Ο αρχιτεκτονας Μηνας Κοσμιδης, η Fabrica και η Φαρμα Κρεατων
Η περιήγηση στο διαδίκτυο, προκειμένου να αλιεύσουμε ειδήσεις σχετικά με τα της Κομοτηνής, συχνά μας επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις. Μία από αυτές η ομιλία του Κομοτηναίου αρχιτέκτονα Μηνά Κοσμίδη (vimeo.com/96060935), στο πλαίσιο της φετινής ημερίδας του ΕΣΩ «για το Interior Design και την Αρχιτεκτονική» (www.esw.gr), που έλαβε χώρα τον περασμένο Φεβρουάριο στην Αθήνα, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, όπου και παρουσίασε τη δουλειά του αναφορικά με το εστιατόριο Fabrica Κρεάτων και την καλοκαιρινή του «εκδοχή», Φάρμα Κρεάτων (FABRICA Κρεάτων τιτλοφορείται η σχετική σελίδα στο Facebook).
Ευχάριστες εκπλήξεις όμως μπορεί να επιφυλάσσει το διαδίκτυο και σε όποιον το χρησιμοποιεί σωστά και μεθοδικά, ήτοι για την προβολή της δουλειάς του, η οποία μπορεί να είναι αξιόλογη αλλά να μην έχει τύχει της δημοσιότητας που της αρμόζει. Το internet λοιπόν αποτέλεσε το «όχημα» μέσω του οποίου η δουλειά του Κομοτηναίου αρχιτέκτονα Μηνά Κοσμίδη γενικότερα και δη το εστιατόριο Fabrica Κρεάτων και η καλοκαιρινή του «εκδοχή», Φάρμα Κρεάτων, κατέστη γνωστή παγκοσμίως.
«Μηνάς Κοσμίδης Architecture in Concept» ή, αλλιώς, «η έμφαση στη λεπτομέρεια»
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και συμφώνως προς την προαναφερθείσα ομιλία, από την οποία και θα αντλήσουμε το σύνολο σχεδόν του πληροφοριακού υλικού που εδώ φιλοξενείται, και είναι σ’ εμάς τους Κομοτηναίους τόσα χρόνια μετά τη λειτουργία της Fabrica και της Φάρμας Κρεάτων αναγνωρίσιμο, κοινό βίωμα για όσους τουλάχιστον τις επισκέπτονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος χώρος-ένα είδος «αρχιτεκτονικού κειμένου» δεν έχει προκύψει από μία ιδέα, ένα concept, δεν είναι προϊόν μιας αφήγησης, μιας ιστορίας που ξετυλίγεται στο χώρο και προκύπτει από το χώρο, αναγνωρίσιμη ή μη, σίγουρα όμως έστω και ασυνειδήτως εισπραττόμενη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, και από το καινούριο ξεκίνημα του Μηνά Κοσμίδη…
Βρισκόμαστε στο 2007, προ κρίσης, και ο Μηνάς Κοσμίδης αποφασίζει να μεταφέρει το γραφείο του από την Κομοτηνή στη Θεσσαλονίκη, όπου και, εν συνεχεία, δημιουργεί μια μικρή ομάδα από νέους αρχιτέκτονες. Το γραφείο ονομάζεται «Μηνάς Κοσμίδης Architecture in Concept» (minaskosmidis.com) και ασχολείται κυρίως με την αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου, δίνοντας έμφαση στη λεπτομέρεια, η οποία, «όχι μόνο η κατασκευαστική αλλά και η σχεδιαστική, προσδίδει στο έργο κάτι παραπάνω» και εξυπηρετεί τη βασική επιλογή του γραφείου που είναι όλα του τα έργα «να τα διέπει η απλότητα και η αφαίρεση».
Το «Μηνάς Κοσμίδης Architecture in Concept» αναλαμβάνει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό κατοικιών, επαγγελματικών χώρων αλλά και χώρων ψυχαγωγίας-εστίασης, ξεκινώντας, όταν του ανατεθεί ένα έργο από τα πρωταρχικά… Από την ανάγκη, όπως λέει ο Μηνάς Κοσμίδης, «να δημιουργήσουμε ένα σενάριο, μία ιστορία που μετά θα αφηγηθούμε στους πελάτες-καταναλωτές ελπίζοντας να γίνει κατανοητή και να αφυπνίσουμε ακόμα και τον κόσμο των αισθήσεων τους μέσα από μια σκηνοθετική και σκηνογραφική αντιμετώπιση».
Fabrica Κρεάτων: Η εμπειρία του παραδοσιακού ελληνικού κρεοπωλείου
Τέσσερα χρόνια μετά λοιπόν, και, συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 2011 έρχεται από την Κομοτηνή η πρόταση της δημιουργίας, εκ μέρους του γραφείου, μιας ψησταριάς-ταβέρνας «με βασικό προϊόν το ψητό κρέας στα κάρβουνα», χωρίς μεγάλο budget αλλά με «όρεξη, άνεση χρόνου, μεγάλες φιλοδοξίες» και με το επιπλέον κίνητρο ότι «αν το εγχείρημα πετύχαινε τότε υπήρχε ένα διπλανό αδόμητο οικόπεδο για να δημιουργηθεί η καλοκαιρινή εκδοχή του ιδίου εστιατορίου».
Το concept προέκυψε αμέσως, χωρίς πολλή σκέψη: «το κρέας ως βασικό προϊόν ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία πριν καταλήξει στο πιάτο μας. Από το σφαγείο, την κρεαταγορά και το κρεοπωλείο, μια πορεία που συνοδεύεται από πλήθος εικόνων, αντικειμένων ή ακόμη και εννοιών [….] Βέβαια, το βασικό ήταν ότι η τελική μορφή του μαγαζιού δεν έπρεπε να παραπέμπει σε έναν χώρο βγαλμένο από ταινία τρόμου αλλά σε κάτι πιο φολκλόρ και κάτι πιο ευχάριστο. Έτσι κατέληξα ότι η τελική αίσθηση που θα ήθελα να έχει το εστιατόριο είναι αυτή του ελληνικού παραδοσιακού κρεοπωλείου», αναφέρει ο Μηνάς Κοσμίδης.
Σε ένα διώροφο κτίσμα της δεκαετίας του ’50 με ένα ισόγειο και έναν όροφο «με προϋπάρχουσα υποδομή εξοπλισμού, μιας και προϋπήρχε εστιατόριο που είχε κλείσει», τουτέστιν σε ένα «εσωστρεφές σύνολο» έπρεπε να βρεθούν «στοιχεία για να προβάλουμε το μέσα έξω, να προσδώσουμε μια εξωστρέφεια». Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, δημιουργήθηκε το κατάλληλο λογότυπο και η φωτεινή επιγραφή που «σε συνδυασμό με την είσοδο που θυμίζει παλιό ψυγείο μέσα στο οποίο κρέμονται κομμάτια κρέατος προκαλεί τους διερχομένους». Και αφού επετεύχθη η επιθυμητή εξωστρέφεια, αυτή χρησιμοποιήθηκε ως το «όχημα» για να εξοικειωθεί ο πελάτης με τον εσωτερικό χώρο: «Μόλις κανείς βρεθεί στο εσωτερικό παρατηρεί ένα μεγάλο ψυγείο στο βάθος, εξωτερικά επενδυμένο με ξύλο, εκπέμπει μια ζεστασιά, ενώ εσωτερικά οι επιφάνειες από inox κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Ένα τραπέζι στη μέση υποδηλώνει την αλλαγή χρήσης του παλιού ψυγείου και τα κρεμασμένα κάδρα απεικονίζουν την τροφή στην πρωταρχική της μορφή. Το βαθύ κόκκινο χρώμα των φωτιστικών, το cow skin, οι χασαποτράπεζες και το λευκό πλακάκι, πολύ γρήγορα συνθέτουν όλες τις εικόνες σε μία: παλιό κρεοπωλείο».
Αλλά και να προβληματιστεί σχετικά με την «όλη διαδικασία στην οποία υποβάλλεται κάθε τροφή μέχρι να φτάσει στο πιάτο μας» μέσα από έναν «φολκλορικό σουρεαλισμό»: «Φυσικά η αρχιτεκτονική έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τον χρήστη σε παραπάνω από μία νοηματική δοκιμασία. Έτσι ο πελάτης δεν ζει απλά την εμπειρία του παραδοσιακού κρεοπωλείου αλλά, ως κρέας ή ως ζώο, χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου και ο ίδιος μπαίνει στο ψυγείο και υποβάλλεται στην ίδια διαδικασία με την τροφή του, μια διαδικασία που ίσως να μην είναι και τόσο ευχάριστη».
Τα folk και τα σουρεαλιστικά στοιχεία του ορόφου, «το λευκό πλακάκι, τα τσιγκέλια στον τοίχο και οι φωτογραφίες ευτυχισμένων αγελάδων» τον ενοποιούν με το ισόγειο και δίνουν την εντύπωση στον παρατηρητή ότι «βρίσκεται στη μέση ενός επαρχιώτικου πανηγυριού, όπου οι χορευτές έχουν υπερυψωθεί και τα τραπέζια στο έδαφος περιμένουν τον κόσμο να γιορτάσει μαζί», ενώ οι βοηθητικοί χώροι περιλαμβάνουν «το mid bar ή mid market, που, εκτός από χώρος αναμονής, σερβίρεται και κρέας σε σφηνάκια».
Φάρμα Κρεάτων ή, αλλιώς, «η αυλή του κτήματος του παππού και της γιαγιάς»
Και αφού το εγχείρημα της Fabrica ολοκληρώθηκε, κατά γενική ομολογία επιτυχώς, ήρθε η σειρά της Φάρμας, ως «κάτι νέο που θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη της αρχικής ιδέας του παλιού κρεοπωλείου», στο μυαλό του Μηνά Κοσμίδη. Η ύπαρξη ενός υπαιθρίου χώρου, η υφιστάμενη υποδομή ενός παλιού καλοκαιρινού μαγαζιού και το γεγονός ότι «κουζίνα, τουαλέτες και οι άλλοι απαραίτητοι χώροι ήταν κοινοί με τη Fabrica» διευκόλυναν τη «δημιουργία ενός σκηνικού μιας υπαίθριας φάρμας των ζώων ή, αλλιώς, η αυλή του κτήματος του παππού και της γιαγιάς».
Έτσι και έγινε και o χώρος κοσμήθηκε από «μορφές οικόσιτων ζώων, υλικά και αντικείμενα που συναντά κανείς σε μια φάρμα», με τον στάβλο, το ιπποστάσιό της, το κελάρι της και, φυσικά, το κοτέτσι της. «Το φανταστικό που αναπαριστάται από τις παραμυθένιες γραφιστικές απεικονίσεις ζώων, συνυπάρχει με το πραγματικό που αντιπροσωπεύεται από τους χρήστες», τονίζει ο Μηνάς Κοσμίδης.
Όπως και στη Fabrica, έτσι και εδώ «ο χρήστης υποβάλλεται στην ίδια διαδικασία με την τροφή του και δεν είναι άλλη από αυτή του περιορισμού της ελευθερίας» και «γεννώνται ζητήματα και τίθενται ερωτήματα όπως αυτό του φυσικού τρόπου εκτροφής των ζώων» ενώ, παράλληλα «δίνεται έμφαση στην ύπαιθρο, την αγροτική ζωή και την οικολογία».
Η προβολή από διεθνώς αναγνωρισμένα αρχιτεκτονικά sites…
Το εγχείρημα ήταν στον δρόμο στης ολοκλήρωσής του, ενώ η Fabrica είχε ήδη τύχει της υποδοχής που της άρμοζε από το κοινό της Κομοτηνής, ένεκα και της εξαιρετικής δουλειάς των ιθυνόντων και του προσωπικού της. Είχε έρθει η σειρά της αναγνώρισής του «από ένα ευρύτερο κοινό, πολύ μεγαλύτερο και κάποιες φορές πιο εξειδικευμένο». Ο Μηνάς Κοσμίδης αποφάσισε να προβάλει τη δουλειά του διαδικτυακά και δη σε αναγνωρισμένα αρχιτεκτονικά sites, μέχρι που η Fabrica «ανέβηκε» στο Yatzer.
Ο δρόμος της διεθνούς αναγνώρισης είχε ανοίξει: «Τα likes άρχισαν να πέφτουν βροχή, τόσο στην ιστοσελίδα του Yatzer όσο και στην προσωπική μου σελίδα στο facebook. Τους υπόλοιπους μήνες και μέχρι την ολοκλήρωση της Φάρμας, αυτό που έκανα ήταν να απαντώ και να στέλνω υλικό σε διάφορα sites, magazines και εκδοτικούς οίκους από όλο τον κόσμο και, σε κάποιες περιπτώσεις, μου ζητούσαν να στείλω και παλαιότερες δουλειές». Ήταν η σειρά της Φάρμας λοιπόν: «δημοσιεύτηκε στο site The Cool Hunter» και, πλέον, «ένας καινούριος κύκλος προβολής άνοιξε προτού να κλείσει ο παλιός».
…και η βράβευση σε διεθνείς διαγωνισμούς!
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Μηνάς Κοσμίδης όχι μόνο να συμμετάσχει με τα δύο αυτά έργα σε διεθνείς διαγωνισμούς αλλά και να αποσπάσει αρκετές διακρίσεις μεταξύ των οποίων το πρώτο βραβείο στην κατηγορία Casual Dining στον διαγωνισμό Best of the year 2012 που διενεργεί κάθε χρόνο το αμερικανικό περιοδικό Interior Design αποδεικνύοντας περίτρανα ότι «το επαρχιακό low budget project ανταγωνίζεται αντίστοιχα στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στο Χονγκ Κονγκ, σε όλο τον κόσμο»!
Η Fabrica και η Φάρμα πλέον «δεν ήταν απλά ένα ωραίο μέρος για να γευματίζει κανείς αλλά ένα βραβευμένο μέρος για να γευματίσει κανείς, […] ένα σημείο αναφοράς όχι μόνο για τους κατοίκους της πόλης και των γύρω περιοχών αλλά και των διερχομένων από αυτήν»…
Η συμβολή της γραφιστικής και της φωτογραφίας
Η ομαδική δουλειά και η δημιουργική συνεργασία, ως είθισται, δεν αργούν να αποφέρουν «καρπούς». Εν προκειμένω, καθ’ όλη τη διάρκεια του εγχειρήματος, ο Μηνάς Κοσμίδης είχε την πολύτιμη βοήθεια της ομάδας των νέων συνεργατών του. Επίσης, «στο τελευταίο project» σημαντική ήταν «η συμβολή της γραφιστικής» και δη του επί εννέα χρόνια συνεργάτη του Γιάννη Τοκαλατσίδη, ενώ στην αναγνώριση της δουλειάς του από διεθνή αρχιτεκτονικά sites, ουκ αμελητέα ήταν η συμβολή της φωτογραφίας, ήτοι των συνεργατών του Νίκου Βαβδινούδη, Χρήστου Δημητρίου (Studio VD) και Ιωάννας Ρουφοπούλου.
Ρεπορτάζ: Γ.-Δ.Κ., Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
