Ανημερα Χριστουγεννα…

Η μαγεία των Χριστουγέννων… στις αναμνήσεις του Χθες

Ανήμερα Χριστούγεννα μας σήκωναν πριν ξημερώσει, πριν φτάσει η ώρα έξι, και μας πήγαιναν στην εκκλησία. Κριτσανιστός πάγος κάτω από τα παπούτσια μας, έτριζαν οι παγωμένες λάσπες δίχως να λερώνουν, κι αν ήταν από κείνες τις νύχτες με βοριά που άφηναν τον ουρανό ξεσκέπαστο, βαδίζαμε κάτω από τ’ άστρα και τα μπαλώματα φωτός που έφτιαχναν οι πισσαρισμένες κολώνες της ΔΕΗ.

Στην εκκλησία μάς έπαιρνε ο ύπνος στον γυναικωνίτη, στο πατάρι δηλαδή της εκκλησίας όπου κούρνιαζαν αποκαμωμένες από τη δουλειά μανάδες και αγουροξυπνημένα παιδιά. Οι γριές έπιαναν τα στασίδια στο κέντρο της εκκλησίας, έχοντας χάσει το φύλο τους προ πολλού.

Μύριζε λιβάνι και χοιρινή σούπα, που η μυρωδιά της είχε κολλήσει πάνω στα ρούχα. Ο παπάς ήταν χρυσαφένιος, οι ψάλτες ήταν μουντοί. Τα καντήλια τρεμόπαιζαν, οι ψαλμωδίες το ίδιο, οι άγιοι έμοιαζαν κακόκεφοι, η Παναγιά καρτερική, το νεογέννητο έλαμπε. Τα κεριά τσιτσίριζαν, το φως πήγαινε κι ερχόταν σε κύμα, κάνοντας τους τοίχους να μη μοιάζουν σταθεροί, τους αρχαγγέλους να ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους μπας και ξεμουδιάσουν.

Στα ακατοίκητα και παγωμένα σαλόνια μας, στο δωμάτιο τέλος πάντων που δεν πατούσε κανείς λόγω ψύχους, είχαμε τα στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα μας, μια σταλίστα δεντράκια με ύψος πιο μικρό από το παιδικό δικό μας, με τα φωτάκια μαργαρίτες, λαμπάκι στρογγυλό στη μέση, πλαστική μαργαρίτα γύρω γύρω. Εκείνα τα φωτάκια δεν ήταν μια κι έξω, άμα καιγόταν το λαμπάκι της μαργαρίτας το άλλαζες μέχρι η μαργαρίτα να γεράσει μαζί σου.

Μέσα στα σπίτια δεν γίνονταν μεγάλα τραπεζώματα, δεν υπήρχε χώρος, κι έφτανες ν’ αναπολείς τα καλοκαιρινά μεγάλα τραπέζια, με πλήθος από θείες και ξαδέρφια (που τον καιρό των Χριστουγέννων ήταν ξενιτεμένα), και τους καυγάδες με τα σόγια, κι είχαν όσο να πεις την τρυφερότητα και την απόγνωση που πάντα γεννούν οι οικογένειες. Έτσι, περίμενες να τελειώσει το φαΐ, περίμενες να τελειώσουν τα Χριστούγεννα, που ήταν οικογενειακή γιορτή, χωρίς τη μεγάλη οικογένεια.

Για κάποιον λόγο, τις οικογένειες συναισθηματικά τις εισέπραττα πάντα στο μεγάλο τους σχήμα, εκεί που έβρισκες τις ισορροπίες, τους ανταγωνισμούς, τον χαϊδεμένο της οικογένειας, τον άσωτο, τον παράξενο, εκεί που χωρίς να θέλεις έβρισκες τα χούγια σου, που πήγαιναν πολλές γενιές πίσω, ή και παραδίπλα, στο σπίτι του ξαδέρφου σου, αντί να μείνουν στο δικό σου, εκεί που καταλάβαινες τον εαυτό σου χωρίς μετάφραση.

Κι έτσι δεν έπαψα να προσδοκώ τα Χριστούγεννα τού μέγα πλήθους της οικογένειας, που από τότε που πέθανε η μητέρα, και καθώς μας χωρίζουν πολλά χιλιόμετρα από την αδερφή μου, όταν τα χιλιόμετρα για κάποιον λόγο δεν μπορούν να διανυθούν, την αντικαθιστά μια άλλη οικογένεια, αυτή των χρόνιων φίλων, ένα καινούργιο μέγα πλήθος, στο οποίο επίσης αναγνωρίζω τον εαυτό μου, μα κυρίως τη διαδρομή.

Και γιορτάζω αυτήν την αναγνώριση, από χρόνο σε χρόνο, ανάμεσα στους πιο δικούς μου, εκεί που καμιά προσποίηση δεν περνάει. Έχει τη γλύκα του, αυτό το κούρνιασμα στο γνώριμο, που είναι πάντα το πιο ατελές.

Καλά Χριστούγεννα!

*Η Ελισάβετ Παπαδοπούλου γεννήθηκε στο Διδυμότειχο. Σπούδασε νομικά στην Κομοτηνή και εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος και αργότερα ως δικαστής, ενώ σήμερα εργάζεται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Είναι, επίσης, συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο της το μυθιστόρημα «Υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2023). Το παρόν κείμενό της προέρχεται από ανάρτησή της στο προσωπικό της ιστολόγιο στο Facebook.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.