Αλκης Δερβιτσιωτης: «Υπαρχει παντοτε η διαρκης αναγκη βελτιωσης των πολιτειακων θεσμων»

Τρεις άξονες στους οποίους θεωρεί πως θα πρέπει να κινηθεί η Συνταγματική αναθεώρηση θέτει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής ΔΠΘ

Το εναρκτήριο λάκτισμα για να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έδωσε ο Πρωθυπουργός, και από τότε πολλές είναι οι συζητήσεις και οι τοποθετήσεις που έχουν ακουστεί για το θέμα.

Και ενώ το άρθρο 86 περί ευθύνης Υπουργών και το άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση είναι αυτά που έχουν προσελκύσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, υπάρχουν πολλά ακόμα άρθρα που κατά την άποψη του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου κ. Άλκη Δερβιτσιώτη πρέπει να συμπληρωθούν, να βελτιωθούν αλλά και να προσαρμοστούν στην σύγχρονη τεχνολογική και πολιτική πραγματικότητα.

Από την μονιμότητα των Δημόσιων υπαλλήλων στην ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, την λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών στην υποβολή προτάσεων νόμου από τους πολίτες, αλλά και φυσικά την ευθύνη των Υπουργών και την Ανώτατή εκπαίδευση, ο κ. Δερβιτσιώτης κατέθεσε τις απόψεις και τις θέσεις του στο Ράδιο Παρατηρητής, αναμένοντας φυσικά και τις πρωτοβουλίες της Βουλής.

Άλκης Δερβιτσιώτης όμως αναλυτικά…

Μία αναθεώρηση ανά επταετία

ΠτΘ: κ. Δερβιτσιώτη, μήπως κάνουμε τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά συνταγματικές αναθεωρήσεις στη χώρα μας;

Α.Δ.: Η αλήθεια είναι αυτή. Είχαμε μία αναθεώρηση τυπικά αναθεώρηση γιατί έχει και στοιχεία άσκησης συντακτικής εξουσίας, το φθινόπωρο του 1974 και έτσι μας προέκυψε το ισχύον Σύνταγμα του 1975. Μετά από έντεκα χρόνια, είχαμε ακόμη μια αναθεώρηση πολύ σημαντική, που αποσαφήνισε τα πράγματα εντός των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας. Απέμεινε ισχυρός πόλος ο Πρωθυπουργός και εξασθένησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως πόλος.

Από εκεί και μετά έχουμε τον νέο αιώνα, σχεδόν κάθε επτά χρόνια και μια αναθεώρηση, το 2001, τη σχεδόν κολοβή αναθεώρηση του 2008, την οποία ο κόσμος δεν θυμάται γιατί αναθεωρήθηκαν όλα κι όλα ενάμιση άρθρο λόγω έλλειψης αποδοχής, μετά το 2008 πέσαμε στην καταιγίδα των μνημονίων και από τα μνημόνια περάσαμε στην αναθεώρηση του 2019 και τώρα έχει εξαγγελθεί μια νέα αναθεώρηση. Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, έχουμε μία αναθεώρηση κατά μέσον όρο κάθε επταετία.

Ενίσχυση των θεσμών σε αντίβαρο του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου

ΠτΘ: Υπάρχει αυτή η θεσμική ανάγκη για συνταγματικές αναθεωρήσεις; Ή αναδιαμορφώνονται τόσο πολύ οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μέσα σε μια επταετία που να το δικαιολογεί;

Α.Δ.: Η αναθεώρηση είναι μια ειδική νομοθετική λειτουργία, την οποία πράττει μόνη της η Βουλή, και η νομοθετική πρωτοβουλία δεν αξιολογείται δικαστικά.

Απομένει όμως το ζήτημα της ουσίας, το εάν είναι αναγκαία.

Υπάρχει πάντοτε η διαρκής ανάγκη βελτίωσης των πολιτειακών θεσμών. Έχουμε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, κάτι που αποσαφηνίζει τα πράγματα σε επίπεδο αποφάσεων, πρέπει όμως να ενισχυθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί.

Ένα δεύτερο επίπεδο αφορά την ταχύτερη εξέλιξη των πραγμάτων λόγω της τεχνολογικής προόδου. Ο χρόνος «πυκνώνει» και έχουμε ταχύτερη μεταβολή των πραγμάτων.

Για παράδειγμα βρισκόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι νέες εξελίξεις είναι τέτοιες ώστε είτε θα αποσυντεθεί σε μία χαλαρή συμμαχία κρατών υποτελών στα κελεύσματα άλλων ή θα πραγματοποιήσει αποφασιστικά και καθοριστικά βήματα για να μετατραπεί σε ομοσπονδιακή πολιτεία. Και τα δύο ενδεχόμενα επηρεάζουν άμεσα κράτη μεσαίου μεγέθους, όπως η Ελλάδα.

Ωστόσο, δεν διαθέτουμε τον κατάλληλο συνταγματικό μηχανισμό που θα μπορούσε να κινητοποιήσει αποτελεσματικά τα πολιτειακά μας όργανα, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση των εξελίξεων.

Το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο και η Συνθήκη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτρέπει τα κράτη μέλη, να διατυπώσουν τη γνώμη τους κάθε φορά που εκδίδονται κανονισμοί ή οδηγίες. Με τον τρόπο αυτό, διαμορφώνεται έμμεσα το νομοθετικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου.

Στην ελληνική έννομη τάξη υφίσταται μόνο μία επιτροπή, προβλεπόμενη από τον κανονισμό της βουλής, της οποίας η αποτελεσματικότητα παραμένει αμφίβολη, σε αντίθεση με άλλα κράτη.

Αυτό είναι ένα θεσμικό έλλειμμα, το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω της ενίσχυσης του άρθρου 28 του Συνάγματος, που αποτελεί παράθυρο της χώρας προς το διεθνές δίκαιο και το Ευρωπαϊκό δίκαιο, που θα μπορούσε να προσφέρει τη θεσμική δυνατότητα για ουσιαστική παρακολούθηση και ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Αλλαγή του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας

Παράλληλα σε επίπεδο διατάξεων προς αναθεώρηση, υπάρχουν πάντοτε εκκρεμή ζητήματα από το παρελθόν. Ενδεικτικά, έχει διατυπωθεί διαχρονικά η άποψη ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα πρέπει να εκλέγεται αποκλειστικά από τη Βουλή, αλλά από ένα ευρύτερο, σύνθετο εκλεκτικό σώμα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο αρχηγός της Ελληνικής Πολιτείας. Που σημαίνει ότι πρέπει να συγκεντρώνει πολύ περισσότερα χαρακτηριστικά από αυτά που του επιφυλάσσει η θεσμική ευκολία. Τα χαρακτηριστικά του δε είναι τέτοια που θα πρέπει η επιλογή του προσώπου να είναι από την πρώτη ομάδα των Ελλήνων που βρίσκονται σε δημιουργική ζωή και όχι κάποιος ο οποίος θα επιτελέσει τυπικά το έργο και θα περιμένει να λήξει η θητεία του.

Πρέπει να είναι ένα από τα σύμβολα της ιστορίας μας, της πλασματικής μας ενότητας και διαφόρων άλλων τέτοιων πολιτισμικών στοιχείων, που δυστυχώς η σύγχρονη εξέλιξη παραμερίζει. Αλλά από κάτι τέτοια πολιτειακά όργανα παραμένει η υπόμνηση της αναγκαιότητας και της ανάγκης να διατηρούμε τη συνοχή μας.

Αυτά όλα είναι ζητήματα που είναι διαρκώς επίκαιρα και που κάθε φορά, αν θέλουμε να βελτιώνουμε την ποιότητα και το επίπεδο της ζωής μας, θα πρέπει να τα επαναφέρουμε σε συζήτηση.

Προτεραιότητα οι ανάγκες των διοικούμενων

ΠτΘ: Είναι ζητήματα όπως η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ή το άρθρο 16 τέτοιας σημασίας ώστε να επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα της κοινωνίας και να δικαιολογούν συνταγματική αναθεώρηση;

Α.Δ.: Παρότι  η μακαριότητα και η ευημερία του ελληνικού έθνους δεν αμφισβητείται η ταλαιπωρία όμως των διοικουμένων από ορισμένους υπαλλήλους είναι επίσης κάτι που δεν στασιάζεται στην καθημερινότητα. Θα μου πείτε, πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι; Εάν το κεφάλι δεν καταλαβαίνει διαφορετικά, η απειλή κοπής δεν χάνεται να συζητηθεί.

Γιατί όταν έχουμε την ταλαιπωρία βρίζουμε το σύστημα και δεν αναζητούμε προσωπική ευθύνη του υπαλλήλου που καθυστερεί, κωλυσιεργεί, δεν μπορεί, δεν ξέρει, δεν θέλει.

Όλα αυτά μάθαμε να τα προσπερνάμε στο όνομα παλαιότερων δυστυχισμένων εποχών. Και δυστυχώς φοβάμαι ότι δεν έχουμε συγχρονιστεί ως λαός με την πραγματικότητα και καλυπτόμαστε κάτω από βολικούς συλλογισμούς, οι οποίοι κατά το παρελθόν θα δικαιολογούνταν πολύ περισσότερο να προβάλλονται από ό, τι σήμερα. Αντί να συζητάμε, χρησιμοποιούμε προσχήματα ένθεν κακείθεν, διαχρονικά, διακομματικά.

Θα πρέπει να λήξουμε την εποχή των προσχημάτων και να πάμε στο γενικό συμφέρον, όπως η μηχανοργάνωση μέσω υπολογιστή να μην παρουσιάζει προβλήματα όπως παρουσιάζει και το σύστημα με τους υπαλλήλους.

Από κει και μετά στο Άρθρο 103 του Συντάγματος, που αφορά τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, υπάρχει πάντοτε ένας γενικός προβληματισμός για το πώς μπορούμε να θεραπεύουμε τις ανάγκες του διοικουμένων, απέναντι του οιουδήποτε αμείβεται από το δημόσιο και κάνει σκασιαρχείο ποικιλοτρόπως.

Υπάρχει κόσμος ο οποίος εργάζεται για περισσότερα πρόσωπα και υπάρχει και κόσμος που απλώς εισπράττει το δεκαπενθήμερο. Πώς μπορεί να γίνει η διάκριση είναι ένα θέμα και θεσμικής προετοιμασίας και ικανότητας του αξιολογητή και κυρίως θέλησης της πολιτείας να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα.

Διότι αν με αφήνουν να μην πατάω το πόδι μου και να αμείβομαι παρά ταύτα και να μην έχω κύρωση, σημαίνει ότι εγώ είμαι ένας ευάλωτος, άρα θα κάνω ό,τι μου πουν. Αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο κάποιος που αμείβεται από τον συλλογικό εργοδότη που λέγονται φορολογούμενοι αρνείται την αξιολόγηση. Εργάζομαι 42 χρόνια, και έχω αξιολογηθεί στην ζωή μου 8 φορές, κάθε μία των οποίων με έκανε και καλύτερο την επόμενη φορά. Αντιλαμβάνομαι το στενάχωρο της ιστορίας, αντιλαμβάνομαι την κατάσταση, αλλά έτσι μπορώ να αξιώνω καλύτερες αποδοχές.

Παρελκυστικές τοποθετήσεις για το άρθρο 16

ΠτΘ: Δεν θα μπορούσαν αυτά εδώ τα ζητήματα να ρυθμιστούν, όπως και η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, με έναν νόμο

Α.Δ.: Ειδικά για το άρθρο 16, καταρχάς δεν υπάρχει κρατικό πανεπιστήμιο με την στενή έννοια του όρου στην Ελλάδα. Τα Ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) που είναι αυτοδιοίκητο, όπως για παράδειγμα ο Δήμος Κομοτηνής.

Δέστε λοιπόν πώς σε αυτή τη χώρα, με τα προσχήματα και τον ιδεολογικοποιημένη λόγο, δηλαδή τον λόγο που αποκρύβει την πραγματικότητα ή φωτίζει επιθυμητά κομμάτια της πραγματικότητας, φθάσαμε σε μια συζήτηση κρατικό, μη κρατικό, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Το άρθρο 16 παράγραφος 5 ορίζει πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ΝΠΔΔ. Για τον μη νομικό, τα εν λόγω Νομικά πρόσωπα αποτελούν δημιουργήματα της πολιτείας, μέσω νομοθετικής πράξης της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας ή, αν υπάρχει τυπικός νόμος του αρμόδιου Υπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας με Προεδρικό διάταγμα. Δεν μπορείς να φτιάξεις νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε επίπεδο παρέας ή ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η συζήτηση σε επίπεδο κρατικών, μη κρατικών, αποκρύβει την πραγματικότητα πως ο νόμος, ο οποίος τέθηκε υπό συνταγματική αμφιβολία στην κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν προβλέπει κρατικά ή μη κρατικά, αλλά ότι ένα νόμιμο, πανεπιστήμιο σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να έλθει και στην Ελλάδα

Η νομική όμως μεταχείριση θα προέβλεπε ενδεχομένως και την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενδεχομένως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο, για να δει εάν όλο αυτό τίθεται εν αμφιβόλω ή συμφωνεί με τις δύο διατάξεις που έχουμε στη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκεί λοιπόν έχουμε μία διάταξη που λέει πως όταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποδίδει στον πτυχιούχο επαγγελματικά δικαιώματα είναι πρωτογενώς υπόθεση της Ένωσης και δευτερογενώς των κρατών, σε αντίθεση με την δεύτερη διάταξη που λέει ότι αν η τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχει ακαδημαϊκά δικαιώματα, τότε πρωτογενώς είναι υπόθεση των κρατών μελών και δευτερογενώς της Ένωσης.

Άρα έχουμε νομικά θέματα τα οποία για λόγους εντυπωσιασμού ή για λόγους χειραγώγησης της κοινής γνώμης ή για λόγους διευκόλυνσης της κοινής γνώμης, δεν παρουσιάζονται όπως είναι. Αυτό δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, παρανοήσεις, με αποτέλεσμα στο τέλος να κάνουμε άλλα πράγματα από εκείνα που έχουμε εξαγγείλει και από εκείνα που έχουμε συζητήσει.

Το «αμελλητί» στο άρθρο 86

ΠτΘ: Έχει γίνει όμως μεγάλη συζήτηση και για την αλλαγή του άρθρου 86, ιδιαίτερα μετά την τραγωδία των Τεμπών

Α.Δ.: Το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 86 του συντάγματος, είναι ένας θεσμός που στην Ελλάδα έχει ταλαιπωρηθεί.

Οι συμπαγείς κομματικές κοινοβουλευτικές ομάδες του παρελθόντος, διαχρονικά και διακομματικά δημιουργούν παθογένειες επειδή δεν θέλουν ένας υπουργός που προέρχεται από την πλειοψηφία να κυνηγηθεί, διότι κοιτάμε πρώτα τις εντυπώσεις και μετά κοιτάμε την ουσία.

Η διάταξη θεσμοθετήθηκε το 2001 και αναθεωρήθηκε το 2019, και η αναθεώρηση του 2019 έλυσε ένα βασικό πρόβλημα της παραπομπής εντός διετίας, που πρέπει να πιστωθεί στα θετικά της.

Αυτό που έχουμε τώρα να δούμε είναι την έκταση παρέμβασης της Βουλής, δηλαδή της συμπαγούς μονοκομματικής πλειοψηφίας στη διαδικασία της δίωξης και την προετοιμασία που μπορεί να κάνει ένας εισαγγελικός λειτουργός ή ένας τακτικός ανακριτής, δηλαδή να φύγει το επίρρημά αμελλητί.

Η ισχύουσα διάταξη λέει ότι εάν σε έλεγχο υπόθεσης βρεθεί όνομα υπουργού, οφείλει αμελλητί να αποσταλεί η δικογραφία στη Βουλή, που δεν διανέμεται στο σύνολο των βουλευτών, αλλά πηγαίνει όποιος θέλει να μελετήσει σε ειδικό χώρο το αντίγραφο, ενώ ο μόνος που παίρνει αντίγραφο είναι ο υπουργός.

Αν φύγει το αμελλητί από τη μέση, φύγει και η επιτροπή που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, και η Βουλή περιοριστεί μόνο στο να σταθμίσει, στο μέτρο που της αναλογεί, τη συμπεριφορά που συνεπάγεται η πράξη ενός υπουργού, εάν έχει παραβιάσει ή δεν έχει παραβιάσει, κατά την αιτιολογημένη πρόταση που έχει αποστείλει το αρμόδιο δικαστικό όργανο ή ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός, τότε θα μπορέσουμε να διευκολύνουμε λίγο τη διαδικασία.

Τρεις άξονες της αναθεώρησης

ΠτΘ: Σε πολλά πράγματα φαίνεται πως όντως θα μπορούσε να τεθεί η βάση της συζήτησης για τις αλλαγές στο Σύνταγμα

Α.Δ.: Βλέπω την αναθεώρηση σε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος συμπληρώνει υφιστάμενες διατάξεις, όπως το άρθρο 16 και το άρθρο 86.

Αντίστροφα, υπάρχει ένας άξονας που θα εισάγει στο κείμενο του Συντάγματος για πρώτη φορά πράγματα λόγω ακριβώς της εξέλιξης, όπως η Επιτροπή για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Ο τρίτος άξονας είναι η βελτίωση ήδη υφισταμένων διατάξεων. Να επισημάνω δύο, οι οποίες προστέθηκαν με την αναθεώρηση του 2019, αλλά ήταν υπερβολικά φειδωλές. Για ποιο λόγο στη διάρκεια μίας βουλευτικής περιόδου, δηλαδή μίας τετραετίας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μπορούν να προτείνουν μόνο δύο εξεταστικές επιτροπές και όχι έναν απεριόριστο αριθμό; Ο έλεγχος του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος προϋποθέτει εξαιρετικό ελεγκτικό μηχανισμό.

Η δεύτερη είναι ότι στη διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής περιόδου, 500.000 ενήλικοι εκλογικά Έλληνες πολίτες μπορούν να υποβάλουν πρόταση νόμου, που περιορίζονται σε 2, γιατί όχι περισσότερες; Ένας απεριόριστος αριθμός εξεταστικών επιτροπών, ένας απεριόριστος αριθμός προτάσεων νόμου. Έτσι κι αλλιώς η Βουλή δεν δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο της πρότασης. Η Βουλή υποχρεωτικά θα το παραλάβει και θα το επεξεργαστεί.

Δεν αποτελεί εμπόδιο η πολιτική αστάθεια για την αναθεώρηση

ΠτΘ: Έχει τεθεί το ερώτημα κατά πόσο ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια θα μπορούσε να επηρεάσει την ακύρωση ψηφισθείσας αναθεώρησης, δηλαδή αν δεν επιτευχθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης στην επόμενη Βουλή

Α.Δ.: Το Άρθρο 110 προβλέπει όντως δύο Βουλές, η μία που προτείνει και δεσμεύει την επόμενη για το ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν, και αυτή αποφασίζει για το περιεχόμενο των άρθρων.

Αυτή τη στιγμή πολιτική αστάθεια, πλην δημοσκοπικών εκτιμήσεων, δεν έχουμε. Αν μετά τις εκλογές δεν μας προκύψει δυνατότητα συμμαχικής κυβέρνησης ή απόλυτης πλειοψηφίας μονοκομματικής κυβέρνησης, το άρθρο 37 δίνει λαμπρά περιθώρια σχηματισμού οικουμενικών κυβερνήσεων ειδικού σκοπού.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να αρχίσουμε από σήμερα τον προβληματισμό αν μπορεί να μεταφερθούν οι αρμοδιότητες της επομένης στη μεθεπόμενη Βουλή για να κάνει την αναθεώρηση, όταν δεν έχουμε εξαντλήσει σε πραγματικό χρόνο την δυνατότητα σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης με τον ειδικό σκοπό, την αναθεώρηση του Συντάγματος και τα τρέχοντα ζητήματα.

Κρίσιμη η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου

ΠτΘ: Ανάμεσα στις προτάσεις που εσείς έχετε καταθέσει είναι και η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα που θα έλυνε όλα αυτά τα προβλήματα

Α.Δ.: Η χώρα χρειάζεται Συνταγματικό Δικαστήριο, κάτι που ως επίκουρος καθηγητής το έλεγα το 1996 και εξακολουθώ να το θέτω. Ουδείς όμως στη χώρα το θέλει πέραν της επιστημονικής κοινότητας, επειδή ένα Συνταγματικό Δικαστήριο είναι δεσμευτικό των πάντων, αναλόγως και των αρμοδιοτήτων του βέβαια.

Η τελευταία μου παραλλαγμένη πρόταση είναι να μην πάμε στο πρότυπο του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που αποτελείται από επιστήμονες σαν εμένα κυρίως και δευτερογενώς από δικαστικούς λειτουργούς, αλλά στο μοντέλο του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου που θέτει ένα προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας χωρίς να αποκλείει ακολούθως και μετά την συνταγματική προσφυγή σε περιορισμένο αριθμό.

Αυτό έχει το εξής πλεονέκτημα για το πολιτικό προσωπικό: Στο Συνταγματικό Συμβούλιο μετέχουν παλαιές και διαρκώς παρούσες προσωπικότητες της γαλλικής κομματικής και πολιτικής ζωής. Που σημαίνει δηλαδή ότι έναν άνθρωπο που έχει κάνει πρωθυπουργός ή υπουργός σε σημαντικά υπουργεία στα 70-75 του δεν τον αποστρατεύεις, τον βάζεις στο Συνταγματικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την υποχρέωση εντός 30 ημερών να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα. Το μοντέλο θα έθετε σε τάξη τα πράγματα εάν παρέμενε στα χέρια εν μέρει του πολιτικού προσωπικού, το οποίο δυστυχώς δείχνει θεσμική ανασφάλεια.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.