«Ζουμε σε μια εποχη επιτηδευσης, μεγαλοστομων λογων, κατασκευασμενων ιστοριων ζωης»
Μιλούν μαζί, καθώς φεύγει το σκοτάδι… Μας κάνουν «συνένοχους» σε μια ιστορία με 30.143 λέξεις. Κλείνοντας το βιβλίο, χωρίς καν να το καταλάβουμε, έχουμε μοιραστεί 32 πρωινά με την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Φωτεινή Τσαλίκογλου. Δυο φίλες εκείνες, με εναλλασσόμενους ρόλους, συγγραφέας-καθηγήτρια-ψυχολόγος-άρρωστη-υγιής-θεραπευτής-θεραπευόμενος, ιδιότητες ρευστές και αβέβαιες, ρούχα άβολα και στενά που τις καθηλώνουν σε στενάχωρα και ασφυκτικά δωμάτια, «τι επιθυμήσανε, αλήθεια, μέσα απ’ αυτό το διαλογικό βιβλίο;» ρωτάμε την κ. Φωτεινή Τσαλίκογλου και παίρνουμε την απάντηση: «Να πετάξουμε τα στενά ρούχα που δεν σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις και που ακόμα και στον ύπνο μάς λένε να τα φοράμε, και να δοκιμάσουμε έναν περίπατο στον ανοιχτό αέρα». Σ’ αυτήν την περιπέτεια της ομιλούσας γραφής, εκείνες σπάνε τη σιωπή… κι εμείς αφηνόμαστε στη φαντασίωση μιας ελεύθερης συνομιλίας χωρίς να είμαστε καν εκεί…
Πως έγινε η « εκκίνηση » για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Είχα την ιδέα. Η Μαργαρίτα συμφώνησε. Ήταν ένα στοίχημα αν θα τα καταφέρουμε. Τολμήσαμε και νομίζω τα καταφέραμε. Τι ακριβώς τολμήσαμε;
Δεν μπορώ να σας πω με ακρίβεια, μάλλον εκείνο που καταφέραμε είναι να μιλήσουμε « εκ βαθέων » σαν δύο φίλες που τυχαίνει να έχουν διαγράψει τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες μέσα στη διαφορετικότητά τους, εν τέλει πορείες ζωής. Αυτό το
«τόσο ίδιο» και συνάμα «τόσο διαφορετικό» είναι που εμένα με συγκίνησε και με παρότρυνε σ’ αυτό το διαλογικό βιβλίο.
Συμφωνείτε κι εσείς, όπως ειπώθηκε, ότι η απόφαση της κ. Μαργαρίτας Καραπάνου ήταν μια γενναία απόφαση;
Γενναία απόφαση ήταν και για τις δύο μας. Είναι γενναίο να βγαίνεις από τους ρόλους και τα ρούχα που θέλουν οι άλλοι να σου βάζουν. Ούτε η Μαργαρίτα περιφέρεται με το ρούχο της « μανιοκαταθλιπτικής » ούτε εγώ με το ρούχο της «καθηγήτριας ψυχολογίας». Πετάξαμε τα δανεισμένα ρούχα και μιλήσαμε.
Πολύ απλά αυτό έγινε. Αποτέλεσμα ήταν αυτό το βιβλίο. Στα μυθιστορήματά της η Μαργαρίτα είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει το πρώτο πρόσωπο. Δεν κρυβόταν πίσω από τους ήρωές της. Κυριολεκτούσε. Στα δικά μου μυθιστορήματα δεν συνέβαινε το ίδιο. Για μένα ήταν το βάπτισμα του πυρός. Μίλησα για πρώτη φορά – το οφείλω στη Μαργαρίτα – σε πρώτο πρόσωπο.
Είστε δύο πρόσωπα που γνωρίζονται καλά. Χρησιμοποιείτε μια γλώσσα κοινή και χιλιάδες λέξεις. Θεωρείτε ότι το βιβλίο αυτό παραπέμπει στην αλήθεια; ΄Ηταν όντως μια « ελεύθερη » συνομιλία;
Ας μη γελιόμαστε. Τι πάει να πει « ελεύθερη συνομιλία;» Θα ήμασταν ηλίθιες να πιστεύαμε στη δυνατότητα των απόλυτα ελεύθερων συνομιλιών. Αφεθήκαμε στη φαντασίωση μιας ελεύθερης συνομιλίας. Ως ένα βαθμό το καταφέραμε. Αυτό είναι όλο.
Γιατί νομίζετε ότι ενδιαφέρει τόσο όταν το προσωπικό γίνεται συλλογικό και το ιδιωτικό δημόσιο; Είναι μόνο η «ομιλούσα » γραφή που συναρπάζει;
Αν συναρπάζει κάτι, είναι η μη επιτήδευση. Και τούτο γιατί ζούμε σε μια εποχή επιτήδευσης, μεγαλόστομων λόγων, κατασκευασμένων ιστοριών ζωής. Ζούμε μια εποχή όπου το δημόσιο δεν εμπνέει πλέον κανένα. ΄Ένα κενό προσωπείο. Και το ιδιωτικό χάνεται μέσα στην ευτέλεια μιας τηλε-ριάλιτι λογικής, όπου όλα πρέπει να φαίνονται μέσα στην χυδαιότητά τους, ο αλληλοσπαραγμός γίνεται τηλεοπτικό θέαμα, και με λύσσα οι βρικόλακες ορμάνε μέσα σου να σου πιουν το αίμα. Το αίμα είναι η ιστορία σου. ΄Όταν την παραδίδεις στους εμπόρους του θεάματος, δεν έχεις πια τίποτα δικό σου. Γύρω μας ελεύθερα κυκλοφορούν είτε βρικόλακες είτε ξέπνοα αποστεωμένα πρόσωπα. Θελήσαμε να περισώσουμε την ιστορία μας από τους βρικόλακες. Να την τιμήσουμε. Να την προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους αναγνώστες με σεβασμό, προσοχή και φροντίδα. Ήταν μια παραδειγματική κίνηση φροντίδας του «εαυτού». Ο «εαυτός» σήμερα δεν είναι εύκολο να απολαμβάνει φροντίδας και θαλπωρής. Θελήσαμε να αντισταθμίσουμε την έλλειψη. Προφέραμε στους εαυτούς μας αυτό που λείπει. Σεβασμό στην προσωπική ιστορία. .Προσυπογράφουμε τη ρήση του Μαλρό. « Μια ζωή δεν αξίζει τίποτα όσο μια ζωή.» ΄Έτσι και οι δικές μας ζωές. Της Μαργαρίτας και της Φωτεινής.
Ξέρετε γιατί το ρωτώ; Γιατί οι εξομολογήσεις είναι εύκολες στις μέρες μας. ΄Ενας πολιτικός δακρύζει μπροστά στην κάμερα, ένας αθλητής μιλά για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, μια star εξομολογείται μια κλοπή της όταν ήταν μικρή….
Το δάκρυ μπροστά στην κάμερα, η δυσκολία των παιδικών χρόνων, η «εξομολόγηση» της κλοπής. Τερτίπια μιας καταδικασμένης να μας διαφεύγει αλήθειας. Δεν υπάρχει τίποτα το πιο ψεύτικο από όταν πασχίζουμε να είμαστε αληθινοί
Αυτή η συγκλονιστική κατάθεση ψυχικών καταστάσεων και βιωμάτων της Μαργαρίτας Καραπάνου εσάς, παρά το γεγονός ότι είστε καθηγήτρια ψυχολογίας, σας συγκλόνισε;
Μα δεν ήμουν ως καθηγήτρια ψυχολογίας εδώ πέρα. Για ρούχα που μας στενεύουν πρόκειται. Τίποτα δεν θα είχαμε πετύχει, αν εγώ ήμουνα η καθηγήτρια ψυχολογίας και η Μαργαρίτα, ο φορέας των « συγκλονιστικών βιωμάτων ». Μια τρύπα στο νερό θα κάναμε. ΄Ένα « δήθεν βιβλίο ». Είμαι σίγουρη ότι καθόλου δεν θα άγγιζε όλους αυτούς, που τόσο μαζικά και απερίφραστα τώρα αγγίζει. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημά σας είναι ότι φυσικά με συγκλόνισε, «παρά το γεγονός ότι είμαι καθηγήτρια!…», όπως άλλωστε με συγκλόνισαν όλα όσα δικά μου κατέθεσα και εγώ σε αυτή τη
«μαρτυρία». Πιο πολύ ακόμα με συγκλονίζουν όσα δεν είπαμε ούτε εγώ ούτε η Μαργαρίτα. Να είστε βέβαιη ότι πάντα αυτό που δεν ειπώθηκε συγκλονίζει πολύ περισσότερο με το βάρος του ανείπωτου…..
Είπαμε ( αστειεύομαι )….να κάνουμε ένα παράρτημα, κάτι σαν μια
« ειδική έκδοση » και να την ονομάσουμε « όσα δεν είπαμε ».
Προφανώς αστειεύομαι…..
Και ο ρόλος των άλλων ανθρώπων σ’ αυτή την συν-αποκάλυψη; Λιαβάζοντας το βιβλίο παρατήρησα ότι περιλαμβάνετε και τις απόψεις, τις ρήσεις άλλων συγγραφέων, στοχαστών. Τι κομίζει αυτή η « διεύρυνση » του λόγου;
Την αγωνία της επίδρασης που είναι πάντα παρούσα. Είναι μια αγωνία που την απολαμβάνεις.
Παρά το γεγονός ότι η ψυχική υγεία των περισσότερων ανθρώπων είναι κλονισμένη στην εποχή μας εξακολουθούμε να λέμε: « και ποιος θα σε πιστέψει εσένα πουλάκι μου;» Ποιο είναι το σχόλιο σας; Ακόμη ζητούμενο η απομυθοποίηση της ψυχικής νόσου, ο αποστιγματισμός του αρρώστου …..
Το « ποιος θα σε πιστέψει εσένα πουλάκι μου » δεν το λέει μόνο μια νοσοκόμος σε μια ανήμπορη έγκλειστη στο ψυχιατρείο κοπέλα, το λέει κάθε τόσο ο πολιτικός, ο δάσκαλος, ο τηλεπαρουσιαστής, ο εργοδότης, ο σύντροφος, ο γονιός, το λέει ο καθένας που επιδιώκει να ορίσει την ψυχή σου. Όλο το ζητούμενο είναι να μην την εκχωρήσεις έτσι αυτή την ψυχή. Είναι το μόνο που έχεις. Αξίζει να την κρατήσεις εσύ. Γερά. «Εσύ. Γερά». Αυτό οραματισθήκαμε με τη Μαργαρίτα να πετύχουμε με το « Μήπως ».
«Μήπως» υπήρχε και η κρυμμένη παιδική επιθυμία να ξαναβρείτε αυτό που χάθηκε, να το ξανασυναντήσετε μέσα στο έργο σου…Το βρήκατε τελικά;
΄Έκλεισα τα μάτια μου. ΄Έδιωξα τις σκιές. Και είπα « Ναι! το βρήκαμε τελικά».
΄Έτσι κι αλλιώς περί δηλώσεως πρόκειται. Αν ορίσεις κάτι σαν αληθινό, γίνεται αληθινό στις συνέπειες του! Η γραφή σού επιτρέπει τέτοια δώρα. Για την ώρα τα μοιραζόμαστε μαζί με τους αναγνώστες μας, τους συνενόχους, τους συνταξιδιώτες μας σε αυτό το ιδιότυπο ταξίδι. Ακόμα κι αν οδηγεί στην κόλαση αξίζει να γυρίσουμε πίσω για να αφηγηθούμε τι είδαμε εκεί. ΄Όλα τότε αλλάζουν και « ως δια μαγείας » βρισκόμαστε στον Παράδεισο…
Σας ευχαριστώ.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
