Απο τον Πενταλοφο και τα Πετρωτα στο Ορμενιο ν. Εβρου

Στα σοκάκια της μνήμης…

—Ο Μπηστηπιλιώτκους μαχαλάς και οι άνθρωποί του

—Η οικογένεια Χαβαλετζίδη

Μαρτυρία: Βασίλης Βλασακίδης

[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου γεννημένη και μεγαλωμένη στο ακριτικό Ορμένιο ν. Έβρου, όπου εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί, υπήρξε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με τα της γης και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).

Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» διασώζει, κυρίως, ιστορίες προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου. Εκτός από αυτές τις οικογένειες όμως, καταγράφει μαρτυρίες και άλλων, που εγκατάλειψαν άλλες περιοχές του Έβρου, όπως για παράδειγμα τον Πεντάλοφο και τα Πετρωτά, και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, δημιουργώντας μάλιστα και νέους «μαχαλάδες» στο χωριό, όπως τον Μπηστηπιλιώτκου.

Στο σημερινό κείμενο της κ. Ιωαννίδου πρωταγωνιστεί μια τέτοια οικογένεια, που εγκατέλειψε τον Πεντάλοφο για το Ορμένιο, η οικογένεια του Παναγιώτη Χαβαλετζίδη, όπως τη μεταφέρει σε αφήγησή του ο συγχωριανός της Βασίλης Βλασακίδης.

Ακολουθεί η αφήγηση του κ. Βλασακίδη, όπως την κατέγραψε και διέσωσε η κ. Ιωαννίδου.]

Ο Μπηστηπιλιώτκους μαχαλάς συστάθηκε μόνο από Μπηστηπιλιώτες, γι’ αυτό και το όνομά του. Μετά το 1922-23, η ανταλλαγή των πληθυσμών έφερε στο Ορμένιο ανθρώπους από διάφορα μέρη. Αποχωρώντας οι τουρκικές οικογένειες από το χωριό μας, άδειαζαν τα σπίτια τους, τα οικόπεδα και τα χωράφια τους. Υπήρχε πολύς χώρος άδειος. Έτσι, λοιπόν, αρκετές οικογένειες από το Μπέστεπε (Πεντάλοφο) και λιγότερες από το Καράμπαϊ (Πετρωτά) πήραν τότε την απόφαση και κατέβηκαν στο Ορμένιο. Αυτοί δεν ήταν πρόσφυγες, ούτε διώχτηκαν από τα σπίτια τους, απλά δεν χωρούσαν πια όλοι στα χωριά τους Υπερπληθυσμός θα λέγαμε σήμερα. Εάν πάει ακόμη και σήμερα κάποιος στον Πεντάλοφο, θα δει πώς είναι κτισμένα τα σπίτια τους. Το ένα είναι δίπλα στο άλλο, με μια μικρή αυλή –αν υπάρχει κι αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τα Πετρωτά. 

Πήραν, λοιπόν, την απόφαση και ξεκίνησαν να κατέβουν στο Ορμένιο. Αυτοί που ήρθαν πρώτοι πιάσανε τον «καλό τον τόπο», όπως λέγανε, ενώ οι άλλοι που ήρθαν αργότερα, ε, βολεύονταν κι αυτοί όπου εύρισκαν. Οι περισσότερες οικογένειες, δώδεκα περίπου, εγκαταστάθηκαν  στο μέρος όπου είναι τα σπίτια μας σήμερα, στην «Πάνω Ντούμπα» όπως λέμε. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για αυτούς να αλλάξουν τοποθεσία. Να φύγουν, δηλαδή, από το χωριό τους και να έρθουν σε ένα ξένο χωριό, σε ένα ξένο μέρος! Άντε να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, να κάνουν καινούργιο νοικοκυριό, σπίτια, στάβλους για τα ζώα τους, αποθήκες, καλύβες ως επί το πλείστον. Ήθελε γερά κότσια, γι’ αυτό και πολλοί από αυτούς που ήρθαν δεν άντεξαν και γύρισαν πίσω. Αυτοί μπορούσαν και είχαν την επιλογή, ενώ οι άλλοι που ήρθαν από το Ουρούμκιοϊ, το Κόζουλτζια ή από την Ανατολική Θράκη, γι’ αυτούς δεν υπήρχε άλλη επιλογή! Θα έπρεπε να μείνουν. 

Για τον μαχαλά αυτόν, λοιπόν, θα πούμε ορισμένα πράγματα. Ό,τι θυμόμαστε, ό,τι γνωρίσαμε εμείς και ό,τι ακούσαμε από τους γονείς μας και τους παππούδες μας. Καταγράφω  αληθινά γεγονότα, ούτε φαντασίες ούτε παραμύθια. Το πρώτο σπίτι  που συναντούσε κάποιος, όταν ερχόταν από τη Φτελιά, ήταν το σπίτι της οικογένειας του Παναγιώτη Χαβαλετζίδη. Ο μπαρμπα-Παναγιώτης ήταν παντρεμένος με την Αγγέλου, που απόκτησαν τρία παιδιά, όλα αγόρια. Ο Ζήσης, ο Απόστολος και ο Αδάμ ήταν τα παιδιά τους. Ήταν μία πολύ ήσυχη οικογένεια, που ασχολούνταν με τη δουλειά τους, όπως όλοι φυσικά. Στην αρχή δυσκολεύτηκαν μέχρι να φτιάξουν το σπιτάκι τους, τα καταφέρανε όμως και ήταν αρκετά μεγάλο για κείνα τα χρόνια, το ήξερα γιατί πήγαινα εκεί. Όπως και το οικόπεδό τους ήταν πολύ μεγάλο. Τότε έφραζε ο καθένας όσο ήθελε, εάν δεν εμπόδιζε φυσικά τον διπλανό του. Μπόλικος χώρος!

Από τα στενά σοκάκια που είχαν στον Πεντάλοφο, τώρα εδώ είχαν άπλα. Χώρο όσο θέλανε. Ασχολούνταν, όπως όλοι, με τα χωράφια, που στην αρχή τα πήραν προσωρινά και με τα ζώα που είχαν. Η μέριμνά τους ήταν το καθημερινό ψωμάκι και η επιβίωσή τους από χρόνο σε χρόνο. Έτσι ήταν για όλους. Γρήγορα περνούσαν τα χρόνια. Ο μεγαλύτερος από τα παιδιά τους, ο Ζήσης, θα έπρεπε να πάει φαντάρος. Όταν υπηρετούσε τη θητεία του, ξέσπασε ο πόλεμος στην Κορέα και η Ελλαδίτσα μας η φτωχιά θα έπρεπε να στείλει κι αυτή στρατό. Υποχρεωτικά, βάσει των διαταγών του ΟΗΕ. Έπιασε, λοιπόν, η αποστολή και τον Ζήση, επειδή, λέει, είχε αλλά δύο αδέρφια. Εάν γινόταν καμιά στραβή και δεν γύριζε πίσω, θα είχε η οικογένεια τα δύο άλλα παλικάρια. Καταλάβατε; Αυτό ήταν το κριτήριο του κράτους.

Το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για τον Δημήτρη Βασιλειάδη, τον γραμματέα της Κοινότητας, που κι αυτός κλήθηκε να πάει στον πόλεμο και αυτός άφηνε πίσω του δύο αδέρφια. Αυτοί οι δύο από το χωριό μας βρέθηκαν να πολεμάνε εκεί! Τι πολεμούσαν, ποιους πολεμούσαν στη μακρινή Κορέα; Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά και επέστρεψαν και οι δύο στις οικογένειές τους. Τον Ζήση τον θυμάμαι όταν γύρισε, ήμουν πολύ μικρός, αλλά θυμάμαι κάποιες λίγες εικόνες, επειδή τα οικόπεδά μας ήταν δίπλα δίπλα. Σκάβανε έναν λάκκο, θυμάμαι, με έβαζε εκεί μέσα κι εγώ προσπαθούσα να  βγω, δεν τα  κατάφερνα και κείνος μ’ έβγαζε φωτογραφίες. Όμως, οι φωτογραφίες χάθηκαν, δεν έχω καμία. Είχε φέρει από την Κορέα τη φωτογραφική μηχανή, ένα μεγάλο πράγμα τότε! Θυμάμαι είχε και ένα στρατιωτικό παγούρι με κάλυμμα και φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου. Αυτά θυμάμαι, αν και πολύ μικρός.

Ο Ζήσης ήταν αυτός που λίγα χρόνια αργότερα, κατά το 1958, μαζί με τον Χρήστο Παρασχούδη θα έφευγε για την ξενιτιά. Ήταν από τους πρώτους μετανάστες που πήγαν στο Βέλγιο και όχι στη Γερμανία. Ο Χρήστος γύρισε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά ο Ζήσης έμεινε εκεί δουλεύοντας πολύ σκληρά κάτω στου Βελγίου τις στοές. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε μία κόρη. Βγήκε πολύ νωρίς στη σύνταξη, λόγω του ότι δούλευε στα ανθρακωρυχεία, αλλά έφυγε πολύ νέος από τη ζωή. Μετά από κάμποσα χρόνια έφυγε και η γυναίκα του από τη ζωή. Προλάβανε και έκτισαν μια πολυκατοικία στην Αλεξανδρούπολη, αλλά δυστυχώς δεν τη χάρηκαν. Σήμερα η κόρη τους δεν γνωρίζω πού βρίσκεται. Δεν την έχω δει ποτέ στο χωριό.

Ο Απόστολος, ο αδερφός του Ζήση, έμεινε στο χωριό, παντρεύτηκε τη Φωτεινή, η οποία ήταν από την Πάλλη και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πάνο και την Αγγελικούλα. Τα παιδιά μεγαλώσανε στο χωριό. Ο Πάνος έφυγε για δουλειά στα καράβια, ενώ η Αγγελική μεγάλωσε, παντρεύτηκε και σήμερα ζει με την οικογένειά της, τον άντρα της και τα δύο τους παιδιά, στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς τους δεν ζούνε πλέον, ούτε και ο Πάνος, που έφυγε πολύ νέος από τη ζωή.

Ο Αδάμ, ο τρίτος γιος της οικογένειας Χαβαλετζίδη μετανάστευσε κι αυτός στις αρχές του 1960 για τη Γερμανία. Εκεί παντρεύτηκε, απέκτησε τρία παιδιά, όλα αγόρια, και δεν ξαναγύρισε πότε στο χωριό. Σήμερα, από την οικογένεια του Αδάμ, ζούνε μόνο τα δύο παιδιά τους. Το σπίτι της οικογένειας μένει άδειο στο χωριό, όπως τόσα άλλα και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα  γυρίσει κάποιος να μείνει στο Ορμένιο. Δεν το ξέρουμε όμως και δεν ξέρουμε πώς θα έρθουν τα πράγματα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.