Αφιερωμα στον Αλμπερ Καμυ, στον εμβληματικο στοχαστη του 20ου αι.

—Με αφορμή το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε τον Οκτώβριο του 1957

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Αλμπέρ Καμύ, «Ο ξένος», Σειρά Εικοστός Αιώνας, Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν (μτφρ.), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008 [1η έκδ.  1998], σ. 144

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννιέται το 1913 στο Μοντοβί, επαρχία της Κωνσταντίνης της Αλγερίας. Ο πατέρας του, Λισιέν, πεθαίνει το 1914, ως επίστρατος στη μάχη του Μάρνη (17/10/1914), όταν ο Καμύ ήταν ενός έτους. «Γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας παραδουλεύτρας, ανιψιός βαρελοποιού» συστηνόταν ο ίδιος. Μόνη με δύο παιδιά η Κατρίν Καμύ, μεταναστεύει στη συνοικία των φτωχών, το Μπελκούρ. Στα γυμνασιακά του χρόνια (1923-1930), ο «μαυροπόδαρος», όπως λέγονταν οι Γάλλοι άποικοι της Αλγερίας, ο φτωχός υπότροφος Καμύ έρχεται αντιμέτωπος με ρατσιστικές συμπεριφορές των πλούσιων Γάλλων μεγαλοαστών συμμαθητών του.

Από το 1932 φοιτά φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Αλγερίου και επηρεάζεται βαθιά από τον καθηγητή του Ζαν Γκρενιέ, που τον μυεί στο έργο του Νίτσε. Το 1934 κάνει τον πρώτο του γάμο και εγγράφεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Παράλληλα, ταξιδεύει, διαβάζει Νίτσε, Κίρκεγκαρντ και Σαρτρ, ιδρύει το «Θέατρο της Εργασίας», που μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας». Το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορέψει την εφημερίδα στην οποία εργάζεται και θα φροντίσει ο ίδιος να μη ξαναβρεί δουλειά. Εκείνος, συγχρόνως, παντρεύεται για δεύτερη φορά, προσχωρεί στην Αντίσταση και συγγράφει τον «Ξένο», έργο που ολοκληρώνεται το 1940 και εκδίδεται το 1942 μαζί με το δοκίμιο «Ο μύθος του Σίσυφου» –είναι μόλις 29 ετών.

Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον κύκλο του «παραλόγου», ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά «Η παρεξήγηση» και ο «Καλιγούλας» το 1944. Συνεχίζει το λογοτεχνικό του έργο με την παραγωγή του «Κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα πιο γνωστά του έργα, την «Πανούκλα» (1947) κι άλλα έργα, όπως την «Κατάσταση πολιορκίας» (1948), «Οι Δίκαιοι» (1949) κι «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951). Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πολ Σαρτρ. Στα χρόνια μέχρι τον θάνατό του ταξιδεύει στην Αμερική αλλά και τη Μεσόγειο. Το 1953 εκδίδεται και «Η πτώση», ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Στις 17 Οκτωβρίου 1957 του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και δεν σταματά να εκδίδει τα «Επίκαιρα», τόμους με καταγεγραμμένα αλγερινά χρονικά υπό το πρίσμα του Καμύ. Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από την ομιλία του, όταν παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

«Κάθε γενιά, αναμφισβήτητα, θεωρεί τον εαυτό της προορισμένο να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει πως δεν θα τον ξαναφτιάξει. Ίσως όμως η αποστολή της να είναι δυσκολότερη: να εμποδίσει να καταστραφεί ο κόσμος […]. Σ’ έναν κόσμο που απειλείται με διάλυση, όπου υπάρχει ο κίνδυνος οι μεγάλοι μας ιεροεξεταστές να εγκαταστήσουν για πάντα το βασίλειο του θανάτου, η γενιά μας γνωρίζει πως πρέπει, μετά από μια ξέφρενη κούρσα ενάντια στον χρόνο, να παγιώσει ανάμεσα στα έθνη μια ειρήνη που να μην ταυτίζεται με τη δουλεία, να συμφιλιώσει πάλι την εργασία και την πνευματική καλλιέργεια και να ξαναφτιάξει μ’ όλους τους ανθρώπους ένα ενιαίο τόξο. […] Αυτή η γενιά αξίζει να επευφημείται και να ενθαρρύνεται παντού όπου βρίσκεται, ιδιαίτερα όταν θυσιάζεται. Σίγουρος για την ανεπιφύλακτη συμφωνία σας, θα ήθελα να μεταθέσω την τιμή που μου κάνατε σ’ αυτήν τη γενιά».

Τον Γενάρη του 1960, επιστρέφοντας οδικώς στο Παρίσι, σκοτώνεται ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, όταν το αυτοκίνητο που οδηγεί ο Μισέλ Γκαλιμάρ, ανιψιός του εκδότη του Γκαστόν Γκαλιμάρ, καρφώνεται σε ένα δέντρο.

Ο Καμύ έγραψε θεατρικά, διηγήματα, νουβέλες, δοκίμια, μυθιστορήματα αλλά και άρθρα.

«Ο ξένος»: Ένα μυθιστόρημα μανιφέστο

Με τον «Ξένο», το πρώτο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ, έχουμε το μανιφέστο ολόκληρου του έργου του. Όλα όσα θα αναπτύξει στο μέλλον διεξοδικότερα εμπεριέχονται σ’ αυτό το κείμενό του: ο θάνατος, το στοιχείο του παραλόγου, η δικαιοσύνη, η εξέγερση, η απομόνωση, ο καυτός ήλιος, η μητέρα, η απουσία πατέρα, η Μεσόγειος. Η γραφή του εγκαταλείπει τις μυθιστορηματικές συμβάσεις.

Το αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ ξεκινά με μία από τις πιο γνωστές προτάσεις στη λογοτεχνία: «Σήμερα, πέθανε η μαμά. Ή μήπως και χτες, δεν ξέρω» και με αυτήν τη φράση εισάγει ο συγγραφέας τον αναγνώστη στην ψυχή και το μυαλό ενός από τους πιο διάσημους αντιήρωες της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Η ιστορία είναι απλή. Ο Μερσώ είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας νεαρός Γάλλος που ζει και εργάζεται στο Αλγέρι. Η αφήγηση ξεκινά με τον Μερσώ να ενημερώνεται σχετικά με τον θάνατο της μητέρας του. Συμμετέχει στην κηδεία της, αλλά δεν εκφράζει τα συναισθήματά του. Την επόμενη μέρα συναντά τυχαία τη Μαρί, την οποία σύντομα παντρεύεται χωρίς κανένα συναίσθημα. Μετά από λίγες μέρες βοηθά τον φίλο και γείτονά του, Ρεμόν Σιντές, να εκδικηθεί την ύποπτη για απιστία Μαυριτανή κοπέλα του. Μπλέκουν σε καβγά με τον αδελφό της κοπέλας κι έναν Άραβα, και ο Ρεμόν τραυματίζεται από μαχαιριά. Ο Μερσώ παίρνει αργότερα το όπλο του Ρεμόν και επιστρέφει στην παραλία όπου συναντά τον Άραβα και τον σκοτώνει.

Το πρώτο μέρος του «Ξένου» –γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση– αποτελεί μια σχεδόν ημερολογιακή καταγραφή, μέρα προς μέρα, κάποιων γεγονότων της ζωής του. Το δεύτερο μέρος καλύπτει χρονική περίοδο έντεκα μηνών και παρουσιάζει τον Μερσώ έγκλειστο στη φυλακή. Στις ανακρίσεις, καθώς και στη σουρεαλιστική δίκη που ακολουθεί, η αφοσίωσή του στην αλήθεια οδηγεί στην καταδίκη του. Όλοι επικεντρώνονται περισσότερο στην ανικανότητα ή την απροθυμία του ήρωα να κλάψει στην κηδεία της μητέρας του, παρά στη δολοφονία. Εξάλλου, κι ο ίδιος ο Καμύ δήλωσε για το έργο του:

«Συνόψισα τον “Ξένο” πολύ καιρό πριν, με μια παρατήρηση που παραδέχομαι πως ήταν εξαιρετικά παράδοξη: Στην κοινωνία μας, κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο. Ήθελα απλώς να πω ότι ο ήρωας του βιβλίου μου είναι καταδικασμένος επειδή δεν παίζει το παιχνίδι».

Το μυθιστόρημα, στο σύνολό του, γεννά στον αναγνώστη μια σειρά από αλυσιδωτά ερωτήματα:

—Ο Μερσώ είναι ένας άνθρωπος χωρίς συνείδηση;

—Νιώθει ξένος ή αποξενώνεται από το περιβάλλον του ένας άνθρωπος που αναζητά τη φυσική του ταυτότητα ανεξαρτήτως εθνικών, εθνοτικών, κοινωνικών, θρησκευτικών και άλλων ετικετών;

—Αποκλίνει από το στερεότυπο του σωστού γιου;

—Είναι αλλόκοτος αυτός που, όταν στερεί τη ζωή ενός ανθρώπου, δεν νιώθει ενοχές ή μεταμέλεια, αλλά μόνο στιγμιαία δυστυχία, επειδή διατάραξε τη συμπαντική σιωπή με τον πυροβολισμό του;

Ο Μερσώ πηγαίνει κόντρα στους γραπτούς και άγραφους νόμους. Ο Καμύ, όμως, δομεί έναν αντικομφορμιστικό ήρωα, ο οποίος, απλώς γιατί έτσι, βιώνει κάθε στιγμή με οδηγό τις αισθήσεις και όχι τη λογική. Και γιατί ένας τέτοιος ήρωας-αντιήρωας, τόσο αντιπαθής στην ουσία, στο τέλος του βιβλίου γίνεται ανεξήγητα συμπαθής στα μάτια μας; Γιατί ο Μερσώ μας θυμίζει τον άλλο μας εαυτό. Είναι ένας ρεαλιστής της ζωής, ένας σκεπτόμενος άνθρωπος. Είναι κάτι που κρύβουμε όλοι μέσα μας, αλλά υποκρινόμαστε, κάνοντας πράγματα που δεν μας εκφράζουν, που πάντα «μισούσαμε», αλλά τα πράτταμε. Μόνο και μόνο γιατί φοβόμαστε την κοινωνική αποξένωση. Ο Μερσώ είναι ο αποξενωμένος, ο διαφορετικός, ο απομονωμένος, αυτός που δεν βαδίζει με τα «πρέπει» και τις συμβάσεις. Ο κάθε είδους ξεχωριστός, αλλιώτικος από το σύνολο. Τα αουτσάιντερ που μπορεί να αποτελέσουν απειλή για την κοινωνία. Ο Μερσώ είναι ένας ήρωας με ενδιαφέρον, γιατί ακριβώς δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Ο φόνος βρίσκεται στο κέντρο του βιβλίου. Το χωρίζει στο πριν και στο μετά. Είναι το σημείο εκείνο που φωτίζει τη συμπεριφορά του Μερσώ. Κι αποτελεί κι ένα εφαλτήριο των κρίσεων της κοινωνίας ή των ερμηνειών που δίνει στον τρόπο που βλέπει τη ζωή.

«Ο ξένος» και η έβδομη τέχνη

Το 1967 η νουβέλα του Καμύ μεταφέρθηκε στο σινεμά, σε σκηνοθεσία του Λουκίνο Βισκόντι. Ο Βισκόντι σεβάστηκε το βιβλίο και έκανε ελάχιστες σεναριακές παρεμβάσεις. «Ο ξένος» του Καμύ ενέπνευσε και τη μουσική παραγωγή. To “Killing an Arab” είναι το πρώτο σινγκλ του συγκροτήματος Cure. Το κομμάτι ξαναήρθε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο και μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.