«Ειμαστε ο,τι τρωμε»: Ο μαγειρικος πολιτισμος της Θρακης («τροφο-ποιειν») στην «παραδοσιακοτητα» του:Σημεια και συμβολισμοι του («τροφο-ανηκειν»)

Από την εσπερίδα με τίτλο «Τοπικά. Αυθεντικά. Τίμια. Προορισμοί με γεύση και ιστορία», που διοργανώθηκε στο πλαίσιο υλοποίησης του διακρατικού σχεδίου συνεργασίας «LOCAL TOUR»

«Δείξε μου τι τρως να σου πω ποιος ή τι είσαι». «Είμαστε ό,τι τρώμε»: Oρίζει κανείς τον εαυτό του και τους άλλους ανάλογα με το τι τρώει ο ίδιος ή το τι τρώνε εκείνοι.

 Η ελληνική Λαογραφία αποδέχεται εδώ και δεκαετίες ότι η τροφή είναι «πολιτισμένη». H ιδιαίτερη σε κάθε πολιτισμό σημασιοδότηση ποικίλων εννοιών, συνδεδεμένων μ’ αυτήν, όπως το «επιλεγμένο» και το «απαγορευμένο», το «ιερό» και το «μη ιερό» («βέβηλο»), το «καθαρό» και το «ακάθαρτο», η «κοινωνική απόσταση», η «εγγύτητα», το «υψηλό» και το «χαμηλό» (π.χ. η αστική τροφή, η gourmet κουζίνα, η χωρική – της υπαίθρου, οι τροφές των πλουσίων/του λαού/των ζητιάνων), το «θείο» («sacré») και το «κοσμικό» («profane»), το «ανδρικό» και το «γυναικείο», οι τροφές «των ζωντανών» και «των νεκρών», εγείρει σημαντικότατες ταξινομήσεις και καθιστά τη διατροφή σημείο στο ευρύτατο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, η διατροφή αποδεικνύεται «κώδικας», κατά τον Cl. Lévi-Strauss: «η μαγειρική, όπως και οι κανόνες γάμου και τα συστήματα συγγένειας μπορούν να θεωρηθούν ως ένα είδος γλώσσας […] ενός τύπου επικοινωνίας»· η διατροφή «επικοινωνεί» ποικίλα κοινωνικά μηνύματα, εκφράζει σχέσεις. Η τροφή ανάγεται σε μέσον νοηματοδότησης και ταξινόμησης του κόσμου (λαοί του σιταριού-καλαμποκιού, κρασιού-της μπύρας), συνδέεται με όλες τις όψεις της κοινωνικής ζωής, ενδυναμώνει την αίσθηση τού ανήκειν και αναδεικνύεται σε μια «διεκδίκηση της ταυτότητας»: Γεύσεις, χρώματα, φόρμες και τύποι, τρόποι παρασκευής και κατανάλωσης, καθορίζονται από την κάθε ομάδα, επομένως, μέσω της τροφής, εκφράζεται η συνοχή και η διαφορετικότητα μεταξύ των μελών της ίδιας ομάδας, αλλά και στις σχέσεις της με άλλες ομάδες (εμείς και οι άλλοι). Η τροφή είναι πολιτισμική μνήμη, εμπερικλείει μια νοσταλγική αφήγηση του τόπου της πόλης ή του χωριού που γεννήθηκε κανείς, των προσώπων, των αλλοτινών καιρών: «αυτό το ποτήρι κρασιού απαλού, φρέσκου, ξηρού, βάζει σε τάξη τη ζωή μου. Πιστεύω ότι το πίνω: θυμάμαι».

Τα τροφικά είδη, τα οποία οι άνθρωποι μιας κοινωνίας επιλέγουν ως φαγώσιμα, αποδίδουν το πολυσυζητημένο δίπολο ανάμεσα στις λευκές και κόκκινες τροφές ή αλλιώς στις αναίμακτες και αιματηρές, διάκριση που επίσης συνδέεται με τη διαφοροποίηση των ειδών σε βασικών (aliment de base) και σπανίων (aliment de disette), άρα πολύτιμων.

«Ο θρακικός τροφικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του σίτου»

Στην αγροτοκτηνοτροφική αργόσυρτη διάρκεια, που σημαίνει το λαϊκό μέτρο, οι άνθρωποι ιστορικά εξεβρίσκουν λύσεις καθημερινής σοφίας απέναντι στο πλέον ισχυρό πρόβλημα της πείνας· η κύρια αρχή στην οποία στηριζόταν η «παραδοσιακή» κουζίνα είναι ότι «τίποτα δεν έπρεπε να πάει χαμένο».

Ο θρακικός τροφικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του σίτου. Tο ψωμί αποτελεί τη βασική τροφή, «στυλοβάτης» και «στημόνι» της καθημερινής ύπαρξης των ανθρώπων και δη των λαϊκών. Το καθημερινό ψωμί, σίτινο (σταρένιο) ή μεικτό («ανάμικτο»-πιτυρούχο), «σικαλένιο με αλεύρι σιταρίσιο», σίτινο με καλαμποκάλευρο για «να γλυκαίνει», ανάγεται με πάγκοινες αξιολογήσεις από το υλικό σ’ ένα σημασιολογικό επίπεδο: «πρώτο», «καθαρό», «καλό», «ευλογημένο» ψωμί.

Οι πίτες, είδος «ψωμιού και φαγητού μαζί», αποτελούν «το ευκολότερο, ολιγοδαπανηρότερο και νοστιμώτερον φαγητόν» κατά τον Δ. Λουκόπουλο. Η πίτα πρόχειρο φαγητό, με την έννοια ότι για να φαγωθεί δεν απαιτείται να στρωθεί τραπέζι, δεν υπόκειται σε χρονολόγιο προγραμματισμό, άρα το κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς της είναι απροσδιόριστο. Ενώ ταξινομείται και ονοματίζεται περαιτέρω σε πλείστες εκδοχές ανάλογα με τα υλικά της γέμισης (αρτύσιμη/νηστίσιμη), τις περιστάσεις κατανάλωσης (καθημερινή/τελετουργική) και τις ποικιλίες στο σχήμα (κλειστή/ανοιχτή).

Η τροφή ανάγεται σε μέσον νοηματοδότησης και ταξινόμησης του κόσμου (λαοί του σιταριού-καλαμποκιού, κρασιού-της μπύρας), συνδέεται με όλες τις όψεις της κοινωνικής ζωής, ενδυναμώνει την αίσθηση τού ανήκειν και αναδεικνύεται σε μια “διεκδίκηση της ταυτότητας”: Γεύσεις, χρώματα, φόρμες και τύποι, τρόποι παρασκευής και κατανάλωσης, καθορίζονται από την κάθε ομάδα, επομένως, μέσω της τροφής, εκφράζεται η συνοχή και η διαφορετικότητα μεταξύ των μελών της ίδιας ομάδας, αλλά και στις σχέσεις της με άλλες ομάδες (εμείς και οι άλλοι). Η τροφή είναι πολιτισμική μνήμη, εμπερικλείει μια νοσταλγική αφήγηση του τόπου της πόλης ή του χωριού που γεννήθηκε κανείς, των προσώπων, των αλλοτινών καιρών

Στην κουζίνα της οικονομίας και στην καθημερινή μέριμνα των ανθρώπων να χορτάσουν φθηνά, οι χυλοί κατείχαν σημαντική θέση, έθρεψαν τους Θράκες επί μακρόν, καθώς η οικονομία του ψωμιού συνεπικουρείτο σε μεγάλο βαθμό από την ενδιάμεση κατανάλωση χυλωδών, πηχτών ή συγγενών ζυμαρωδών χορταστικών τροφών, βασισμένων στο άλευρο. Υπενθυμίζω το γνωστό γλυκό έδεσμα bοbότα, ένα κατά Braudel «κουρκούτι των φτωχών», αλλά και τα οικιακά «οικονομικά» ζυμαρικά: κους κους, τραχανάς, γιουφκάδες, ουμάτς, ιφκάδια· διαδεδομένα ευρέως σε όλους τους πληθυσμούς της Θράκης, είχαν μια χρησιμότητα ανάλογη με εκείνη των οσπρίων, ήταν τροφές μικρού κόστους και συγχρόνως χορταστικές. Συνετάσσοντο με τα λοιπά τρόφιμα της αποθήκης, καθώς η μακρά συντήρηση σήμαινε επάρκεια των πρώτων υλών, άρα βιωσιμότητα και αυτάρκεια τού εκάστοτε νοικοκυριού, διότι κατά τη διαδοχή των περιόδων τού έτους υπήρχε περιορισμένη τροφική διαθεσιμότητα· υπενθυμίζω την παροιμία «ανάμεσα στα δυο ψωμιά (την προηγούμενη και την επόμενη γεωργική παραγωγή), χάν’ η μάνα τα παιδιά».

«Όταν φτιάναμε τα βερίκοκα μαρμελάδα, μοσχοβολούσε η γειτονιά», αναφέρουν οι αφηγήσεις και τεκμαίρουν την κουζίνα της όσφρησης, όπως συμβαίνει και με τα «κατ’ αγρόν» φυτά, τα συλλεγμένα από τον βοτανολογικό περίγυρο, τροφές τής μακρόχρονης ιστορικά κουζίνας της «απλότητας», αλλά όχι της «λιτότητας», της πρακτικής τού να καρπώνονται οι άνθρωποι τα ταπεινά υλικά της γης, να τα «λαχανεύονται» κατά τη Ν. Σκουτέρη. «Άγριες» και «ημιάγριες» τροφές της φύσης «εξημερώνονται» και πολιτισμικοποιούνται στο τραπέζι των Θρακών, π.χ. μανιτάρια, σαλιγκάρια, βότανα (χαμομήλι, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, ρίγανη, θυμάρι) ή, κατ’ επέκταση, μετασχηματίζονται σε γλυκό (μαρμελάδες, μουσταλευριά) με υλικά προερχόμενα από τα διαθέσιμα φρουτόδεντρα ή άγρια φρούτα. Ακόμη μια έτερη «εξημερωμένη» τροφή, το «ημιάγριο» μέλι, γευστικό, θρεπτικό, φαρμακευτικό, έως σήμερα συλλέγεται και καταναλώνεται χωρίς να μετασχηματίζεται διά της ανθρώπινης παρέμβασης, πράγμα που το καθιστά εξαιρετικό είδος διατροφής και εγκιβωτίζει την αξία του στις μυθολογίες των λαών και στα καθ’ ημάς τελετουργικά: στον γάμο, κατά το παρελθόν, η νύφη, πριν από την είσοδό της, σταύρωνε την πόρτα με μέλι· προσέφεραν στο ζευγάρι μελίγαλα (μέλι και γάλα)· υποδέχονταν τον νέο χρόνο με μέλι και βούτυρο…

«Η περιοχή της Ξάνθης ανήκε στον “πολιτισμό του βουτύρου”»

Στη γενική κατηγορία «χόρτα» ελλοχεύει η γευστική, πολιτισμική διάσταση της μαγειρικής, οι μυρωδιές, η οσφρητική μνήμη. Ένα μικροϋλικό, το σκόρδο, χρωματίζει την ονομασία και τη διαφοροποίηση του τελικού εδέσματος και καθιστά την τροφή ταξίδι «γνήσιων» γεύσεων, μνημών των αισθήσεων, της αυθεντικότητας και ταυτότητας του γενέθλιου τόπου. Πόσο πιο εύγλωττα μπορεί να μιλήσει κανείς μια γλώσσα της κουζίνας, παρά μέσω των αφηγήσεων! Ανατρέχω σε ένα πάγιο πολιτισμικό γεγονός, τα γεμάτα καλάθια ή «τσουβάλια με χόρτα» και γεύσεις που αποστέλλονταν έξω από το χωριό σε συγγενείς και φίλους, ειδικά στους διαμένοντες στα αστικά κέντρα.

Η περιοχή της Ξάνθης ανήκε στον «πολιτισμό του βουτύρου», τον χαρακτηριστικό του βορειοελλαδικού χώρου· δαπανούσαν το λάδι «με το φτερό». Παραδοσιακά οι ξανθιώτες έτρωγαν σουσαμόλαδο, το οποίο γινόταν στους γιαχανάδες, μια και το σουσάμι καλλιεργείτο σε σημαντική έκταση στα πεδινά χωριά. Οι μνήμες αναφέρουν το ζωικό λίπος (ως προσφάι), τη χοιρινή λίγδα (ως μαγειρική) και το σουσαμόλαδο (επίσης ως μαγειρική χρήση) έναντι του ελαιόλαδου. Η λύση ήταν η χοιροεκτροφή που παρείχε τη λίγδα τους έτους. Άλλωστε το δαπανηρό κρέας και η κυριότητα σε ζωικές μονάδες έχoυν ιστορικά υπογραμμιστεί ότι συντάσσονται με τον πλούτο και την ισχύ, συνεκδοχικά με την ευημερία και τη γιορτή. Υπενθυμίζω την επιτελεσθείσα αναγκαία κατ’ έτος χοιροσφαγία προ των Χριστουγέννων, προκειμένου να αποθηκευθεί το κρέας της χρονιάς και τα παράγωγά του, που αν και εκτιμούνται ως «βασικά και καθημερινά» είδη από την άποψη της θρεπτικής τους αξίας, εν τούτοις, στις ενθυμήσεις των λαϊκών στρωμάτων κάποιες ποιότητές τους αξιολογούνται ως πολυτελείς. Το χοιρινό αποτελούσε οικονομικό μέγεθος υψίστης σημασίας, διότι απέφερε μεγάλα οικονομικά οφέλη, καθώς τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το παχύτατο κρέας: λίπος, λουκάνικα, παστό, καβουρμάς.

Ο θρακικός τροφικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του σίτου. Tο ψωμί αποτελεί τη βασική τροφή, “στυλοβάτης” και “στημόνι” της καθημερινής ύπαρξης των ανθρώπων και δη των λαϊκών. Το καθημερινό ψωμί, σίτινο (σταρένιο) ή μεικτό (“ανάμικτο”-πιτυρούχο), “σικαλένιο με αλεύρι σιταρίσιο”, σίτινο με καλαμποκάλευρο για “να γλυκαίνει”, ανάγεται με πάγκοινες αξιολογήσεις από το υλικό σ’ ένα σημασιολογικό επίπεδο: “πρώτο”, “καθαρό”, “καλό”, “ευλογημένο” ψωμί

«Η σύνδεση της ανθρώπινης μοίρας, των βιολογικών και κοσμικών ρυθμών με τον κύκλο του σιταριού, εγκιβωτίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου»

Η εναλλαγή καθημερινής και τελετουργικής τροφής, αιματηρής και αναίμακτης, νηστείας και ευωχίας αποτελεί ένα παιχνίδι σημείων στη γραμματική του τροφικού πολιτισμού:

Η σύνδεση της ανθρώπινης μοίρας, των βιολογικών και κοσμικών ρυθμών με τον κύκλο του σιταριού, εγκιβωτίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου σε κάθε συμβολισμό του σιταριού και του ψωμιού, μεταφέρεται στις συμβολικές αναπαραστάσεις του ζωικού και ανθρώπινου ρυθμού. H μεταχείριση, επομένως, αυτής της κύριας τροφής σαν Σώματος Xριστού, δηλαδή του ίδιου του Θεού, στην καθημερινή του ακόμη μορφή, βασίζεται στην αποδοχή τής άνωθεν εξασφάλισής του («τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον»), η οποία διασφαλίζει από το φαινόμενο της πείνας και, επομένως, το τροφικό αυτό είδος συνδέεται στενά με την ευλογία, άρα η απαιτούμενη συμπεριφορά μας απέναντι σ’ αυτό μεταφράζεται σε ανταπόδοση σεβασμού προς το θείο.

Στη Θράκη το σιτάρι από τους χριστιανούς χρησιμοποιείται συμβολικά σε τρεις μορφές: 1. ωμό ως προσφορά, 2. βρασμένο ως κόλλυβο, πανσπερμίες-πολυσπόρια, 3. μεταποιημένο σε τελετουργικό ψωμί. Με όλα τα παραπάνω επικυρώνει τη διττή χρήση του στη ζωή και τον θάνατο.

Η «λειτουργιά» προσφέρεται, συμβολοποιείται και διανέμεται ως το κατεξοχήν ψωμί, καθώς στη λατρευτική πράξη ταυτίζεται με το θείο σώμα, λαμβάνει τη χροιά θυσίας που συνενώνει τις ισχυρότερες αντιθέσεις: το «θείο» και το «ανθρώπινο», τους «ζώντες» και τους «νεκρούς», κλπ., εν τέλει ανάγεται σε πολλαπλώς ιερό τροφικό παρασκεύασμα.

«Το κρασί, συντασσόμενο με το αίμα, ανάγεται σε σύμβολο ζωής και ανανέωσής της»

Το κρασί, τονωτικό και «γιατρικό», αποτελούσε τα κρύα πρωινά των προγόνων μας το συχνά αποκλειστικό πρωινό τους γεύμα, αλλά και σημείο γιορτής, ευφορίας, υγείας, δύναμης, εγγύς στην υπόσταση του αίματος, στο κρέας κατά τον Roland Barthes, σε αντίθεση με το «κοπιώδες» ψωμί, επιτρέπει τη δαπάνη («το κρασί να ρέει»). Ισχυρά φορτισμένο σε έθιμα θυσιών ή μύησης, υποδοχές, προπόσεις, στη συνένωση της κοινωνίας, ενδυναμώνει την αίσθηση τού ανήκειν μέσω του συμποσιασμού, ενώνει τους συνδαιτημόνες σε ένα σώμα, σε «ιερή κοινότητα». Συντασσόμενο με το αίμα, ανάγεται σε σύμβολο ζωής και ανανέωσής της. Μαζί με το σιτάρι που θρέφει και στυλώνει, ακόμη με το επουλωτικό, θεραπευτικό και κατευναστικό λάδι, το της θυσίας της προσφοράς και του χρίσματος, οι τρεις αυτές θεμελιώδεις κατά Braudel καλλιέργειες (λαδιού, κρασιού, σιταριού), τα αυτόχθονα αγαθά τού πανάρχαιου σταυροδρομιού της Μεσογείου (ελιά, αμπέλι, σιτάρι) συνδέονται με τη μάνα γη ως προϊόντα μόχθου, πολύτιμα, ευλογημένα και ιεροποιημένα.

Αιματηρές και αναίμακτες τροφές στον κύκλο του χρόνου. ευωχικά γεύματα του Δωδεκαημέρου χαρακτηρίζονται από:

α) τη σημαντική παρουσία του ψωμιού, ενδεδυμένου τα καλά του· ειδικό, περίτεχνο, στολισμένο, τελετουργικό, «ιερό ψωμί», χριστοψώμι, ψωμί για τον Χριστό, ο ίδιος ο Χριστός. Τα κεντίδια του απεδείκνυαν την οργανική σχέση με τον κυρίαρχο αγροτοποιμενικό τρόπο παραγωγής. Φορέας ευχών, προσευχών, μεταφέρει ένα ολόκληρο πολιτισμικό ήθος,

β) την απαραίτητη παρουσία του κρέατος ως τροφής κόκκινης, λιπαρής και ζεστής, γι’ αυτό ευφορικής και ευωχικής,

γ) την παρουσία άλλων τροφών, που είτε ως «ιερός αριθμός» (π.χ. «εννιά φαγητά») είτε ως τροφικό είδος (π.χ. πολυσπόρια και καρποί αποξηραμένοι, τροφές «διπλής φύσης», μειλίχιες, μελένιες προσφορές προς τους νεκρούς –μέλι, μειλίγματα–, χοιρινό κρέας και τα παράγωγά του –πηχτή, αιματιές, τηγανιές, λουκάνικα–, ως παράδειγμα κατά τον Μ. Σέργη, «τελετουργικής εναντιοσημείας»), είτε παρασκευασμένα με ειδικούς τρόπους, φέρουν συμβολικές αναπαραστάσεις: Λαχανοντολμάδες, σαραγλί, σαρμαδάκια, «μπάμπω», «τυλιχτά» ή «στριφτά» εδέσματα αναπαριστούσαν τα «σπάργανα» του νεογέννητου Χριστού,

δ) τη συγκέντρωση των μελών γύρω από το έδεσμα, με την επιβεβαίωση ρόλων και αξιών της «παραδοσιακής» κοινότητας (αντρικού/γυναικείου, π.χ. «του πατέρα» ως «κεφαλή της οικογένειας» ή  «νοικοκύρη»),

ε) τις τελετουργικές πρακτικές, όπως τη ρίψη διαβατήριας πανσπερμίας από τη νοικοκυρά (βρασμένο στάρι ή σπόρια από ρόδι ως καταχύσματα, που επιβιώνει ακόμη στην ύπαιθρο του νομού Ξάνθης), πράξη ομοιοπαθητική και συνειρμική προς αύξηση των περιουσιακών στοιχείων ή προς γονιμότητα.

Oι ευωχικές περίοδοι για την παραδοσιακή κοινωνία σημαίνουν κατανάλωση πρωτεϊνών, ακόμη και κατά την ευωχική φάση του κύκλου των Aπόκρεων, τουλάχιστον συντηρημένων τροφών, π.χ. λουκάνικων, εφ’ όσον η κρεοφαγία της Τσικνοπέμπτης είναι εναρκτική για τις ημέρες μέχρι την Κρεατινή Κυριακή, γαστρονομική, αποβλέπειστηνυπαρξιακή παρουσία του σπιτιού που θα δώσει «το παρών» στη γειτονιά, θα μυρίσει ώστε να ενισχύσει το οικογενειακό γόητρο στην κοινότητα ότι το συγκεκριμένο σπιτικό διαθέτει τις στοιχειώδεις δυνατότητες.

Η περιοχή της Ξάνθης ανήκε στον “πολιτισμό του βουτύρου”, τον χαρακτηριστικό του βορειοελλαδικού χώρου· δαπανούσαν το λάδι “με το φτερό”. Παραδοσιακά οι ξανθιώτες έτρωγαν σουσαμόλαδο, το οποίο γινόταν στους γιαχανάδες, μια και το σουσάμι καλλιεργείτο σε σημαντική έκταση στα πεδινά χωριά. Οι μνήμες αναφέρουν το ζωικό λίπος (ως προσφάι), τη χοιρινή λίγδα (ως μαγειρική) και το σουσαμόλαδο (επίσης ως μαγειρική χρήση) έναντι του ελαιόλαδου

«Η τροφή είναι μνήμη»

Στα τρία Ψυχοσάββατα του χειμώνα στο ονομαστικό φώνημα («ανακάλημα» λέμε στη Λαογραφία) των νεκρών ή ακόμη στο Ψυχοσάββατο του Μάη ή του Ρουσαλιού όταν «κλειούνται οι ψυχές, η καθεμιά στον τόπο της» –ιδέα που συγκινεί βαθιά τον λαϊκό–, οι γυναίκες με υποβλητικό τρόπο ετοιμάζουν μέχρι σήμερα τροφές προς διανομήν, με την ιδέα ακόμη ότι οι ψυχές συμμετέχουν στο τραπέζι των ζώντων και ευφραίνονται μαζί τους· υποδηλώνεται δε ο κοινωνικός ρόλος των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνει την αποκατάσταση της ενότητας της κοινότητας, η οποία καταλύθηκε με τον θάνατο.

Το τσουρέκι, εξελιγμένος τύπος του πασχαλινού ψωμιού, ζυμωμένο από άλευρο καλής ποιότητας –κοσκινισμένο με ψιλή σίτα–, αρωματισμένο με μπαχαρικά, κανέλα, γενίμπαχαρ, μοσχοκάρυδο, μοσχοκάρφια, ξομπλιασμένο με το πιρούνι ή το χλιάρι, ενέχει τη φροντίδα, επιμέλεια, ομορφιά και χάρη με την οποία η λαϊκή γυναίκα αποτύπωνε τον ποιητικό της εαυτό στο δημιούργημά της.

Η προσφορά αιματηρής τροφής στο πανηγύρι, στο πλαίσιο της αφιερωτικής πρακτικής, ορίζεται ως θρησκευτικό φαινόμενο που πιστοποιεί τον ιερό χώρο και τον ιερό χρόνο, ως οικονομικό φαινόμενο της ανταλλαγής μεταξύ θνητού – θεότητας – κοινότητας, ως κοινωνικό (με βάση την ενορία, την κοινότητα), το κρέας βρασμένο στα καζάνια, όπως και κάθε υλικό δώρημα, π.χ. κόλλυβο, άρτος, προσφέρεται σε κοινοτικό μοίρασμα υπέρ του αγίου (τάμα), προκειμένου να κορεσθεί το πλήθος και να εγείρει ευχές και προσευχές (άυλα δώρα) για την υγεία και ψυχική σωτηρία του δωρητή.

Μετά την εποχή της σποράς (τέλος φθινοπώρου – αρχές χειμώνα), διαβατήριο σημείο στο έτος, σε μια αναγωγή στο συλλογικό αγροτοκτηνοτροφικό παρελθόν, τα πολυσπόρια παρασκευάζονται σε μια θαυμάσια τελετουργική πανσπερμία, ομώνυμη της Αγίας Βαρβάρας και διανέμονται στα χωριά της Θράκης, κυρίως σιταριού (λόγω της σημαντικής αυτής καλλιέργειας στη Θράκη), αλλά επίσης καλαμποκιών, φασολιών, ρεβιθιών, ροδιού, κουκιών (υπέρ της ομοιοπαθητικής αύξησης κάθε αγαθού), κλπ.

Εν κατακλείδι, ο πατέρας μου ήταν παλαιός μάστορας ζαχαροπλάστης-τεχνίτης, που στην παρασκευή των λουκουμιών του και των υπολοίπων ουδέποτε μεταχειρίστηκε μηχανή· παρασκεύαζε πάντα τα εδέσματά του αποκλειστικά διά χειρός: σε όλον μου τον βίο τον θυμάμαι να παρασκευάζει το γλυκόπηχτο μείγμα του λουκουμιού, να στάζει μια σταγόνα άρωμα βανίλιας ή τριαντάφυλλου ή κόκκινου χρώματος, θυμάμαι τις φουσκάλες του μείγματος που έσκαζαν στους υψηλούς βαθμούς βρασμού, όταν το γυρόφερνε ρυθμικά με τις υπερμεγέθεις ξύλινες σπάτουλες στα καλογανωμένα καζάνια του, θυμάμαι αγωνιώσα το σχεδόν πυρίκαυστο μείγμα, όταν το άδειαζε κατόπιν στις ξύλινες τάβλες όπου αυτό στερεοποιείτο, θυμάμαι, εν συνεχεία, τα αμέτρητα γλυκά τετράγωνα κομμάτια, τα «πνιγμένα» στην άχνη ζάχαρη, θυμάμαι… Η τροφή είναι μνήμη.

*Η Γαρυφαλλιά Θεοδωρίδου είναι Δρ Λαογραφίας και Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια του ΔΠΘ. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εσπερίδα με τίτλο «Τοπικά. Αυθεντικά. Τίμια. Προορισμοί με γεύση και ιστορία», που διοργανώθηκε στο πλαίσιο υλοποίησης του διακρατικού σχεδίου συνεργασίας «LOCAL TOUR», του Τοπικού Προγράμματος CLLD/LEADER, Μέτρο 19, Υπομέτρο 193 του ΠΑΑ 2014-2020, από την Αναπτυξιακή Ροδόπης Α.Ε. ΟΤΑ., με τη συνεργασία της εταιρείας Two K Project, την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ροδόπης. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.

Βλ. σχετικά το ρεπορτάζ της εκδήλωσης εδώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.