«ζω» την ανοιξη και το Πασχα!
Το Πασχαλινό «ζω» της άνοιξης και της ανανέωσης ήρθε λίγο πριν τη μεγάλη εορτή να μας συντροφεύσει στην εσωτερική αναπόληση της ψυχής και στο ταξίδι μας στην άκρη του μυαλού, εκεί που κανένα πάθος δεν μπορεί να μας αιχμαλωτίσει και καμιά εμμονή ή ρουτίνα δεν χαλά το στόχο μας: να μετρήσουμε τα πάθη και να τα βγάλουμε τόσο αδύναμα μπροστά στο μεγαλείο του Θεανθρώπου! Πλούσιο και αποστασιοποιημένο από το ξεκάθαρο και μονοδιάστατο life style των καιρών και των συρμών το πασχαλιάτικο «ζω» μας γνώρισε καλύτερα την βραβευμένη δημοσιογράφο Βίκυ Μπαφατάκη, τον συγγραφέα Χρήστο Χαρτοματσίδη, τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, τον ταλαντούχο ηθοποιό Ιωσήφ Πολυζωίδη και την Κομοτηναία σχεδιάστρια Αναστασία Ψάλτου. Κυκλοφορεί κι εντυπωσιάζει… Αναζητήστε το!
Βραβευμένη το 2005 με το Διεθνές βραβείο Δημοσιογραφίας – Επικοινωνίας «Τζουζέπε Σιάκα» και από τότε, όντας διαρκώς μέλος της επιτροπής των συγκεκριμένων βραβείων, η ξανθιώτισσα δημοσιογράφος, επικοινωνιολόγος, εκπαιδευτικός και μητέρα, Βίκυ Μπαφατάκη μίλησε στην Τζένη Βαφειάδη για τη σχέση της με την Ιταλία, την αίσθηση να είσαι ελληνίδα – πολίτης του κόσμου και την ευθύνη να εκπροσωπείς τη χώρα σου. Εκπαιδευτικός συνάμα και δημοσιογράφος, σε μια εποχή που η παιδεία δεν είναι το πρώτο προσόν για να σταδιοδρομήσει κάποιος σ’ ένα ακριβό από άποψης ποιότητας και απαιτήσεων επάγγελμα, ιδιαίτερα στο «γυαλί», συζητά για τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις που αποκομίζει εργαζόμενη σήμερα ως τηλεοπτική δημοσιογράφος στον ΑΝΤ1, χωρίς όμως ούτε μια στιγμή να εγκαταλείπει την πίστη ότι η δημοσιογραφία και η δουλειά του δημοσιογράφου, ο κόσμος της εικόνας ή της γραφής είναι από τα πλέον γοητευτικά σύμπαντα. Βίκυ Μπαφατάκη όμως…
Σπούδασα γλώσσα και λογοτεχνία στην Ιταλία. Είναι αυτό που λέμε ότι το κάρμα σε οδηγεί, δηλαδή δεν γνωρίζω για ποιο λόγο έχω μια ιδιαίτερη σχέση μ’ αυτή τη χώρα, και γενικότερα με το εξωτερικό. Το 2005, όντως έλαβα το Διεθνές βραβείο Δημοσιογραφίας – Επικοινωνίας, για μία μελέτη που έκανα με τίτλο «Συγκριτικά Επικοινωνιακά Συστήματα για τη διάδοση του πολιτισμού και του εθελοντισμού». Ήμασταν 368 υποψήφιοι από όλο τον κόσμο για τα βραβεία «Τζουζέπε Σάκα», που, επί της ουσίας είναι ένα είδος Νόμπελ, γίνονται για έκτη χρονιά εφέτος, και, ουσιαστικά, προασπίζουν τους νέους επιστήμονες, όπως και τον πολιτισμό και εθελοντισμό παγκοσμίως. Τα βραβεία έχουν δύο επίπεδα. Το διαγωνιστικό, όπου εγώ έλαβα μέρος, και το τιμητικό. Το πρώτο βραβείο που έλαβα σ’ αυτόν τον διαγωνισμό ήταν για μένα ιδιαίτερη τιμή. Βραβεύτηκα μαζί με τον πάπα και ήταν σαν να σήκωνα στην πλάτη μου, σαν τους αθλητές, μια ολόκληρη χώρα. Ήμουν η πρώτη επιστήμονας που βραβεύτηκε σε τέτοιο επίπεδο. Ακόμη, το 2006, στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια ήμουν στην Επιτροπή Προεδρίας των Βραβείων με τον Τζούλιο Αντρεότι, τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας, με πολύ αξιόλογες δηλαδή προσωπικότητες σε θεσμικό, πολιτιστικό και επιστημονικό επίπεδο. Συμμετέχοντας σ’ αυτήν την επιτροπή, αισθάνομαι ότι εκπροσωπώ τη χώρα μου και ότι αναλαμβάνω μια μεγάλη ευθύνη. Την εκπροσώπησα και εφέτος, όταν δόθηκαν τα βραβεία, και αυτό αποτελεί για μένα πολύ μεγάλη τιμή.
Με τα παιδιά είναι η αλήθεια ότι έχω καλή επικοινωνία. Προσπαθώ να τους πω να διαβάσουν και να μορφωθούν. Τα προτρέπω να μελετήσουν. Δυστυχώς, αυτά βλέπουν την εύκολη δημοσιότητα. Αν τους ρωτήσεις την πρώτη φορά τι τους αρέσει θα σου πούνε οι τηλεπαρουσιαστές και αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος, γιατί στο χώρο μας πρέπει να κυριαρχούν αξίες. Η αξία της παιδείας δύσκολα λοιπόν γίνεται κατανοητή σήμερα. Να συνυπολογίσετε όμως ότι κι εγώ πολλές φορές αισθάνομαι στο χώρο που εργάζομαι ότι «με κυνηγάνε τα προσόντα μου», ότι η παιδεία σήμερα δηλαδή δεν θεωρείται απαραίτητος όρος.
Υπάρχουν άνθρωποι και σ’ αυτόν το χώρο, ελάχιστοι βέβαια, οι οποίοι και παιδεία έχουν και ήθος και είναι καλοί δημοσιογράφοι. Από τη δική μου πορεία, αυτό που υπερηφανεύομαι και λέω πάντα είναι ότι μετά από κάθε συνέντευξη που κάνω, προκύπτει αργότερα ένας καλός γνωστός, ένας καλός φίλος. Δηλαδή ποτέ δεν έχω σπάσει off the record, το σέβομαι απόλυτα, γι’ αυτό ίσως και δεν έχουν αρνηθεί να μιλήσουν μαζί μου σημαντικές προσωπικότητες. Στην Ελλάδα έχω πάρει από όλους συνέντευξη, στο εξωτερικό επίσης από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Τζεφιρέλι. Θεωρώ όμως ότι η παιδεία δεν φθάνει για να κάνεις μία καλή συνέντευξη, πρέπει να είσαι και επικοινωνιακός άνθρωπος, για να μπορείς να προσεγγίζεις.
Ένας άνθρωπος ο οποίος ασκεί αυτό το επάγγελμα πρέπει να σκέφτεται. Δεν μπορείς να μη σκεφτείς όσο κι αν η πληροφορία είναι καταιγιστική. Γι’ αυτό και υπάρχουμε σ’ αυτό το χώρο. Μερικές φορές, όταν με ρωτούν τι δουλειά κάνω και απαντώ δημοσιογράφος, αισθάνομαι αμήχανα, γιατί μου λένε ότι οι δημοσιογράφοι κάνουν έτσι ή αλλιώς. Αυτά εμένα με ενοχλούν. Υπήρξαν και υπάρχουν στιγμές στη ζωή μου που ειλικρινά θέλω να τα παρατήσω, γιατί, ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχει αδικία στο χώρο μας. Είναι αδηφάγος ο χώρος της δημοσιογραφίας και ειδικά της τηλεόρασης. Κάποιους ανθρώπους τους αναλώνει η δημοσιότητα και η αναγνωρισιμότητα και αυτό με ενοχλεί προσωπικά, και συμβαίνει όταν δεν υπάρχει ισορροπία με τον εαυτό μας. Σε πρόσφατη συνέντευξή μου σε μέσο της Κρήτης, με ρώτησε ο συνάδελφος, γιατί παραμένω σ’ αυτό το χώρο, ενώ θα μπορούσα να ήμουν αλλού και να ασχοληθώ με τον τομέα της επικοινωνίας. Θα σας πω κάτι πολύ απλό. Είναι τόσο γοητευτική η δουλειά του δημοσιογράφου, είναι τόσο γοητευτικός αυτός ο κόσμος, είτε της εικόνας είτε της γραφής, που κάθε μέρα μαθαίνω κάτι. Και θα σας πω και κάτι άλλο. Λένε ότι στα ηλεκτρονικά μέσα δεν υπάρχουν οι λέξεις. Σαφώς και υπάρχουν. Ειρήσθω εν παρόδω να σας πω και κάτι άλλο. Από μικρή έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις. Τις χαϊδεύω, τις μαλώνω, τις αγκαλιάζω και μέσα από αυτές αυτοπροσδιορίζομαι. Αυτές οι λέξεις υπάρχουν και σε περιοδικό και σε εφημερίδα, υπάρχουν όμως και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Γι’ αυτό πιστεύω και στα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα. Αν λοιπόν ο καθένας από εμάς έρθει σε στενή σχέση με τον πολιτισμό μας και σε επαφή με τη γλώσσα μας, που είναι υπέροχη, θεωρώ ότι μπορεί να προσφέρει πολλά σ’ αυτό που λέγεται δημοσιογραφία.
Εδώ στην Ελλάδα αυτό το οποίο γίνεται είναι ότι οι παρουσιαστές, ακόμη και των δημοσιογραφικών εκπομπών, πρέπει να είναι μικροί ηλικιακά. Σε καμία άλλη χώρα του κόσμου δεν βλέπεις παρουσιαστή ειδήσεων ή παρουσιαστή δημοσιογραφικής εκπομπής σε μικρή ηλικία. Αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πράγμα που σημαίνει ότι ο παρουσιαστής ενημερωτικής εκπομπής ή ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει εμπειρία, παιδεία, ηλικία που θα σεβασθεί και ο τηλεθεατής. Εδώ, στην Ελλάδα, αυτό που μας ενδιαφέρει, και δεν με πειράζει καθόλου να το πω, γιατί έχω μάθει να εκφράζομαι ανοιχτά, είναι να «γράφει» καλά στο γυαλί. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορεί μια εκπομπή ενημέρωσης που στην πραγματικότητα απαιτεί να έχεις εντρυφήσει στο χώρο να την κάνουν παιδάκια 25 χρονών.
Τη Θράκη την αγαπώ και μάλιστα πρόσφατα έκανα μια επικοινωνιακή δουλειά για την Παλιά Πόλη της Ξάνθης, σκαλίζοντας την ιστορία στις αρχές του αιώνα, μια δουλειά που την αγάπησα. Ο πατέρας μου είναι Ηπειρώτης, παρόλα αυτά γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Θράκη. Έχω μια καταπληκτική οικογένεια, τους γονείς μου και τον αδελφό μου που ζουν στην Ξάνθη. Δηλώνω λοιπόν Θρακιώτισσα, γεγονός στο οποίο αντιδρούν οι συγγενείς μου από την Ήπειρο και γι’ αυτό δηλώνω καταγωγή και από εκεί. Αυτό λοιπόν που αγαπώ στη Θράκη και το λέω με υπερηφάνεια είναι ότι οι άνθρωποι είναι αγνοί, όχι όλοι, αλλά δεν έχει σημασία, είναι επικοινωνιακοί σου λένε ακόμη καλημέρα και αυτή την αισθάνονται. Ανεβαίνω πολύ συχνά και έχω κάνει ρεπορτάζ και μάλιστα θέλω πολύ να έρθω και στη Ροδόπη. Πρόβαλα την περιοχή μου, γιατί είναι από τις όμορφες περιοχές και η Ελλάδα δεν τις γνωρίζει. Πριν από χρόνια στην ΕΤ ξεχνούσαν να κόψουν κομμάτι για τη Θράκη στην πρωτοχρονιάτικη πίτα. Υπάρχει μια γνησιότητα στους Θρακιώτες, που δεν τη βρίσκεις εύκολα και είναι αυτό που λατρεύω. Έχουμε μεγάλο πολιτισμό στη Θράκη. Ούσα Ξανθιώτισσα λέω ότι εκτός από τον Ορφέα, το Δημόκριτο, τον Λεύκιππο, τον Πρωταγόρα είναι πολλά αυτά που έχει προσφέρει στον πολιτισμό η περιοχή μας.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που πρέπει να σπάσουν τα στεγανά και να βγάλουν τη Θράκη από το καβούκι της. Υπάρχουν εδώ δύο πολιτισμοί και δύο θρησκείες, γεγονός πολύ όμορφο αν το βιώσεις σωστά και το δώσεις σωστά. Στο παζάρι της Ξάνθης έρχονται τα κανάλια και προβάλλουν μόνο τη μειονότητα. Το παζάρι δεν είναι μόνο αυτό ή η Θράκη δεν είναι μόνο αυτό. Θα σας πω κάτι καταπληκτικό, που «έπαιξε» και πέρσι στον ΑΝΤ1. Πήγαμε σε ένα πομακοχώρι στο Ωραίο. Κάποιος εκεί σε μια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης, στην κουβέντα επάνω, μάς είπε ότι αυτό που μας χώρισε ή αυτό που μας χωρίζει είναι τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Αυτό πρέπει να κατανοήσουν οι κύριοι της Αθήνας που παριστάνουν τους επαΐοντες σε κάθε τι.
Η καριέρα δεν είναι αρκετή από μόνη της, είναι πολύ σημαντικό για μια γυναίκα να έχει και οικογένεια. Θεωρώ ευτυχή τον εαυτό μου, που έχω οικογένεια άνδρα και δύο παιδιά, γιατί είναι πολύ μοναχικός ο δρόμος της καριέρας. Προσωπικά, όταν γυρίζω στο σπίτι μου, έχω ένα σημείο αναφοράς, τα παιδιά μου. Μέσα από εμένα προσδιορίζονται εν μέρει και αυτά, και αυτό είναι πολύ σημαντικό και δεν πρέπει να το αγνοούμε. Είμαι femina, είμαι γυναίκα. Δεν είμαι φεμινίστρια, διεκδικώ ό,τι μου ανήκει ως γυναίκα, γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερο από ένα άνδρα και η εξέλιξη της γυναίκας είναι καλπάζουσα στην ελληνική κοινωνία, αν σκεφτούμε ότι οι γυναίκες ψηφίσαμε για πρώτη φορά το 1952. Το θέμα είναι να μη χάνουμε το μέτρο. Υπάρχουν γυναίκες που είναι πολύ καλές στο σπίτι τους, άλλες που είναι καλές στη δουλειά τους και άλλες που είναι πολύ καλές μανάδες. Δεν μπορεί μία γυναίκα να είναι πολύ καλή σε όλα. Και αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε. Κάποιον ρόλο θα τον παίζει καλύτερα και κάποιον χειρότερα. Το θέμα είναι να μπορέσει να την αποδεχθεί ο άνδρας της. Όπως θεωρώ πολύ σημαντικό το να έχει ένας άνδρας ή μια γυναίκα καλό σύντροφο.
Στις 27 Μαρτίου, το Κρατικό Δραματικό Θέατρο της πόλης Σιλίστρα της Βουλγαρίας παρουσίασε το έργο του Χρήστου Χαρτοματσίδη «Ο δήμιος Σανσόν» σε σκηνοθεσία του διευθυντή του θεάτρου Στέφαν Στάιτσεβ. Η παράσταση «Ο δήμιος Σανσόν» ανέβηκε τη Διεθνή Μέρα του Θεάτρου κι έγινε αποδεκτή με θέρμη από το κοινό, το οποίο ταύτιζε το έργο με πολλά στοιχεία της καθημερινότητας, της επικαιρότητας στη Βουλγαρία, όπως διέκρινε ο Χρήστος Χαρτοματσίδης.
Xρήστος Χαρτοματσίδης όμως και συζήτηση με τη Μαρία Αμπατζή εφ’ όλης της ύλης περί δημίων, γαλλικής επανάστασης, ελευθερίας, δημοκρατίας, και πολιτικής… διεξόδους και αδιέξοδα ως αυτά που καταγράφονται στο περιθώρια της ιστορίας που την γράφουν σχεδόν πάντοτε οι νικητές – καταληψίες της εξουσίας. Ο λόγος στον ίδιο…
Στην πλατεία Σλαβέικοφ στη Σόφια υπάρχει το μεγαλύτερο υπαίθριο βιβλιοπωλείο της χώρας, όπου υπάρχουν εκατοντάδες πάγκοι μικροπωλητών που πουλούν μόνο βιβλία κι εκεί μπορείς να βρεις παλιές και νέες εκδόσεις. Αυτή ήταν μια σχετικά νέα έκδοση, από τον οίκο Ταντένεφ και Υιός, σε μετάφραση του μεγάλου μεταφραστή και ποιητή Βλαντιμίρ Σιντίλα, ο οποίος έχει κάνει μια εξαιρετική μετάφραση των «Σονέτων» του Σαίξπηρ. Ο πρώτος εκδότης αυτών των απομνημονευμάτων ήταν ο συγγραφέας Ονορέ Ντε Μπαλζάκ, ο οποίος είχε σκοπό να βγάλει αρκετά χρήματα από αυτά τα απομνημονεύματα και να κάνει τη ζωή του. Η αποθήκη, όπου τα είχε συγκεντρωμένα πήρε φωτιά και κάηκαν, και ο Μπαλζάκ δε μπόρεσε να γίνει πλούσιος απ’ αυτά, ασχολήθηκε λοιπόν με τη συγγραφή.
Είναι τραγικό και το τραγικότερο είναι ότι ο ίδιος ο δήμιος δεν ήθελε να είναι δήμιος κι επιθυμούσε μια άλλη ζωή. Στην αρχή των απομνημονευμάτων αναφέρει ότι «το επάγγελμα του δήμιου όπως και αυτό των ηθοποιών θεωρούνταν υποτιμητικό, σχεδόν όπως αυτό των ιερόδουλων».
Μάρτυρας ο οποίος συμμετέχει ενεργά, αλλά δεν εξαρτάται το τι θα γίνει από αυτόν. Δε δίνει αυτός τη διαταγή, γι’ αυτό και στο τέλος όταν του προτείνει ο δημόσιος κατήγορος Φουκιέ να γίνει βοηθός του και να υπογράφει τον κατάλογο με τα ονόματα αυτών που θα εκτελεστούν καταλαβαίνει ότι υπάρχει και κάτι πιο δύσκολο από το επάγγελμα του δήμιου.
Ο δήμιος είναι το θύμα. Στην ουσία, τον μακρινό προπάππο του, γιατί είναι δήμιοι επτά γενιές, τον αναγκάζει ο πεθερός του να γίνει δήμιος. Το αρχικό μέρος δεν είναι μυθοπλασία, αλλά πραγματικό γεγονός. Ήταν νεαρός αξιωματικός που είχε ερωτευτεί την κόρη του δήμιου. Άκουσε δυο συναδέλφους του να λένε «να πάμε να διασκεδάσουμε με την κόρη του καταραμένου του δήμιου». Η ιστορία μού φάνηκε σαν μυθιστόρημα. Έβαλε υπνωτικό στο φαγητό της ο υπηρέτης που τον είχαν εξαγοράσει… Μέχρι τη στιγμή που τους κυνηγάει φαίνεται σαν να ‘ναι μυθιστόρημα. Όταν, όμως, μπαίνει μέσα και τη βλέπει πόσο ωραία είναι λέει ότι παρασύρθηκε κι έκανε αυτό από το οποίο επεχείρησε ν’ αποτρέψει τους άλλους. Τότε γίνεται πιο ρεαλιστικό. Μέχρι τότε μοιάζει με τα μυθιστορήματα του Προσπέρ Μεριμέ.
Προσωπικά δεν συγκινήθηκα τόσο με τον Λουδοβίκο όσο με τη Μαρία Αντουανέτα. Τη θεωρούσαν ότι ήταν σαν τη δική μας, τη Φρειδερίκη, ότι ανακάτευε τα πράγματα… Τελικά, όμως, ήταν τραγικό πρόσωπο και μάλιστα οι κατηγορίες εναντίον της ήταν αισχρές, όπως το ότι διέφθειρε το γιο της. Λίγες μέρες πριν την πάνε στο ικρίωμα, την πριγκίπισσα Ντε Λα Μπαλ που την κατηγορούσαν ότι ήταν ερωμένη της Μαρίας Αντουανέτας, τη σκοτώνει το πλήθος, κόβουν το στήθος της και το καρφώνουν πάνω σ’ ένα δόρυ. Μια ακόμη παραπομπή. Στο έργο «Μολιέρος» του Μπουλγκακόφ το οποίο ανέβασε στην Αθήνα ο Στάθης Λιβαθινός και στη Σόφια πριν 20 χρόνια το είχε ανεβάσει ο Στάιτσεβ, υπάρχει ένα πρόσωπο, ο τολμηρός τσαγκάρης, ο οποίος είναι στην αυλή του Λουδοβίκου του 14ου κι έχει την άνεση, όπως οι γελωτοποιοί, να λέει δύσκολες αλήθειες στο βασιλιά. Τις λέει μεν, αλλά στην ουσία είναι γλύφτης της εξουσίας.
Είναι πολύ περίεργη η περιγραφή που κάνει ο Δουμάς στον Μαρά, στο μυθιστόρημα που ανέφερα. Τον παρουσιάζει με γουρλωμένα τα μάτια, κακάσχημο. Ο Μαρά είχε μια δερματοπάθεια και βρισκόταν συνεχώς μέσα στο μπάνιο του με βότανα. Είναι η κλασική ρομαντική περιγραφή των αρνητικών ηρώων που ήταν και οι άσχημοι. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσαν σε πολλά παιδιά το όνομα Μαρά. Όπως, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσαν σε πολλά παιδιά το όνομα Μαξίμ, όπως ο Μαξίμ Γκόρκι (ενώ το όνομά του ήταν Πεσκόφ), από το Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος. Όπως επίσης, πολλά παιδιά στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, μετά το 1953 τα ονόμασαν Βλαδίμηρος, από το Λένιν.
Οι επαναστάσεις είναι τρομερό πράγμα. Έχουν ως ρόλο την ευαισθητοποίηση των μεγάλων μαζών μέσω του αίματος για κάποια πράγματα. Μόνο που αυτή η ευαισθητοποίηση γίνεται με τον πιο τρομερό τρόπο, με τον πιο έντονο, για να γίνει γρήγορα. Εάν αφήσουν το χρόνο να κυλάει ήρεμα, αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα γίνουν αναίμακτα, όμως ύστερα από 70 ή 80 χρόνια. Κι όπως γίνεται. 100 χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση δέχτηκαν την ισότητα των πολιτών, την ισότητα μπροστά στο νόμο, την έλλειψη προνομιούχων τάξεων, όμως δυστυχώς έπρεπε να ευαισθητοποιηθούν μέσω του αίματος.
Αυτό ήταν αίτημα των επαναστατών να υπάρχει ισότητα στη θανατική ποινή, στην απόδοσή της, γιατί προηγούμενα οι αριστοκράτες πέθαιναν με αποκεφαλισμό που θεωρούνταν έντιμος τρόπος και για τους φτωχούς ήταν η κρεμάλα, θανατική ποινή β΄ κατηγορίας. Κάθε καθεστώς, επιβάλλει το δικό του όργανο θανάτου, όπως η Γαλλική Επανάσταση την καρμανιόλα, οι Αμερικανοί την ηλεκτρική καρέκλα, οι Ναζί τα κρεματόρια, η Οκτωβριανή την εκτέλεση μπροστά στον τοίχο…
Επιμέλεια: Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
