Υπαρχουν ασθενεις που, μεταξυ ραντεβου και επισκεψης, πεθαναν
Με τον ακτινοθεραπευτή – ογκολόγο, διευθυντή της Ακτινοθεραπευτικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, Μιχάλη Κουκουράκη συνομιλήσαμε στην εκπομπή «Βομβιστές Δυτικών Προαστίων» του Ράδιο Παρατηρητής για τα σοβαρά προβλήματα στελέχωσης που αντιμετωπίζει η Κλινική, στην οποία εξυπηρετούνται ασθενείς από όλη την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, χάρη στον υπέρμετρο ζήλο και τις προσπάθειες του προσωπικού, που είναι όμως πολύ λίγο για ν’ αντιμετωπίσει επί της ουσίας τους 3.000 ετησίως ασθενείς.
Στην επίσκεψή του στο νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης πριν 1,5 χρόνο ο υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος είχε ενημερωθεί για το μέγεθος του προβλήματος αναφορικά με τις ελλείψεις προσωπικού, είχε δείξει ενδιαφέρον, το οποίο όμως δε μεταφράστηκε σε στελέχωση της Κλινικής με το απαραίτητο προσωπικό, με αποτέλεσμα κάποια ραντεβού καρκινοπαθών να κλείνονται για πέντε μήνες αργότερα, χρόνος που ενίοτε ξεπερνά το προσδόκιμο της ζωής ενός ασθενούς σε προχωρημένο στάδιο.
ΠτΘ: Η Ακτινοθεραπευτική Κλινική αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ποια είναι αυτά;
Μ.Κ.: Στην περιοχή μας υπάρχει μόνο ένα τμήμα ακτινοθεραπείας, αυτό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδορύπολης το οποίο καλείται να καλύψει τον πληθυσμό από την Καβάλα μέχρι την Ορεστιάδα.
Μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό
ΠτΘ: Να εξηγήσουμε κ. Κουκουράκη τι ακριβώς γίνεται σε μια Ακτινοθεραπευτική Κλινική.
Μ.Κ.: Είναι μια ογκολογική κλινική, η οποία ασχολείται με τη θεραπεία του καρκίνου. Το 70 με 80% των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο θα περάσει υποχρεωτικά από το Τμήμα Ακτινοθεραπείας. Δεν είναι θεραπεία μιας μέρας αλλά μπορεί να διαρκέσει και 1,5 μήνα, επομένως οι ασθενείς θα πρέπει καθημερινά να πηγαινοέρχονται από το σπίτι τους στο νοσοκομείο για να κάνουν αυτή τη θεραπεία. Φανταστείτε έναν ασθενή ταλαιπωρημένο, σ’ αυτή τη δύσκολη θέση να κάνει όλη αυτή τη διαδρομή για να έρχεται. Κι αν πρέπει να κάνει τη θεραπεία στην Αθήνα, να πληρώσει 3 – 4 εκ. δρ., να μείνει όλη η οικογένεια σε μια άλλη πόλη και δεν έχει την οικονομική δυνατότητα; Δυστυχώς, ούτε οι μισοί δε μπορούν να το κάνουν, επομένως εάν εμείς δεν λειτουργήσουμε στο νοσοκομείο το 50% των ογκολογικών ασθενών θα μείνουν ξεκρέμαστοι και θα πεθάνουν «σαν το σκυλί στο αμπέλι».
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι τρομακτικά και αφορούν κύρια στο προσωπικό. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή λειτουργούν τα μηχανήματα τρεις τεχνολόγοι και τον επόμενο μήνα φεύγει η μία και δεν υπάρχει κανείς να την αντικαταστήσει. Τα ραντεβού τα δίνουμε μετά από τέσσερις μήνες και θα τα δίνουμε μετά από οκτώ μήνες, γεγονός που σημαίνει ότι το θέμα «τελείωσε» και δε μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες της περιοχής.
ΠτΘ: Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής θα πρέπει να φύγει στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, γιατί δεν είναι γνωστό αν θα είναι εν ζωή μετά από αυτό το διάστημα.
Μ.Κ.: Τους μισούς ασθενείς που απευθύνονται σ’ εμάς – παρά τους αγώνες που κάναμε για ν’ αποκτήσουμε την εμπιστοσύνη του ιατρικού κόσμου και του κόσμου της περιοχής μας – αρχίζουμε να τους χάνουμε και πρέπει ν’ απευθύνονται πλέον σε άλλα νοσοκομεία. Παραπέμπονται αυτοί που μπορούν να πάνε, αυτοί που δε μπορούν μένουν εδώ, περιμένοντας 4 ή 5 μήνες για ν’ αρχίσουν τη θεραπεία τους. Ποιος ξέρει αν θα ζουν μετά από 4 – 5 μήνες; Ήδη, έχουμε ασθενείς που έχουν κλείσει ραντεβού κι έχουν πεθάνει.
Το κράτος θα πρέπει να δείξει ευαισθησία. Οι γιατροί, το πανεπιστήμιο, η διοίκηση του νοσοκομείου και η ΔΥΠΕ κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά έχουμε κι έλλειψη μηχανημάτων. Για παράδειγμα, έχουμε μόνο ένα γραμμικό επιταχυντή. Είναι το μοναδικό ογκολογικό νοσοκομείο στην Ελλάδα – υποθέτω και στον κόσμο – που έχει μόνο έναν, ενώ βρισκόμαστε σ’ αυτήν την τόσο ακριτική θέση. Αυτό είναι πραγματικά απαράδεκτο. Ακόμη κι αν λειτουργεί συνεχώς το μηχάνημα δεν επαρκεί.
ΠτΘ: Και βέβαια χρειάζεται κάποια συντήρηση ή τεχνικό έλεγχο.
Μ.Κ.: Είναι απαράδεκτο να βρίσκονται ασθενείς μας έστω και 1 – 2 εβδομάδες εκτός θεραπείας.
ΠτΘ: Πόσα περιστατικά εξυπηρετείτε καθημερινά στην Κλινική;
Μ.Κ.: Σύμφωνα με τις δυνατότητες που έχει η Κλινική, έχουμε περίπου 45 ασθενείς που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία.
ΠτΘ: Έχετε τις αντίστοιχες κλίνες ή κάποιοι φεύγουν αυθημερόν;
Μ.Κ.: Έχουμε πέντε κλίνες οι οποίες δε λειτουργούν σε 24ωρη βάση και χρησιμεύουν στο να χορηγήσουμε χημιοθεραπευτικά φάρμακα. Βλέπουμε συνολικά γύρω στους 3.000 ασθενείς ετησίως, όχι μόνο νέους ασθενείς αλλά και παλιούς, τους οποίους πρέπει να παρακολουθούμε ανά δύο – τρεις μήνες.
ΠτΘ: Οι ασθενείς σας νοσηλεύονται συνήθως στην Παθολογική;
Μ.Κ.: Όταν χρειάζεται νοσηλεύονται στις εκάστοτε Κλινικές, αλλά κι αυτό δεν είναι πολύ καλό, γιατί η αδυναμία της 24ωρης λειτουργίας της Κλινικής δημιουργεί προβλήματα. Για παράδειγμα, έχουμε ασθενείς που έρχονται από τη Δράμα για να κάνουν χημιοθεραπεία και δεν έχουν τη δυνατότητα να μείνουν σε ξενοδοχείο και το να πω ότι κάποιος από αυτούς έμενε στο αυτοκίνητό του θα ήταν πολύ βαρύ…
Ευτυχώς, υπάρχει η προοπτική να δημιουργηθεί ένας ξενώνας στην περιοχή του νοσοκομείου μας, ο οποίος έχει χρηματοδοτηθεί από το Ίδρυμα Νιάρχου κι αυτός θα λύσει πολλά προβλήματα.
Δυο γιατροί για τρεις βάρδιες
ΠτΘ: Όπως οι ασθενείς, έτσι και οι Κλινικές έχουν το «ιστορικό» τους. Πώς ξεκίνησε η λειτουργία της Ακτινοθεραπευτικής Κλινικής, με επαρκή υποδομή και μηχανήματα, νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό ή με προβλήματα και υποσχέσεις;
Μ.Κ.: Η λειτουργία της Κλινικής ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2003 και προσωπικά αν και Καθηγητής έκανα τον τεχνολόγο, το νοσηλευτή ακόμη και τον καθαριστή, γιατί δεν είχαμε καθαρίστρια επί ένα χρόνο. Τα μηχανήματα που έχουμε είναι πάρα πολύ καλής ποιότητας αλλά δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών. Σταδιακά, όλο και λιγότερο προσωπικό ερχόταν κι έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο οι ανάγκες που υπάρχουν να μη μπορούν να καλυφθούν από το ιατρικό, το νοσηλευτικό και το ιατρικό προσωπικό. Είμαστε μόνο δυο γιατροί.
ΠτΘ: Δυο γιατροί για τρεις βάρδιες, εκ των οποίων ο ένας (εσείς) είναι ταυτόχρονα και ο διευθυντής της Κλινικής. Υποθέτω πως όταν ξεκίνησε η Κλινική τη λειτουργία της μεταφέρατε το αίτημα για στελέχωση προς τη διοίκηση και το υπουργείο Υγείας.
Μ.Κ.: Εδώ και τρία χρόνια έχει φύγει η έγκριση από το δικό μας ΠΕΣΥ για την προκήρυξη δύο θέσεων Επιμελητών, οι οποίες ανήκουν στο οργανόγραμμα. Παρόλα αυτά, η απάντηση από το υπουργείο είναι πώς βρίσκονται «πάνω – πάνω» κι αυτό δεν καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει. Δεν υπάρχει καμία διάθεση από το υπουργείο να προκηρύξει αυτές τις θέσεις.
ΠτΘ: Τι σας μεταφέρουν ο διοικητής του νοσοκομείου ή ο πρόεδρος της ΔΥΠΕ, εκτός από το «έρχονται»; Πότε θα έρθει προσωπικό ή ένας δεύτερος γραμμικός επιταχυντής;
Μ.Κ.: Όταν είχε έρθει ο υπουργός Υγείας κ. Αβραμόπουλος και του είχα εξηγήσει το όλο πρόβλημα είχε δείξει μεγάλη ευαισθησία και ζήτησε να προχωρήσει άμεσα η τεχνοοικονομική μελέτη για να πάρουμε τον εξοπλισμό που λείπει μέσα από τη σύμπραξη δημόσιου – ιδιωτικού τομέα. Πρακτικά, δε ζητάμε από το κράτος να μας δώσει τίποτε πέρα από το να ξεπληρώσουμε εμείς οι ίδιοι – με τα έσοδα που έχει το νοσοκομείο – τον εξοπλισμό που χρειαζόμαστε. Είναι απλά θέμα μιας υπογραφής, αλλά όλη αυτή η υπόθεση είναι σε κάποιο συρτάρι του υπουργείου εδώ και 1,5 χρόνο. Ορισμένες φορές οι ίδιοι οι υπουργοί έχουν τη θέληση αλλά οι μηχανισμοί δεν τους βοηθούν.
ΠτΘ: Δεν λέμε ότι οι υπουργοί είναι «κακοί» αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να μπορούν να ξεμπλοκάρουν καταστάσεις.
Μ.Κ.: Η ίδια η διοίκηση του νοσοκομείου και το ΔΥΠΕ δείχνουν τη μέγιστη ευαισθησία αλλά η δυνατότητα να πετύχουμε αυτά που δικαιούται ο κόσμος είναι πολύ μικρή. Θα πρέπει οι πολίτες οι ίδιοι ν’ αντιδράσουν, τα ΜΜΕ, να σκύψετε πάνω στα θέματα της υγείας, γιατί το θέμα των ογκολογικών ασθενών είναι απλά μια πτυχή του προβλήματος.
ΠτΘ: κ. Κουκουράκη, ως απλοί πολίτες το θέμα του καρκίνου το αντιμετωπίζουμε με δέος, αν και μέσα από τις χημειοθεραπείες πολλά περιστατικά είναι ιάσιμα. Πέρα από το Θεαγένειο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο στο οποίο στρέφεται για χρόνια ο πληθυσμός από την περιοχή, θα πρέπει να συμβάλλουμε όλοι στο να λειτουργεί εύρυθμα μια Ογκολογική Κλινική στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης.
Μ.Κ.: Αυτούς τους ανθρώπους τους γνωρίζουμε, είμαστε κοντά τους, τους στηρίζουμε και αντιμετωπίζουμε οποιοδήποτε πρόβλημα έχουν, είτε υγείας είτε ψυχολογικό. Θα πρέπει, όμως, να έχουμε τη στήριξη του κράτους για να το κάνουμε, γιατί δεν αντέχουμε. Το προσωπικό έχει καταρρεύσει κι εγώ έχω κουραστεί να επαναλαμβάνω τα ίδια και τελικά να μη γίνεται τίποτε.
ΠτΘ: Κατανοώ ότι δεν είναι εύκολα μετρήσιμο, αλλά μπορούμε να εξηγήσουμε αν θα ήταν δυνατόν να είχαν σωθεί κάποιες ανθρώπινες ζωές ή κάποιοι ασθενείς να είχαν μια άλλη ποιότητα ζωής σε περίπτωση που ήταν πιο έγκαιρη η εξυπηρέτηση στους καρκινοπαθείς που έρχονται στην Κλινική;
Μ.Κ.: Αυτό είναι αυτονόητο. Αν μπορούσαμε να έχουμε τον εξοπλισμό που χρειάζεται και το απαραίτητο ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό για να στηρίξουμε αυτούς τους ασθενείς, θα ήμασταν το καλύτερο κέντρο της Ευρώπης, γιατί όλοι έχουμε τη γνώση και τη θέληση για να το πετύχουμε. Ζητάμε δυο γιατρούς, τρεις τεχνολόγους και δυο μηχανήματα, κάτι πολύ απλό για το κράτος.
Είναι κρίμα που υπάρχει αυτή η αναλγησία του κράτους.
ΠτΘ: Έχετε την τοπική αυτοδιοίκηση και τους βουλευτές κοντά σας; Έχουν έρθει όλοι μαζί – ανεξαρτήτου ιδεολογίας – στο νοσοκομείο να δηλώσουν ότι όπως ο καρκίνος δεν κάνει διαχωρισμούς δε θα πρέπει και οι δομές υγείας να κάνουν απέναντι στους ασθενείς;
Μ.Κ.: Είναι ένα παράπονο. Όλη η κοινωνία και οι φορείς θα έπρεπε να βρεθούν κοντά στο πανεπιστήμιο αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν απομακρυνθεί. Ακούγεται ότι το πανεπιστήμιο έχει απομακρυνθεί από την κοινωνία, αλλά αυτό είναι πολύ μεγάλο λάθος. Όταν οι πανεπιστημιακοί γιατροί είναι κουρασμένοι κι εξουθενωμένοι από τον αγώνα που δίνουν καθημερινά για να διορθώσουν τα λάθη δε μπορούν να πλησιάσουν όπως πρέπει την κοινωνία και η ίδια η κοινωνία θα πρέπει να τους συμπαρασταθεί.
Βλέπουμε σχετικές εκπομπές στην τηλεόραση και το πανεπιστήμιο εισπράττει μια μεγάλη ειρωνεία.
ΠτΘ: Αισθάνεστε ότι το ενδιαφέρον είναι πλαστό;
Μ.Κ.: Αισθάνομαι ότι η κοινωνία έχει την αίσθηση ότι μπορούμε μόνοι μας να καταφέρουμε τα πάντα, αλλά χωρίς την κοινωνία δε μπορούμε να καταφέρουμε τίποτε. Το ενδιαφέρον της κοινωνίας δεν είναι πλαστό. Δείχνει μια απογοήτευση την οποία δεν πρέπει να την εισπράξει το ίδιο το πανεπιστήμιο και οι πανεπιστημιακοί.
Το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ιωαννίνων ή αυτό του Ηρακλείου έχει το διπλάσιο προσωπικό από το δικό μας και η δουλειά που κάνουμε είναι ίσως και πολλαπλάσια, αλλά και οι φοιτητές μας είναι περισσότεροι από αυτούς άλλων πανεπιστημίων.
Στόχος η έγκαιρη πρόβλεψη
ΠτΘ: Από την εμπειρία σας έχετε διαπιστώσει εάν η περιοχή μας έχει αυξημένα ποσοστά εκδήλωσης καρκίνου;
Μ.Κ.: Ο καρκίνος είναι ένα πρόβλημα που απαντάται σε κάθε περιοχή. Ίσως, κάποιοι νόσοι να είναι πιο συχνοί στην περιοχή αλλά η επίπτωση είναι το ίδιο υψηλή με οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδος.
ΠτΘ: Μπορούμε να δώσουμε ποσοστά περιστατικών – ανάλογα με τη μορφή, το στάδιο και το πού εντοπίζεται ο καρκίνος – που είναι ιάσιμα από αυτά που αντιμετωπίζετε, αν και στο παρελθόν ο κόσμος φοβόταν τον καρκίνο και δεν έλεγαν καν τη λέξη;
Μ.Κ.: Θα πρέπει να φοβάται ο κόσμος τον καρκίνο και θα πρέπει να έρχεται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Το 50% των ασθενών με καρκίνο γίνονται καλά. Ακόμη και σε νόσους όπως ο καρκίνος του λάρυγγα, του προστάτη, του τραχήλου της μήτρας ή της ίδιας της μήτρας όταν είναι σε πρώιμο στάδιο ο ασθενής γίνεται καλά κατά 90% και πλέον, με ακτινοθεραπεία, χωρίς να αναγκαστεί να χάσει το λάρυγγά του ή να υποβληθεί σε μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις που θα του χαλάσουν την ποιότητα της ζωής του.
Βρισκόμαστε σ’ ένα πολύ καλό δρόμο, βγαίνουν συνεχώς καινούρια φάρμακα και τεχνικές και τα ποσοστά ίασης βελτιώνονται συνεχώς.
ΠτΘ: Καλή συνέχεια και καλή δύναμη.
Μ.Κ.: Σας ευχαριστώ.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
