού», «νύχτα καλοκαιριού», «αποκαλόκαιρο», οι απλές ασχολίες της καθημερινότητας στα ποιήματα: «μπουγάδα», «φασίνα»,οι γονείς και οι πρόγονοι, θέματα που αποτυπώνονται στα ποιήματα: «για τους άντρες», «στο νεροχύτη», «γέννα».
Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται: «Πάθη και Σταύρωση χωρίς Ανάσταση. Αυτήν προσδοκούμε». Περιλαμβάνει 14 ποιήματα. Κι αυτός ο τίτλος αποτελείται επίσης από δύο προτάσεις, με ευθεία αναφορά στη Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών. Εδώ όμως η ανάσταση και η λύτρωση παραμένουν ζητούμενα και βρίσκονται στη σφαίρα της προσδοκίας. Χαρακτηριστική είναι η χρήση του α΄ πληθυντικού προσώπου στο ρήμα προσδοκούμε, οπότε το ποιητικό υποκείμενο, προβάλλοντας τον κοινωνικό του ρόλο, εκφράζει τη γενικευμένη επιθυμία για ανάσταση και σωτηρία. Τα περισσότερα ποιήματα αυτού του μέρους είναι ιστορικού και κοινωνικού χαρακτήρα ως προς τη θεματολογία τους. Ο παραπάνω τίτλος προκύπτει από το μοναδικό πεζό κείμενο της συλλογής «θρύμματα»,που αναφέρεται στις συνέπειες της επιδημίας κόβιντ 19. Ωστόσο, συμβολικά παραπέμπει και σε πληγές και κακοδαιμονίες της κοινωνίας μας που χρήζουν παρεμβάσεων. Αναφέρω ως παραδείγματα τα ποιήματα: «άλμα στα *13*» (για τον άδικο, τραγικό χαμό δεκατριάχρονης στο Μάτι), «στο γήπεδο» (για τη δολοφονία με οπαδικά κίνητρα του Άλκη Καμπανού), «αφεντικά» (για τους άστεγους και τους απόκληρους), «ας είναι», «μοιρολόι» (για τον πόνο λόγω απώλειας, ξενιτιάς, προσφυγιάς).
Ο Μιχάλης στον “Σύσσωμο” αφηγείται ιστορίες πλούσιες σε συναίσθημα, με τρόπο άμεσο, καθημερινό και οικείο. Άλλοτε με συντομία, άλλοτε εκτενέστερες, για τη ζωή του, την οικογένειά του, την καταγωγή του, τους φίλους του, τις αγαπημένες του ενασχολήσεις, τη ζωή στην επαρχία, τη γραφή, κάποια κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα. Όταν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ρωτήθηκε γιατί γράφει, απάντησε μεταξύ άλλων: “γράφω για να απαλύνω τη ροή του χρόνου”. Θεωρώ, σε τελική αναγωγή, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος γραφής και για τον Μιχάλη, αλλά και για τους περισσότερους δημιουργούς
Σε αυτό το δεύτερο μέρος ανήκουν και δυο ποιήματα που παραπέμπουν στους μεγάλους ποιητές μας, Γ. Σεφέρη και Κ. Καβάφη, κι επηρέασαν προφανώς τη γραφή του Μιχάλη. Το πρώτο επιγράφεται: «Άνεργος ή ένας τρόπος να μιλώ για πράγματα που δύσκολα ομολογώ», στίχοι-δάνεια από το ποίημα του Γ. Σεφέρη, «Ο τελευταίος σταθμός», και το ποίημα «λέω», επηρεασμένο από τον Κ. Καβάφη, όπως φανερώνει ο στίχος «από του κόσμου τη βουή και την πολλή συνάφεια», που προσομοιάζει σε στίχο του καβαφικού ποιήματος «Όσο μπορείς».
Το τρίτο μέρος αποτελείται από 9 ποιήματα και επιγράφεται: «Πήρα μολύβι και χαρτί».Όπως εύκολα συμπεραίνουμε, πρόκεινται για αυτοαναφορικά, πρωτοπρόσωπα ποιήματα, από τα οποία τα μισά σχεδόν αναφέρονται στη διαδικασία γραφής της ποίησης, είτε το μαρτυρούν οι τίτλοι είτε όχι: «ώρα ποίησης», «τρίποντο», «εορταστικόν», «αγόρι-καλοκαίρι».
Η συλλογή κλείνει με το σύντομο, συμβολικό ποίημα «οι φάροι». Αφορά ανθρώπους που έλαμψαν με την προσωπικότητά τους, φωτίζοντας τη διαδρομή του Μιχάλη. Ο ποιητής διατυπώνει την επιθυμία να αποτελέσει «φάρο» κι ο ίδιος για άλλους.
Επιλογικά, ο Μιχάλης στον «Σύσσωμο» αφηγείται ιστορίες πλούσιες σε συναίσθημα, με τρόπο άμεσο, καθημερινό και οικείο. Άλλοτε με συντομία, άλλοτε εκτενέστερες, για τη ζωή του, την οικογένειά του, την καταγωγή του, τους φίλους του, τις αγαπημένες του ενασχολήσεις, τη ζωή στην επαρχία, τη γραφή, κάποια κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα.
Όταν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ρωτήθηκε γιατί γράφει, απάντησε μεταξύ άλλων: «γράφω για να απαλύνω τη ροή του χρόνου». Θεωρώ, σε τελική αναγωγή, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος γραφής και για τον Μιχάλη, αλλά και για τους περισσότερους δημιουργούς.
*Η Φωτεινή Χρηστίδου είναι φιλόλογος – ποιήτρια, μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Μελαχροινούδη, «Σύσσωμος» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2024), που διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, τη Λέσχη Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στον χώρο του βιβλιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη, την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026.
Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
