Αποκρεατικα…
[Οι Αποκριές, των οποίων διανύουμε ήδη τη δεύτερη εβδομάδα, αποτελούν έναν κατεξοχήν μεταιχμιακό χρόνο: μια περίοδο όπου τα όρια χαλαρώνουν, οι καθιερωμένες ιεραρχίες ανατρέπονται στο πλαίσιο δρωμένων και η ζωή, προσωρινά απελευθερωμένη από τους κανονιστικούς της φραγμούς, επιτρέπεται να εκδηλωθεί στην υπερβολή, το γέλιο και τη σωματικότητά της. Είναι ο χρόνος της ανατροπής, αλλά και των πανταχόθεν συμβολισμών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι Αποκριές λειτουργούν ως διάβαση από τον κοσμικό χρόνο της αφθονίας και της ελευθεριότητας στον αυστηρό και πένθιμο χρόνο της Σαρακοστής, από τη σάρκα στην εγκράτεια, από την έκρηξη της ζωής στη «σιωπή» της προετοιμασίας. Ιδιαίτερα δε στον ελληνικό αγροτικό λαϊκό πολιτισμό και στον θρακικό χώρο, τα αποκριάτικα δρώμενα προσλαμβάνουν έντονο τελετουργικό χαρακτήρα, συνδέοντας άρρηκτα τη μοίρα της φύσης με τη μοίρα των ανθρώπων. Παρωδίες γάμου και κηδείας, συμβολικές νεκραναστάσεις, εικονικές αροτριώσεις και πομπές μεταμφιεσμένων συγκροτούν συλλογικές πράξεις, που αποσκοπούν στη γονιμότητα της γης, την καλοχρονιά και την αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας. Πρόκειται για μορφές πολιτισμικής μνήμης, όπου το αρχέγονο συναντά το θεατρικό και το ιερό συνυπάρχει αξεδιάλυτα με το «βέβηλο».
Μερικές όψεις του πλούσιου αυτού πολιτιστικού αποθέματος της περιοχής μας, περί Αποκρεών, επιχειρεί να φωτίσει το παρόν κείμενο της κ. Γαρυφαλλιάς Θεοδωρίδου, Δρ. Λαογραφίας και Μεταδιδακτορικής Ερευνήτριας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, που έχει πραγματοποιήσει πολυετή και εμπεριστατωμένη έρευνα, καθώς και συστηματική καταγραφή της λαογραφικής παράδοσης του τόπου μας.
Το κείμενο που ακολουθεί προσεγγίζει τον χωροχρόνο των Αποκρεών ως ένα σύνθετο πολιτισμικό φαινόμενο, με την πάνδημη συμμετοχή όλων: νέων και ηλικιωμένων, πλούσιων και φτωχών, ανδρών, γυναικών και παιδιών. Ας περιδιαβούμε, λοιπόν, σε ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αποκριάτικων εθίμων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα παραστατικά θρακικά αποκριάτικα δρώμενα.
κ. Θεοδωρίδου και τα αποκρεάτικα… της Θράκης μας.]
Ο χωροχρόνος των Αποκρεών
Τα αποκριάτικα έθιμα εντάσσονται στις γιορτές της αλλαγής των εποχών, αναγέννησης και επανάληψης της δημιουργίας. Οι παραδοσιακές κοινωνίες αντιλαμβάνονταν τον χρόνο κυκλικά, υπό την ιδέα ότι ο κόσμος επαναδημιουργείται τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια του έτους. Υπό αυτήν την οπτική, οι Αποκριές συνιστούν μια διάβαση, ένα πέρασμα προς την αρχή της άνοιξης. Επιπροσθέτως, συνδέονται άμεσα με τον κύκλο του ορθόδοξου Πάσχα και προηγούνται της Σαρακοστής, αυτής της πένθιμης περιόδου των σαράντα ημερών, η οποία λειτουργεί ως «μεταβατικό»στάδιο και ως προετοιμασία των πιστών για το Θείο Πάθος και την Ανάσταση. Χρονικό όριο δε μεταξύ των δύο προαναφερόμενων περιόδων αποτελεί η Καθαρά Δευτέρα.
Η αποκριάτικη πρόκειται, συνεπώς, για μια χρονική περίοδο πυκνή σε έθιμα, καθώς τα πάσης φύσεως όρια θεωρούνται επικίνδυνα, και φορτισμένη με τελετουργίες φυλακτήριες και ταυτόχρονα αποτροπαϊκές.
Η εβδομάδα μετά την πρώτη Κυριακή (την Προφωνήσιμο, το λεγόμενο από τον λαό «Τριώδι») ονομάζεται «Απολυτή» (δηλαδή επιτρέπεται η ελεύθερη βρώση και πόση) και κλείνει με την Κυριακή του Ασώτου. Η κρεοφαγία της Τσικνοπέμπτης είναι εναρκτική για την περίοδο μέχρι την Κρεατινή Κυριακή, γαστρονομική, αποβλέπει στην υπαρξιακή παρουσία του σπιτιού, που θα δώσει «το παρών» στη γειτονιά και θα ενισχύσει το οικογενειακό γόητρο ότι το συγκεκριμένο νοικοκυριό έχει τις στοιχειώδεις δυνατότητες. Η Τυρινή εβδομάδα, παλαιότερα, ήταν για τον λαό (που τηρούσε τις νηστείες αυστηρά) μια μετάβαση ανάμεσα στην απόλυτη κρεοφαγία της, την οποία κρατούσε έως την Κυριακή της Κρεατινής και στη Σαρακοστή, που ξεκινούσε την Καθαρή Δευτέρα, διότι η Τυρινή έδινε μόνο την άδεια των γαλακτερών.

Βασικά χαρακτηριστικά αποκρεάτικων εθίμων
Τα βασικά χαρακτηριστικά των αποκρεάτικων εθίμων συνοψίζονται στα παρακάτω:
Αντιστροφή του κόσμου (mundus reversus): Χρονικό και τελεστικό σημείο έναρξης και λήξης είναι η ενθρόνιση και το κάψιμο του βασιλιά Καρνάβαλου με μια πομπή – παρωδία παρελάσεων, που συμβολίζει τον κοσμικό χρόνο. Είναι ένα θέαμα που παίζει η ίδια η ζωή και αναπαρίσταται σε πάμπολλους ιστορικούς πολιτισμούς, με χαρακτηριστικό γνώρισμα έναν κόσμο, ο οποίος έχει δικούς του άρχοντες και δικούς του νόμους. Π.χ. η Γιορτή των Τρελών στον δυτικό κόσμο κατά την Πρωτοχρονιά ή το Δωδεκαήμερο. Εκκωφαντικοί θόρυβοι, μουσικές κινήσεις, ανταλλαγές, ένας εντατικός ρυθμός υπερ-πανηγυριού μεταφράζονται σε σάρκα, τροφή, χώμα (π.χ.: ο Ραμπελαί αναφέρεται στην αδελφότητα του λουκάνικου, που προστάζει το λουκάνικο να εξομολογηθεί), που χλευάζουν και δοξάζουν, υποβάλλουν το «χοντρό» καρναβαλικό γέλιο με υποβιβασμό και εξύψωση του «κάτω» σε «πάνω» (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, κυρίως με την ιεροσυλία και την τελετουργική βωμολοχία). Κατά τον Γ. Κιουρτσάκη, «το δράμα που παίζεται στο καρναβάλι είναι μια δοξολογία του σώματος, του προβαλλόμενου χοντροκομμένου γκροτέσκου σώματος» (όπως του Καραγκιόζη με την ακόρεστη πείνα, που παραπέμπει συμβολικά στην άσβεστη πείνα των ανθρώπων για αθανασία).
Εντοπίζουμε τις αντιθέσεις των δύο περιόδων: κρεοφαγία v νηστεία / αφθονία v λιτότητα / ελευθεριότητα v γέλιο / αισθησιασμός v εγκράτεια.
α. Η φυσική αντιστροφή του κόσμου σημειοδοτείται τελετουργικά με τη μεταμφίεση, τη μάσκα, τη «μεταμόρφωση» του σώματος και την «παραμόρφωσή» του (όπως οι καμπούρηδες γελωτοποιοί), με τον τονισμό των φυσικών λειτουργιών, που υπενθυμίζουν και υπογραμμίζουν τον δεσμό του θνητού με τη γη, την ύλη, την τροφή, το φυσικό και κοσμικό σύμπαν. Τονίζεται η «έξαρση του σώματος και των λειτουργιών του», η αποκάλυψη των αδιάκοπων παραμορφώσεων και μεταμορφώσεων. Ενώ οι κλασικοί συγγραφείς αποσιωπούν τις φυσικές ανάγκες, την ερωτική ζωή π.χ., στην ελληνορωμαϊκή γλυπτική (αλλά επίσης στην Αναγέννηση και στον 17ο αιώνα), αναπαριστούν το σώμα αυστηρά οριοθετημένο, κλεισμένο στον εαυτό του, που δεν αναμιγνύεται με άλλο σώμα, διότι θεωρείται ατομικό· ο θάνατος και η γέννηση δεν συμπίπτουν ποτέ. Αντιθέτως, το καρναβάλι αναδεικνύει τη μεταμόρφωση που βασίζεται στην υπερβολή, σε ένα δεύτερο σώμα, π.χ. κοιλιά, καμπούρα, μύτηκλπ., και υπογραμμίζει τα σημεία εκείνα που το σώμα ξεπερνά τον εαυτό του ή τα σημεία που ο κόσμος «καταβροχθίζεται» από το σώμα, π.χ. στόμα, προεξοχές και ανοίγματα· αποκαλύπτει έτσι τη γονιμοποιητική ικανότητα, τη ζωική δύναμη που καθιστούν το σώμα ατελές και ημιτελές με τον γύρω κόσμο και, ταυτόχρονα, υποβιβάζει το «πάνω» που γίνεται «κάτω», ενώ προβιβάζει το σωματικό και κοινωνικό «κάτω».
Το δράμα στο καρναβάλι καθίσταται καρναβαλική αντιστροφή. Στα καθ’ ημάς, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο θρακιώτης Καλόγερος, που τελείτο στη Βιζύη και στον οποίο η μπάμπω παρουσιάζεται άσχημη και παραμορφωμένη, με καμπούρα, να περπατά ξυλοκοπώντας το εφταμηνίτικο παιδί της, ενδεδυμένο με κουρέλια, που κυνηγούσε τα κορίτσια και δεν χωρούσε στο καλάθι. Η εικόνα του σώματος που γεννιέται, ζευγαρώνει, πεθαίνει και ανασταίνεται είναι εκείνη την οποία ο θνητός αποδέχεται και βιώνει μέσα από την καρναβαλική μεταμόρφωση.
β. Η κοινωνική ανατροπή και αντιστροφή του κόσμου
Εν συνεχεία, την Αποκριά αντιστρέφονται η τάξη και η κοινωνική ιεραρχία (γύρισμα του χρόνου και του κόσμου από την ανάποδη),οι άντρες ντύνονται γυναίκες, οι ζητιάνοι άρχοντες, οι μωροί σοφοί, οι φτωχοί πλούσιοι και σε αυτό το σημείο το κοινωνικό «κάτω» προωθείται «επάνω». Το γέλιο είναι καθολικό, καθώς γελοιοποιεί όλες τις πλευρές της ζωής και του κόσμου, εν τέλει οικοδομεί ένα δικό του σύμπαν απέναντι στον «επίσημο» κόσμο: παντρεύει, κηδεύει, συντάσσει επιτάφιες επιγραφές, εκλέγει βασιλιάδες και άρχοντες. Το «κάτω» και οι κοινωνικές του συμπεριφορές/εκφράσεις, π.χ. κραιπάλη, χυδαιολογία, ασχήμια, κουταμάρα, τρέλα, κακάσχημοι κουρελήδες, μασκαράδες και καμπούρηδες γελωτοποιοί γίνονται κυρίαρχοι, ο μωρός αποκαλείται «σοφός» και ο σοφός «μωρός». Π.χ. στο λαϊκό άσεμνο αποκριάτικο άσμα (με την τελετουργική βωμολοχία) αποθαίνει ο Γιάνναρος και αφήνει διαθήκη να μην ταφεί σε εκκλησιά, ούτε σε μοναστήρι, αλλά στο κρίσιμο διαβατήριο σταυροδρόμι (όπου παλαιόθεν τελούνταν τα δείπνα της «Εκάτης») και να αφήσουν το «κάτω» σώμα τού Γιάνναρου έξω από το χώμα, «για να περνά ο βασιλιάς να δένει τ’ άλογό του». Εν τέλει, το καρναβάλι κοροϊδεύει τον θάνατο και διατηρεί τη ζωή παρόλη τη φθορά των θνητών.
Το καρναβάλι δεν είναι άρνηση, συνίσταται αμφίπλευρο και αμφίσημο (όλοι γελούν με όλους και με τον εαυτό τους), εκφράζει έναν αδιάρρηκτο δεσμό με την ελευθερία: κρεοφαγία, σεξουαλική δραστηριότητα, ξεφάντωμα, απελευθέρωση του γέλιου και του σώματος, του πνεύματος και του λόγου (αθυροστομία, εφήμερη ελευθερία), μια προσωρινή διακοπή ολόκληρου του επίσημου συστήματος των απαγορεύσεων και των φραγμών. Όμως, η απελευθέρωση του ανορθολογικού εορτάζετο ήδη στο μεσαιωνικό Καρναβάλι των Τρελών (15ος αιώνας), με σκοπό η μωρία να αφεθεί ελεύθερη. Παραπέμπω στο σύνηθες αποκριάτικο έως τις μέρες μας σύνθημα: «ζήτω η τρέλα». Η μωρία σμίγει με το συμπλήρωμά της, τη σοφία, σκοτώνει κάθε λογικό νόημα, το ενταφιάζει και οι ανοησίες καθίστανται έκφραση του σωματικού δράματος. Το γέλιο προκύπτει από το συνταίριασμα των εικόνων, π.χ. ένας ετοιμοθάνατος ανήμπορος χορεύει, τραγουδάει, τρώει, πίνει και παντρολογιέται, ξαναγίνεται νέος, παραπέμποντας έτσι στην ανθρώπινη λαχτάρα για αφθαρσία.
γ. Η ανατροπή της φύσης μέσω των παραδοσιακών δρωμένων
Στην Αποκριά του ελληνικού αγροτικού λαϊκού πολιτισμού, όχι του αστικού, η ανατροπή της φύσης επιτελείται μέσα από παραδοσιακά δρώμενα και αναπαραστάσεις με σαφή αγροτική προέλευση. Οι γιορτές αυτές συνδύαζαν την ανάκληση του χθόνιου κόσμου με τις επίγειες απολαύσεις, τον θάνατο με την έκρηξη της ζωής, με στόχο την εξασφάλιση της καλοχρονιάς μέσα από έθιμα εξόχως ισχυρά, αρχετυπικά και πανανθρώπινα. Στο πλαίσιο της αναγέννησης της ανοιξιάτικης φύσης, οι Αποκριές συνιστούσαν ένα οριστικό ξέσπασμα, που προετοίμαζε την ευφορία της γης και τη γονιμότητα των ανθρώπων.
Γι’ αυτόν τον λόγο, τελούνταν το άναμμα και το σβήσιμο της φωτιάς, το κάψιμο ή η ενθρόνιση και εκθρόνιση του παλαιού χρόνου του Καρνάβαλου και ο συμβολικός πόλεμός του με τη Σαρακοστή. Ο Καρνάβαλος, μορφή πληθωρική, ανέμελη, παχύσαρκη, βρίσκεται σε συμβολική αντίστιξη με τη μορφή της Σαρακοστής, φιγούρας βλοσυρής, στεγνής, αποστεωμένης, η οποία παραπέμπει στον επίσημο και σοβαρό χρόνο των απαγορεύσεων. Επιτελούνταν αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες γάμου και κηδείας, πλουσιοπάροχα συμπόσια με μέθη, αθυροστομία, πομπές προσωπιδοφόρων αγριανθρώπων με μαγκούρες. Τα μιμοδράματα κουρελήδων κουδουνοφόρων εισβάλλουν, λερώνοντας και αναστατώνοντας τον πολιτισμένο κόσμο, με εκκωφαντικούς θορύβους και πειράγματα.




Μεταμφιέσεις και παραστατικά θρακικά αποκριάτικα δρώμενα με εθιμικό υπόβαθρο
Με διαδραστικούς ρόλους και διάλογο, τα βασικά παραδείγματα ανθρωπόμορφων αποκριάτικων δρωμένων, στον θρακικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο, είναι μια μετάβαση από το δρώμενο στο δράμα. Αναφέρω αναπαραστάσεις που επιτελούντο παλαιότερα, όταν ο άνθρωπος με την τελετουργία ευελπιστούσε να επιφέρει την ποθητή καλοχρονιά και που σήμερα παρουσιάζονται συνήθως αναβιωμένες ως θεατρικές παραστάσεις από πολιτιστικούς συλλόγους, ως σκηνοθετημένος πολιτισμός, στο πλαίσιο του φολκλορισμού και για λόγους ψυχαγωγίας του κοινού.
―Αποκριάτικη πομπή στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης, κατά την περιγραφή του Θ. Π. Κιακίδη, όπως τη συνοψίζει ο Βάλτερ Πούχνερ. Στην πομπή συμμετείχαν μεταμφιεσμένοι χωρικοί με τη συνοδεία ταμπούρλων, εκκωφαντικών κραυγών, μουντζουρωμάτων με πίτουρο ή στάχτη. Παρέλαυναν χαρακτηριστικές φιγούρες: η αρκούδα με τον αρκουδιάρη, ο κουρέας με τα ξυράφια του, ο χαμάλης, ο ντελάλης, ο κουδουνάς, ο γκαϊντατζής, ο γαμπρός ντυμένος με κουρέλια και υπερμέγεθες μουστάκι. Ιδιαίτερα προκλητική ήταν η παρουσία μιας γριάς, που ερωτοτροπούσε και τραγουδούσε άσεμνα. Κεντρικό στοιχείο του δρωμένου αποτελούσε η παρωδία του γάμου: η «προίκα» της νύφης μεταφερόταν πάνω σε γαϊδούρι και περιλάμβανε τσίπουρο, παλιά κιβώτια, άχρηστα αντικείμενα. Συνολικά, η πομπή λειτουργούσε ως συλλογική έκρηξη σάτιρας, ανατροπής της τάξης και απελευθέρωσης, χαρακτηριστική του αποκριάτικου λαϊκού πολιτισμού της Θράκης.
―Θρακικός Καλόγερος, ο οποίος ετελείτο τη Δευτέρα της Τυρινής, όπως περιγράφεται από τον Γεώργιο Βιζυηνό.
―Μπέης, όπως απαντούσε στην Αδριανούπολη, σύμφωνα με την περιγραφή του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου. Το δρώμενο παριστούσε μια εικονική δίκη και ετελείτο με τη μεταμφίεση δύο ανδρών, οι οποίοι επιλέγονταν από ειδική επιτροπή.
―Κούκερος ή Χούχουτος, κατά την περιγραφή του λαογράφου Δημητρίου Α. Πετρόπουλου. Πρόκειται για παραπλήσια μιμοδράματα που περιλάμβαναν εικονική άροση και τελετουργικές ευχές.
―Σεϊμένηδες και Πιτεράδες, έθιμο του Σαμάκοβου, με μεταμφιεσμένους νεαρούς και ηλικιωμένους, οι οποίοι σχημάτιζαν νυφική πομπή, στην οποία συμμετείχαν ο αρκουδιάρης, ο κουρέας, ο αχθοφόρος και ο Κουτρούλης. Οι Σεϊμένηδες φορούσαν κάτασπρα πτυχωτά φουστάνια, κόκκινα φέσια, πλουμιστά τσεμπέρια και κεντημένα γελέκια, και έστηναν χορό υπό τους ήχους της γκάιντας.


Κοινά μοτίβα θρακικών εθιμικών δρωμένων
Συγκεντρώνω παρακάτω τα κοινά μοτίβα τους, συνδεδεμένα με το τελετουργικό εθιμικό δρώμενο:
α. Παρωδία γάμου και αρπαγή της νύφης
Μετά την ανακάλυψη και καταγραφή του σύνθετου δρωμένου των επιμέρους σκηνών του Καλόγερου στην ιστορική Θράκη, από τον Άγγλο αρχαιολόγο Richard Dawkins το 1906, ο Alan Wace εντόπισε τη βασική δομή των τύπων αυτών των μεταμφιέσεων, η οποία συνίσταται στο γαμήλιο ζεύγος του γαμπρού και της νύφης, με ή χωρίς τη συνοδεία ενός θηριόμορφου «Αράπη». Μεταγενέστερες επιτόπιες έρευνες για την ιστορική Θράκη επιβεβαιώνουν τη βασική τριαδική δομή νύφη – γαμπρός – αράπης ως πυρηνική ομάδα μεταμφιέσεων, που ακολουθείται από αντίστοιχες διευρυμένες, π.χ. εύζωνες, ως πολλαπλασιασμό του γαμπρού, αράπηδες αντίστοιχα του αράπη, ενώ η νύφη παραμένει αναφαίρετο στοιχείο της δομής, διότι αποτελεί τον κατεξοχήν φορέα του συμβολισμού της γονιμότητας.
Παρόμοιες μορφές παρωδίας γαμήλιας πομπής απαντούν σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, όπως στο ζεύγος Γέρος και Κορέλλα, στους Σεϊμένηδες, στους Μωμόγερους, χειμωνιάτικους αγερμούς δηλαδή, τόσο των Αποκρεών όσο και του Δωδεκαημέρου. To «γαμήλιο ζεύγος» εκπροσωπεί τη δυνητική και ενδεχόμενη γονιμότητα, καθώς και τη θεσμικά κατοχυρωμένη αναπαραγωγή, που πρέπει πάση θυσία να περιφρουρηθεί και να προστατευθεί ως σύμβολο και ως επίκεντρο της αγερμικής πομπής, γι’ αυτό και συνοδεύεται από αισχρά πειράγματα και χορούς.
β. Το άγονο ζεύγος γέρου και γριάς
Συμμετρικά και αντίστροφα με την επιθυμητή γονιμότητα του ζεύγους γαμπρού – νύφης αποτελεί το ζεύγος γέρος – γριά που ερωτοτροπούν και εκπροσωπεί την γκροτέσκα «άγονη» παραλλαγή, αφού η σεξουαλικότητα, χωρίς δυνατότητα τεκνογονίας, θεωρείται κατακριτέα στην παραδοσιακή κοινωνία. Ωστόσο, το ζεύγος αυτό εντάσσεται στον «ανάποδο κόσμο» του καρναβαλιού, όπου όλα επιτρέπονται.
γ. Παρωδία κηδείας και μοτίβο θανάτου και ανάστασης
Η παρωδία κηδείας και το μοτίβο θανάτου – ανάστασης εκτυλίσσονται με τη συμμετοχή μασκοφόρων τύπων. Το τρίγωνο νύφη – γαμπρός – αράπης, σε συνδυασμό με τον συμβολισμό του σπόρου που θάβεται στο χώμα, για να αναστηθεί στον κύκλο της βλάστησης, κατά την εαρινή περίοδο, αποτελεί το υποτυπώδες θεμέλιο όλων των αγροτικών μεταμφιέσεων του χειμώνα, από την Πελοπόννησο έως την πεδιάδα της Παννονίας και τα παραδουνάβια όρη των Καρπαθίων. Το μοτίβο θάνατος – ανάσταση και η παρωδία κηδείας αποτελούν κεντρικό στοιχείο του αγροτικού καρναβαλιού. Παρόμοιες σκηνές νεκρανάστασης απαντούν, π.χ. στους Μωμόγερους της Πάφρας, με ρόλους/μορφές γνωστούς ως Ακμπαπάς ή Καράμπαμπας.
δ. Ψευδοαροτρίωση
Πρόκειται για αρχέγονη σκηνή εικονικής αροτρίωσης και μιμητικής σποράς, η οποία μπορεί να λειτουργήσει και αυτόνομα. Το «όργωμα», έχει διπλή σημασία, καθώς παραπέμπει τόσο στη γονιμότητα της γης όσο και στη χρήση του αλετριού στα γαμήλια έθιμα. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η γονιμότητα της γης, των ανθρώπων και των ζώων νοείται ως ενιαία. Π.χ. στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης, η ψευδοαροτρίωση έκλεινε με την τελετουργική ευχή:
«Το στάρι να γίνει ένα μπόγι (…).
Φάτε, πιέστε, πιέστε κρούσταλο απ’ την πηγή νερό,
χορτάστε κι ο Θεός μαζί μας».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
