«ΞΥΛΑΓΑΝΗΣ» αναλεκτα

Ο Πολιτιστικός Όμιλος Ξυλαγανής μετρά ιστορία χρόνων στα πολιτιστικά δρώμενα της Ροδόπης και της Θράκης ολόκληρης. Συνδέθηκε άρρηκτα με την πορεία του πολιτισμού που αποπνέει αγάπη για την παράδοση και τον τόπο τόσο στους ανθρώπους και φορείς του τόπου όσο και στον απόδημο ελληνισμό της Ξυλαγανής.

Τριάντα χρόνια δεν είναι λίγα… Κι ο Πολιτιστικός Όμιλος Ξυλαγανής τα έκανε να μοιάζουν μια ζωή. Μια ζωή προσφοράς και δράσης, πράξης και όχι στείρας υποσχεσιολογίας, μια ζωή με παράδοση και πίστη, σεβασμό και αλληλεγγύη μεταξύ ανθρώπων που θέλησαν να αφήσουν παρακαταθήκη όχι το προσωπικό τους έργο αλλά το έργο των πατέρων και συγχρόνων τους.

Η μικρή γωνιά της Ξυλαγανής μεγάλωνε έτσι χρόνο με το χρόνο, έβγαινε έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, έδινε νόημα στη λαογραφία και τα ήθη του τόπου, μάθαινε τους ανθρώπους να δίνουν και να συν-αγωνίζονται για κοινούς σκοπούς. Κι όλα αυτά με το άγρυπνο πνεύμα μιας προσωπικότητας που πίστεψε στη δύναμη την ατομική της αλλά και στη δύναμη του πολιτισμού, που κατάγραψε και ανέδειξε το πολιτισμικό προϊόν του τόπου που την ανέθρεψε και το μεταλαμπάδευσε σε όλους μας, που εξακτίνωσε το λαϊκό πολιτισμό με πίστη κι αυτοπεποίθηση, με πείσμα δημιουργικό και ζωογόνο.

Πρόκειται για τη Σουλτάνα Πολιτσάκη – Παπαδημητρίου, μια γυναίκα που πάντα πρωτοστατούσε στα του Πολιτιστικού Ομίλου Ξυλαγανής εδώ και χρόνια, κάνοντας την πεποίθησή της ότι «μόνον εκ των ένδον θα σωθεί ο λαϊκός πολιτισμός» πράξη, με τη δημιουργία του Μουσείου του Πολιτιστικού Ομίλου.

Το βιβλίο της, «ΞΥΛΑΓΑΝΗΣ» ανάλεκτα, αποτελεί απάνθισμα των κόπων της όλα αυτά τα χρόνια. Αποτελεί ανθολόγιο της δημοσιογραφικής της απόπειρας – στην εφημερίδα ΞΥΛΑΓΑΝΗ του Π.Ο.Ξ – να στηρίξει τον τόπο της και να κοινωνήσει τον πολιτισμό του σε όλους μας.

Η πρώτη ενότητα αναφέρεται σε δημοσιεύματα στην εφημερίδα αναφορικά με τον ίδιο τον Όμιλο, το χωριό της Ξυλαγανής και το σχολείο. Το λάβαρο του Ομίλου, η πρώτη έκθεση, τα «μανουσάκια», ένας χορός, ένας γάμος δίνουν ένα πρώτο στίγμα των δρωμένων.

Ακολουθούν οι ενότητες που αφορούν στα καθαρά πολιτιστικά δρώμενα της Ξυλαγανής και του Ν. Ροδόπης που έμειναν ως κληρονομιά στους μεταγενέστερους. Πρωταπριλιάτικα κι εύθυμα λογοπαίγνια, ανέκδοτα και παροιμίες συμπληρώνουν απαραιτήτως ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λαϊκός πολιτισμός.

«Της πράξης του λόγου και της σκέψης» επιγράφεται η ακόλουθη ενότητα, φιλοξενεί σχετικά κείμενα και συμπληρώνεται με κορυφαίες δραστηριότητες του συλλόγου.

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο άμεσος μπορεί να είναι ο λόγος όταν αποτυπώνεται μέσα σε ένα περιοδικό έντυπο, όπως η εφημερίδα του Π.Ο.Ξ, και το αντιλαμβάνεται κανείς όταν ανατρέχει σε όσα θαυμαστά γράφτηκαν χρόνια τώρα στις σελίδες της, αποκαλυπτικά του τόπου που δεν θέλει να ξεχαστεί και του χρόνου που καταδεικνύει το μέγεθος της προσφοράς. Σύνοψη της ιστορίας ενός τόπου αποτελεί λοιπόν και το βιβλίο που συγκεντρώνει ό,τι πιο εύστοχο, δημιουργικά δηκτικό και πολύτιμο είχε να καταθέσει ο τόπος μέσω όσων τον στήριξαν και τον στηρίζουν. Αυτή την προσφορά διείδε και ο Σύλλογος Ελλήνων Λογοτεχνών» όταν βράβευσε την εφημερίδα «ΞΥΛΑΓΑΝΗ»… Αυτήν και η Νομαρχία Ροδόπης όταν αποφάσισε να στηρίξει την έκδοση του βιβλίου της κ. Σουλτάνας Πολιτσάκη – Παπαδημητρίου.

Α.Χ.

«Είναι σπουδαία τύχη για το δήμο Μαρώνειας, για τη Ροδόπη η ύπαρξη ενός τόσο σημαντικού συλλόγου όπως ο Πολιτιστικός Όμιλος Ξυλαγανής, που συνδέθηκε άρρηκτα με την πορεία του πολιτισμού στον τόπο μας.

Ο Πολιτιστικός Όμιλος Ξυλαγανής που αριθμεί αρκετά χρόνια προσφοράς στον τόπο, πλησιάζει σχεδόν τα πενήντα, το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχει καταφέρει να είναι Όμιλος των πράξεων κι όχι των λόγων.


Όμιλος των πράξεων, χαρακτηρισμός που μόνο με την αναφορά στο Λαογραφικό του Μουσείο μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να δικαιολογήσει.

Οι πράξεις όμως δεν προκύπτουν σχεδόν ποτέ όταν δεν υπάρχει υπόβαθρο ιδεών, επαρκής άρα αιτιολογία και αφόρμηση για το τι και το πώς των δράσεων όχι μόνον των κοινωνιών αλλά και των ατόμων.

Έτσι θα συνέβαινε και με την Ξυλαγανή και τον Πολιτιστικό της Όμιλο – θα παρέμενε πιθανώς Όμιλος των λόγων κι όχι των πράξεων- αν πίσω από τη μακρά του πορεία στο χρόνο δεν υπήρχε η προσωπικότητα της κ. Σουλτάνας Πολιτσάκη – Παπαδημητρίου, για την οποία ο πολιτισμός εν ευρυτέρα εννοία είναι ταυτισμένος με την καθημερινή της πράξη.

Αυτός ο μοναδικός πολιτισμός του ήθους, που μεταφέρονταν αβίαστα από γενιά σε γενιά μετακενώνοντας αξίες όπως η αλληλεγγύη, η φιλότητα, η συμπάθεια ο σεβασμός στον άνθρωπο και την ατομικότητά του, μοναδικές αξίες σύμφυτες με τον ανθρωπιστικό, παραδοσιακό χαρακτήρα του πολιτισμού μας.

Η κ. Σουλτάνα Πολιτσάκη – Παπαδημητρίου η παιδεία της οποίας στάθηκε ικανή να πυροδοτήσει σε μια μικρή επαρχία του ελλαδικού χώρου μεγάλες πράξεις όπως η συγκέντρωση, η καταγραφή και η ανάδειξη του πολιτισμού που μετέφεραν οι πρόσφυγες της Ξυλαγανής από την Ανατολική Ρωμυλία, την Ανατολική Θράκη και τη Μικρασία, με μοναδικό μέσο την πειθώ προς τους συγχωριανούς της και, κυρίως, την αγάπη της γι’ αυτά που ο λαϊκός πολιτισμός ανέκαθεν μετέφερε.

Την αγάπη για το χρηστικό, το λειτουργικό και το μοναδικά ωραίο, εφ’ όσον ο λαϊκός τεχνίτης απολύτως φυσικά «τα ταίριαζε» τα ωραία, ακουμπώντας σ’ όσα του μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά με το λόγο αλλά και με τα αντικείμενα της καθημερινότητας, που περνούσαν από τον ένα στον άλλο.

Η έκδοση έτσι του βιβλίου της Σουλτάνας Πολιτσάκη –Παπαδημητρίου για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά κυρίως γιατί συγκεφαλαιώνει την πορεία ενός τόπου προς την πολιτισμική αυτογνωσία μέσα από κείμενά της που φιλοξενήθηκαν στην σπουδαία εφημερίδα του Ομίλου, τη βραβευμένη από το «Ίδρυμα Δημοσιογραφίας Μπότση», την εφημερίδα «ΞΥΛΑΓΑΝΗ», ήταν για τη νομαρχία Ροδόπης εξ αρχής αυτονόητo καθήκον, αφού ακράδαντα συμμερίζεται την άποψη ότι όταν δεν ξέρεις ποιος είσαι, όταν αγνοείς το παρελθόν σου, δεν υπάρχει ούτε παρόν, ούτε μέλλον, παρά μόνον τυχαιότητα.

Καλή σας ανάγνωση!

Άρης Γιαννακίδης

Νομάρχης Ροδόπης».

H επίσκεψή μας στο Καβακλί και στο Ντογάνοβο, που τελικά στάθηκε δυνατό να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα της εκδρομής μας, ήταν αυτή που έδωσε τις πιο πολλές και δυνατότερες συγκινήσεις σ’ όσους έχουν το θείο χάρισμα να συγκινούνται απ’ τις χαρές και τις λύπες των άλλων.

Μια παράβαση από άγνοια ή απροσεξία του οδηγού, κάποια κακή συνεννόηση είχαν σαν αποτέλεσμα μια μικρή περιπέτεια, που ευτυχώς δε μας κόστισε περισσότερο από κάποια -αρκετή- καθυστέρηση στο Καβακλί, κάποιες γκρίνιες και εκνευρισμούς φυσικά.

Περιμένοντας λοιπόν να τελειώσουν ορισμένες διατυπώσεις στην Αστυνομία, σκορπιστήκαμε στην πλατεία του Τοπόλογκραντ ψάχνοντας ο καθένας για κάτι ή τίποτα.

Από κάποια ορθάνοιχτη αυλόπορτα πήρε το μάτι μας μια βρύση, που ήταν ό, τι πιο πολύ ζητούσαμε κείνη τη στιγμή ύστερα από κουραστική διαδρομή σε δρόμους στενούς και δύσκολους κάτω από τον καύσωνα που επέμενε να μας συνοδεύει. Περικυκλώσαμε τη βρύση ενώ δυο παιδάκια έξι ως οχτώ χρονών συμμαζεύτηκαν κάτω απ’ το χαμηλό ξύλινο μπαλκονάκι του σπιτιού τους και κοίταζαν ξαφνιασμένα και περίεργα τη θορυβώδικη συντροφιά.

Η κυρα-Τασούλα τα ρώτησε στη γλώσσα τους αυτό που συνήθως ρωτάμε στα παιδάκια: πώς τα λέν.

«Οφήλια» είπε το μεγαλύτερο, ένα λεπτό καστανόξανθο κοριτσάκι με σγουρά μαλλιά και γαλανά ματάκια. Το όνομα του αγοριού δεν κατάφερα να το ξεκαθαρίσω και να το συγκρατήσω. Ήταν ένα δισύλλαβο αδρό όνομα. Δροσιστήκαμε, γεμίσαμε και τα παγούρια μας και τα παιδιά μας κοίταζαν παράξενα.

Είχα κάτι τσίχλες στην τσάντα και κάτι πολύ μικρά κουταλάκια απ’ την Αδριανούπολη. Τους τα δίνω. Τα κοιτούν και κοιτάζονται. Κι ύστερα, καθώς το προσκύνημα στη βρύση συνεχίζεται και γω στέκομαι σε κάποιο σημείο της μικρής αυλής με τις λίγες ντοματιές στριμωγμένες ανάμεσα σε λουλούδια, με πλησιάζουν τα δυο παιδάκια. Η Οφήλια κρατάει ένα κόκκινο γεράνι, με κοιτάει με τα στοχαστικά της ματάκια και μου το προσφέρει χαριτωμένα και λυγίζοντας ελαφρά το γόνατο, έτσι όπως της έχουν διδάξει να προσφέρει.

Το αγοράκι, πλάσμα αρσενικό, κρατάει κι αυτό ένα κλαράκι άσπρης πετούνιας, ένα χωνάκι ολάνοιχτο και τ’ άλλο στραπατσαρισμένο, κομμένο βιαστικά, άτσαλα και μου το προσφέρει αδέξια μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μια λάμψη χαράς στα μαύρα ματάκια του.

Συγκινούμαι αφάνταστα και στεναχωριέμαι που δεν έχω τίποτα άλλο να τους προσφέρω. Τους δίνω ένα πεντοδόλλαρο και προσπαθώ να τους πω να το δώσουν στη «μάικω».


Στο μεταξύ βγαίνουν κι άλλες τσίχλες και καραμέλλες κι από άλλες τσάντες, ο γλυκός θησαυρός στα μικρά χεράκια πληθαίνει κι ο μικρός κήπος χάνει κάθε τόσο και κάποιο λουλούδι.

Βγαίνουμε στην πλατεία. Τα παιδάκια μας ακολουθούν και κει. Κάποια στιγμή το κοριτσάκι έρχεται μ’ ένα γατί στην αγκαλιά που δείχνει να το λατρεύει.

Κόβουν λουλούδια κι απ’ το απέναντι παρκάκι και μας τα προσφέρουν.

Άλλοι τα κρατούν μ’ αγάπη κι ελάχιστοι λεν «γιατί μας τα δίνουν;», τα κρατούν για λίγο κι ύστερα τα πετούν αδιάφορα.

Κάποια στιγμή ξεμπερδεύουμε με την Αστυνομία κι ετοιμαζόμαστε ν’ανέβουμε στο πούλμαν. Το αγοράκι τρέχει και μου φέρνει ακόμα ένα λουλούδι. «Σφοντηλάκια» τα λέμε και άλλοι «βουργαρίτσες». Ανοίγω ένα φύλλο χαρτί, ταχτοποιώ τα πρώτα και το τελευταίο λουλούδι και τα κλείνω μέσα σ’ ένα βιβλίο, που έχω μαζί μου, και στην καρδιά τα στοχαστικά ματάκια της Οφήλια και το πλατύ χαμόγελο του μικρού αδερφού της.

Στο Ντογάνοβο σταματήσαμε στην πλατεία. Ένα μικρό μαγαζί όπου δουλεύουν μερικές γυναίκες, ράβουν κάτι ρούχα και κάτω απ’ τα δέντρα μερικοί γέροι.

Είμαστε το γεγονός της ημέρας για το ήσυχο χωριό, μας περικυκλώνουν, τους κυκλώνουμε, γινόμαστε όλοι μια μεγάλη ομάδα. Οι δυο – τρεις που τα καταφέρνουν με τα βουλγάρικα πιάνουν κουβέντα με τα γεροντάκια. «Ελληνικά πες το! Ελληνικά πες το!» ακούμε έκπληκτοι να λέει κάποιος.

Είναι ο μπαρμπα-Γιώργης Ντιμήτροφ Κιόσεφ όπως θα μας συστηθεί. Κι όταν ακούει ότι ερχόμαστε από την Κομοτηνή δε μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα, να κρύψει τη συγκίνηση που τον πνίγει.

Έχει γεννηθεί στην Καρυδιά απ’ όπου έφυγε όταν ήταν δεκάξι χρονών.

Τι πρώτα να ρωτήσουμε αυτόν τον ανέλπιστο διερμηνέα και τι να πρωτοπεί κι αυτός!

Είναι αρκετά γέρος κι επικίνδυνα συγκινημένος. Προσπαθεί να μας πει κάτι, θέλει να μας διηγηθεί πολλά απ’ τη ζωή του. Αρχίζει να μας μιλάει για κάτι πηγάδια που είχε ανοίξει πριν χρόνια εδώ στη Βουλγαρία. Η συγκίνηση και τα χρόνια που πέρασαν δυσκολεύουν τη γλώσσα. Κάτι, πολλά θέλει να μας πει. Επιμένει σε κείνα τα πηγάδια. Μα οι λέξεις που χρειάζεται βρίσκονται θαμμένες πολύ βαθιά στη μνήμη του.

Σκορπίζουμε στο χωριό. Ψάχνουμε ο καθένας για κάποιο σπίτι, αυτό τίνος είναι; του τάδε ποιο είναι; Βγάζουμε φωτογραφίες, προσπαθούμε να πάρουμε μαζί μας όσο περισσότερο Ντογάνοβο μπορούμε με τα μέσα που έχουμε.

Βάζουμε στη μέση το μπαρμπα-Γιώργη για να φωτογραφηθούμε μαζί του.

«Έτοιμοι;» λέει ο «φωτογράφος» και ξαφνικά η λέξη γράφεται με φωτεινά γράμματα στο νου του σεβαστού μας φίλου. «Εμείς εδώ το λέμε γκουτό» ψιθυρίζει απορώντας κι ο ίδιος πώς τη θυμήθηκε αυτή τη λέξη.


Πριν φύγουμε κάνει την εμφάνισή του κάποιος ακόμα, που θυμίζει καταπληκτικά το μπαρμπα-Στέργιο το Μοντσάκη στην όψη και στην ηλικία. Είναι ο μοναδικός που βλέπουμε να φοράει πουτούρια, τραγιάσκα και παπούτσια λαστιχένια, που θυμίζουν κάποια περασμένα χρόνια, κι έχει στα μάτια και σ’ ολόκληρο το πρόσωπο την ημεράδα που έχουν όλοι σχεδόν όσοι κατάγονται απ’ τη Μεγάλη Θράκη.

Τον φωτογραφίζουμε κι αυτόν κι ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Μια γυναίκα τρέχει. Μας φέρνει μια u963 σακούλα με ντομάτες μικρές, νόστιμες απ’ την αυλή της και σ’ ένα χοντρό κίτρινο χαρτί έχει τυλιγμένο μισό ψωμί. Το ζύμωσε η ίδια, προσπαθεί να μας πει με τα χέρια. Φεύγουμε κατασυγκινημένοι. Μας χαιρετούν το ίδιο.

Το ψωμί μοιράζεται, γίνεται ανάρπαχτο. Φρέσκο, μοσχοβολημένο, μαύρο. Καταφέρνω να κρατήσω ένα κομμάτι. Κι η Νούλα έχει γεμίσει ένα παγούρι με νερό απ’ τη βρύση που της παράγγειλαν. Θα δώσει να πιουν κάποιοι που γεννήθηκαν στο Ντογάνοβο και θα βρέξει και τον τάφο της γιαγιάς και του παππού.

Υπέρμετρος ρομαντισμός; Θα ’λεγα μικρή ανθρωπιά.

Μιλάμε δυνατά κι όλοι μαζί σαν Έλληνες. Κάποιος λέει το μπαρμπα-Γιώργη Βουλγαροέλληνα κι άλλος Ελληνοβούλγαρο. Τι σημασία έχει; Αυτός είναι ένας αγνός εργάτης της γης, ένας άξιος δουλευτής, που γνώρισε δυο πατρίδες για ν’ αγαπάει και να πονάει διπλά.

«Πολύ αγαπητή γυναίκα αυτή που μας έφερε το ψωμί» λέει κάποια στιγμή η Αντωνία. Δε νομίζω ότι διάλεξε την πιο κατάλληλη λέξη για να πει αυτό που ήθελε να πει. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το ότι αυτές οι δύο ομάδες των ανθρώπων, που συναντήθηκαν σήμερα στην πλατεία του Ντογάνοβο, μπόρεσαν κι επικοινώνησαν θαυμάσια κι ας μην ήξερε η μια τη γλώσσα της άλλης.

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής κάποιος λέει:

«Λίγο χώμα, μωρέ, δεν πήραμε! Λίγο χώμα, να τους πάμε στο χωριό».

«Δεν πειράζει. Έχω το ψωμί. Το κράτησα να τους το πάω» λέω.

«Πιο καλά» λέει κάποιος τρίτος.

Ναι. Πιο καλά. Γιατί το Ντογάνοβο ή Ντουγάνουλη -τι σημασία έχει τ’ όνομα κι η γλώσσα;- δεν είναι ένας νεκρός. Δεν υπάρχουν μόνο τα κόκκαλά του.

Είναι ένα όμορφο και ήμερο χωριό πέρα, πίσω από τη Ροδόπη, κάπου στη Βουλγαρία, σε κάποιο σημείο της γης, ένα χωριό με «κρυά νερά» που «έχει ακόμα κείνον το τσεσμέ», ένα χωριό όπου η συγκίνηση γίνεται γέλιο και δάκρυ, ένας τόπος όπου οι γυναίκες την αγάπη τους την κάνουν ψωμί και τα παιδιά τη δική τους αγάπη λουλούδια.

Αύγουστος 1987 φ. 47

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.