Ζωη με χρυσα βραχιολια και χαμενεες βερες

Τέσσερις μήνες μετά την πρώτη του έκδοση επανεκδίδεται και κυκλοφορεί ξανά ο τιμητικός τόμος «Μοδίστρες και τη μοδιστρική στην Ξάνθη, Χρυσά βραχιόλια και χαμένες βέρες». Με την αμέριστη συμπαράσταση και συμβολή του Δήμου της Ξάνθης και της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Ξάνθης, το ΠΑΚΕΘΡΑ τιμά και φωτίζει μια ομάδα αυτοαπασχολούμενων γυναικών, κυρίως, σε ένα από τα παλαιότερα επαγγέλματα της περιοχής της Θράκης, αυτό της μοδίστρας. Με το φακό της έκδοσης να εστιάζεται στην πόλη της Ξάνθης, το βιβλίο επιχειρεί να ξαναζωντανέψει μνήμες από ένα επάγγελμα μάλλον γυναικείο με μοναδικά χαρακτηριστικά, με συμβολή και κύρος οικονομικό και κοινωνικό τότε.

«Η αυτοαπασχολούμενη γυναίκα απολάμβανε, μέσα βέβαια σε καθεστώς σκληρής εργασίας, ανεξαρτησία από εργοδοσίες (συχνά με όρους μειωτικούς), ένοιωθε ευθύνη για τα έργα των χειρών της που ήταν αντικείμενο κριτικής και κατακτούσε συνεπώς αυτοσεβασμό ως δημιουργός. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μια μοδίστρα απολάμβανε γενικής εκτίμησης που έφτανε ως τη μυθοποίηση (περίπτωση Φροσυνούλας Κουλακλόγλου) και λειτουργούσε ως πρότυπο, πράγμα που δεν συνέβη για καμία από τις χιλιάδες γυναίκες (καπνεργάτριες στη μεγάλη τους πλειοψηφία) που δούλεψαν σε συνθήκες δύσκολες για να στηρίξουν το οικογενειακό εισόδημα…». Με αυτά τα λόγια προλογίζει τη δεύτερη έκδοση η ΔΕΑΞ με την ελπίδα στο μέλλον να συνεχιστεί η προσπάθεια στήριξης και άλλων επαγγελματικών ομάδων που τόσα πρόσφεραν στην τοπική κοινωνία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι πρόκειται για το πρώτο πλήρες εκδοτικό πόνημα για ένα επάγγελμα στην ιστορία της βιβλιογραφίας της Ξάνθης.

Το λεύκωμα αποκαλύπτει τον ρόλο της γυναίκας ως σιωπηλού στυλοβάτη στη στήριξη των οικογενειών και στη χειραφέτηση της γυναίκας. Ο υπότιτλος της έκδοσης λειτουργεί ως σχόλιο για τη μοίρα της μοδίστρας, με τη σκληρή, αλλά και δημιουργική εργασία, το συγχρωτισμό με άλλες γυναίκες, μια ζωή χωρίς γιορτές και σχόλες, αφού όταν οι άλλοι γιόρταζαν οι μοδίστρες ήταν σκυμμένες στο βελόνι. Στα πλεονεκτήματα του επαγγέλματός τους εκείνη την εποχή συγκαταλέγεται η οικονομική αυτάρκεια, αλλά με βαρύ τίμημα τα στεφάνια του γάμου που δεν έρχονταν, βέρες που γύριζαν πίσω γιατί δούλευαν πολύ και γύριζαν οι προξενιές ή χάλαγαν οι αρραβώνες. Οι ώρες πολλές και η δουλειά εξουθενωτική… «Στεφάνια που δεν έρχονταν, βέρες που γύριζαν πίσω, μικρό είναι το ποσοστό (σχετικά με το μέσο όρο) των γυναικών του βελονιού που κατάφεραν να κάνουν μακροημέρευτες οικογένειες. Τα παραπάνω γέννησαν τον υπότιτλο του βιβλίου αυτού… χρυσά βραχιόλια (για το επάγγελμα που κερδήθηκε (και χαμένες βέρες (για ό,τι πληρώθηκε)…». Το επισημαίνουν και οι συγγραφείς κι επιμελητές της έκδοσης, Βασίλης Αϊβαλιώτης και Σοφία Αδαμαντίδου. Τελικά οι μοδίστρες που έφτιαξαν μακροημέρευτες οικογένειες δεν ήταν μάλλον πολλές…

Παράθυρα οι τρύπες των κουμπιών… απολήξεις των σκέψεων της στιγμής. Έραβαν τα ρούχα και τις στιγμές μαζί κι οι βελονιές τους ξόμπλιαζαν μαζί και τη ζωή τους… Μεγαλοκοπέλα, χωρισμένη, ξαναπαντρεμένη, πλέον χειραφετημένη… όλα αυτά ίσον μοδίστρα τα χρόνια τα παλιά και τούμπαλιν, αλλά όχι για όλες βέβαια. Ασπασία Μορφίδου, Κατίνα Τρίκη – Καρατσώλη, Πανδώρα Σταντσίδου, Μαριωρίτσα Τσόλκα – Βούζα, Φροσυνούλα, Κώστας Κουλακλόγλου, Μάγδα Γεβρεξούδη – Κουλακλόγλου, Κυριακή Παγαρτανίδου – Δημητριάδου, Αρετή Κύρου, Χρυσούλα Βέλιου – Γιαχανατζή, Χαρίκλεια Βέλιου – Φωτιάδου, Στάσα Διαμαντή – Σαββίδου, Πηνελόπη Νικολαΐδου – Παπαντωνίου, Ασημένια Αναγνωστίδου – Παπαντωνίου, Αμαλία Δεσποτίδου, Στέλλα Φιλίππου – Μακαβαία, Ελένη Φιλήμονος – Σταυροπούλου, Μαργίτσα Μπουντούση – Νησσοπούλου, Μαρίκα Ιωαννίδου – Νικολαΐδου, Αγαθονίκη Λασπίδου – Νησσοπούλου, Καλλινίκη Γιουβαντζίκογλου – Μπατζακίδου, Σοφούλα Σαββίδου – Κυρατζόγλου, Άννα Φείδα, Σοφία Χατζηγεωργίου – Σαρόγλου, Μιχάλης Λεονταρίδης, Καλλιόπη Σταμπουλή – Ιωαννίδου, Κωνσταντίνος Καρακώστας, Μαρίκα Πεταλά – Χατζή, Άννα Ασημάκη – Ρουμπίδου, Βασιλική Μπιτσικάνου – Αρσενάκη, Ελένη Μπιτσικάνου – Πεταλίδου, Ικμάλ Χατζηγιουσούφογλου, Μαριάνθη Ασλανίδου – Χατζηιωαννίδου, Δέσποινα Ζαλιμίδου – Κενελλοπούλου, Βασιλική Μπιτσέλη – Μπάρτζου, Ελευθερία (Ρούλα) Πολίτου, Θεόκλεια Κιουτσούκαλη – Παρασκευοπούλου, Ελπίδα Τσιακμάκη – Καραχάλιου, Έλλη Κουτίδου – Καρυοφύλλη, Ελένη και Αργυρώ Αγοραστού, Θεοδώρα (Λόλα) Μένεβα – Παπαδοπούλου, Ελένη Δοντσίδου – Καρακώστα, Ευαγγελία Κερπετζή – Καρακάση, Αναστασία Αλατά – Βλαχοπούλου, Μαρίκα Μαράδη, Κλεονίκη Κρητίδου – Κεσκινίδου…

Εκατόν τριάντα επτά μοδίστρες και επιπλέον μερικοί ράπτες, καπελούδες και κεντήστρες καταγράφονται στη διάρκεια του 20ού αιώνα και παρουσιάζονται, μαζί με στοιχεία που συνθέτουν το οικογενειακό και επαγγελματικό τους προφίλ, με φωτογραφίες από τη ζωή και τα έργα των χεριών τους: φορέματα, τουαλέτες και νυφικά, υφασμάτινες μπουτονιέρες και κεντήματα που άφησαν εποχή.

Η μοδιστρική άρχισε από το 1900 κι έπειτα να ακμάζει. Η μοδίστρα ασχολούνταν με τη γυναικεία ενδυμασία, ενώ ο ράφτης με ανδρικά, κυρίως, ρούχα. Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτών των δύο επαγγελμάτων οφείλεται στο γεγονός ότι δεν είχε αναπτυχθεί η εμπορική βιοτεχνία ενδυμάτων και έτσι ο κόσμος δεν μπορούσε να προμηθευτεί ρούχα από εμπορικά καταστήματα. Η ανάγκη λοιπόν των γυναικών να είναι καλοντυμένες όπως και η προαναφερθείσα έλλειψη έτοιμων ρούχων οδήγησε πολλές κοπέλες στο επάγγελμα της μοδίστρας. Σχολές μοδιστρικής παλαιότερα δεν υπήρχαν πολλές. Μια επαγγελματίας μοδίστρα μάζευε στο εργαστήριο της νεότερες κοπελίτσες και τους μάθαινε τα επάγγελμα. Στη δουλειά τους, κουραστική και συχνά πολύωρη, χρησιμοποιούσαν βελόνες, κλωστές, μηχανές ραψίματος, χάρακες, καρφιτσερά, τρίγωνα, πατρόν, δαχτυλήθρες και σαπούνι ειδικό για το σημάδεμα πάνω στα υφάσματα. Οι ραπτομηχανές απλές και χειροκίνητες αρχικά μέχρι που η Singer γίνεται το σήμα κατατεθέν της ποιότητας και της αυτοματοποίησης στο χώρο. Εκτός από ρούχα καθημερινής χρήσης, έραβαν κάποιες μοδίστρες και νυφικά, πράγμα που έκανε το επάγγελμά τους πιο κερδοφόρο κι ελκυστικό.

Το βιβλίο αφιερώνει τα κεφάλαιά του σε μία μοδίστρα κάθε φορά, μεταξύ των οποίων και τρεις άντρες ράφτες, με το ιδιαίτερό του προφίλ ο καθένας. Λεπτομερή κείμενα και τεκμήρια φωτογραφικά στηρίζουν την έκδοση και τη μανία των δημιουργών της για ακρίβεια και πιστότητα. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα φωτογραφικά στιγμιότυπα από την προσωπική και οικογενειακή ζωή των μοδιστρών, που συμπληρώνουν τη διήγηση του βίου τους και καταδεικνύουν την αναπόσπαστη σχέση του με το επάγγελμά τους.

Στο Παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζονται επίσης μια ενότητα για τη Βιοτεχνική Οικοκυρική Σχολή Ξάνθης, μία για την εταιρία Singer και μία αφιερωματική σε ποιήματα και πεζά λογοτεχνικά κείμενα που αναφέρονται σε μοδίστρες και ράφτες.

Παρουσιάζεται ένα από τα καλύτερα χασάπικα του Γιάννη Παπαϊωάννου (του 1935) που είναι αφιερωμένο στη «Μοδιστρούλα», ενώ στο διήγημα του Βιζυηνού «Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον» αποκαλύπτεται το μυστικό ενός καλού ράφτη, αφού το ραφτόπουλο, με τη βοήθεια της καλής του νεράιδας έφτιαξε σε μια νύχτα σαράντα νυφιάτικες φορεσιές χωρίς «ούτε ραφή ούτε ράμμα»…

Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.