Xαιρετισμοι στον Θανο Ανεστοπουλο «στη γη που τωρα ανατελλει»

Από τα δεκαπεντάχρονα και όσους τον έζησαν στην Κομοτηνή

Έπρεπε να μεσολαβήσουν φαίνεται κάποιες ημέρες από την αναχώρηση του τραγουδοποιού, μουσικού και ποιητή Θάνου Ανεστόπουλου από τη ζωή και τούτη τη στέρφα χώρα, για να στεγνώνει λίγο ευκολότερα το δάκρυ, για να καταφέρουμε να τον αποχαιρετίσουμε…

Να στεγνώνει λίγο ευκολότερα το δάκρυ, ξεφεύγοντας από την αέναη επανάληψη των τραγουδιών του και τα βίντεο των τελευταίων παραστάσεων του στο «Παλλάς» και τη Μονή Λαζαριστών για να παραδεχθούμε ότι δεν τον χάσαμε…

Μας είχε εξάλλου μιλήσει για το πέταγμά του…

Επρεπε να μεσολαβήσουν κάποιες μέρες, για να μιλήσουν και οι δικές μας λέξεις, στην Κομοτηνή, πόλη «τόσο κοντά τόσο μακριά» από τα υπέροχα… Στην Κομοτηνή, που τις νύχτες γράφει τις δικές της ιστορίες, «καπνίζοντας δάκρυα», όπως έγραψε κάποτε η Ειρήνη…

γράφει τις δικές της ιστορίες σε ενδοσκόπηση και χιλιόμετρα εσωτερικών αναζητήσεων, με πρωταγωνιστές «εφήβους» όλων των ηλικιών που τίποτα από όσα απλώνοντας προς κατανάλωση δεν τους αρέσει… Αφού γύρω τους και εμπρός τους διαφανώς στις αλαβάστρινες οθόνες άλλοι είναι οι ήρωές τους… Οι μπήτνικς, ο Γκίνσμπεργκ, η Πολυδούρη, ο Καρυωτάκης, ο είρων Κώστας Ουράνης, οι θείες μουσικές του κόσμου, ο Νικ Κέιβ, ο «Λεονάρδος», η τζαζ…
Θάνο, τις καλημέρες μας στη νέα σου γη που ανατέλλεις… Ράδιο Παρατηρητής 94fm.

«Ο καινούριος κόσμος που μας άνοιξαν τα “Διάφανα Κρίνα” και τα μάτια μας που δεν έκλεισαν από το φως» 

Γράφει ο Παναγιώτης Ροζάκης*

Η πρώτη συνάντηση με τα «Διάφανα Κρίνα» άργησε όσο έπρεπε. Αν και συνομήλικοι, προϊόντα της γενιάς του ‘91, δεν βρεθήκαμε παρά μεταξύ λατινικών και γενικής ιστορίας. Την πρώτη γροθιά στο στομάχι με τις «Μέρες Αργίας» ακολούθησαν οι δύο καλύτεροι πρώτοι δίσκοι ελληνικού συγκροτήματος, με την καθαρά υποκειμενική αυτή άποψη, να κρατάει γερά μια δεκαετία πλέον.

Και έπειτα ήρθαν όλα τα άλλα. Ο καινούριος κόσμος που μας άνοιξαν και τα μάτια μας δεν έκλεισαν από το φως. Τα ποιήματα, τα βιβλία, οι ταινίες. Και μετά οι πρώτες ήττες, καμιά δυο νίκες στη διαφορά των γκολ, κάτι σαράβαλες καρδιές και τα λοιπά..

Η πρώτη φορά στο Galaxy που ψάχναμε σαν παιδάκια να δούμε από πού είχε τραβηχτεί εκείνη η φωτογραφία, το τέλος που μας άφησε με το παράπονο ότι η γενιά μας πάντα ζούσε στις καθυστερήσεις. Και μετά η πρώτη εκπομπή, τα λάιβ στο Αλάβαστρον, οι θολές βραδιές με κονιάκ, η ζωγραφιά στον τοίχο δίπλα μας για δυο χρόνια κάθε βράδυ, ένα χαμένο λεωφορείο και η κουβέντα που δεν έγινε ποτέ στον αέρα.

Και μετά η επανένωση, το live στην Τεχνόπολη, η πιο ζωντανή βραδιά της ζωής μας, 15χρονα παιδιά που άκουγαν για πρώτη φορά τον «Τελευταίο σταθμό», τον Αλκίνοο να μας προτρέπει να πιούμε λες και τι θα κάναμε.

Και τέλος η αξιοπρέπεια, η δύναμη, η δημιουργικότητα, το κράτημα από τη ζωή με τα νύχια. Ο κόμπος που μοιραζόμαστε στο λαιμό εδώ και δέκα πλέον μέρες.

Όχι αντίο, παρά μόνο ένα ευχαριστώ. Από τους 15χρονους που σας έζησαν και όσους θα σας γνωρίσουν στο μέλλον.

Σαν δυο μικρά ασημένια πουλιά
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει

Γείρε στον ώμο μου βγάλε φτερά,
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει

*Ο Παναγιώτης Ροζάκης είναι νομικός, πτυχιούχος του Δ.Π.Θ.. Υπήρξε καθόλη τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων παραγωγός του Ράδιο Παρατηρητής 94fm.

Θάνος Ανεστόπουλος ή δεν μαράθηκαν τα κρίνα 

Γράφει η Κλειώ Χρυσοχοΐδου*

1996. Ένα από τα εφηβικά μου απογεύματα ακούγοντας ραδιόφωνο. Ψάχνω σταθμούς. Ξαφνικά μια μπάσα, τραχιά, σπηλαιώδης και γεμάτη λυγμούς φωνή με καθηλώνει. «…για όλα αυτά που ζήσαμε μόνοι με τους μόνους, μοιράζοντας τους πόνους…».

Όχι, δεν θα γράψω για τον Θάνο Ανεστόπουλο.

Από τότε, αυτή η ιδιαίτερη και χαρακτηριστική φωνή, ποτέ δεν έπαψε να με συντροφεύει στους ήλιους και στις βροχές της ζωής μου. «Διάφανα Κρίνα». Πήγα σε μερικές συναυλίες τους λαχταρώντας να γίνω ένα μ αυτήν την επιβλητική και μυθιστορηματική γλυκιά τους μιζέρια. Ο χρόνος σταματούσε. «Ζούμε όση ζωή θελήσουμε να ζήσουμε. Είμαστε τα “Διάφανα Κρίνα”» δήλωσαν στην επανένωσή τους πέρυσι.

Όχι, δεν θα γράψω για τον Θάνο Ανεστόπουλο.

2013. Τελειώνει το λάιβ στο Αλάβαστρον. Κάθεται κουρασμένος στο μπαρ με ένα μπουκάλι Frangelico δίπλα του. Πλησιάζω. «Εύχομαι να ζήσεις τόσα πολλά χρόνια που θα έχει μεγαλώσει το παιδί μου και θα ερχόμαστε να σε ακούμε παρέα» του λέω. Με κοιτάει με ένα γλυκό μα και συνάμα πικραμένο βλέμμα και μου απαντάει «αυτό δεν θα γίνει γλυκιά μου. Είμαι άρρωστος και δεν έχω πολλή ζωή ακόμα». Μιλούσαμε όλο το βράδυ, ο καθένας για την ζωή του. Ένιωθα δέος μα και άνετα δίπλα του.

Όχι, δεν θα μιλήσω για τον Θάνο Ανεστόπουλο.

Ο θάνατος είναι μια μοναχική αγωνία. Μας φανερώνει ποιοι είμαστε, τι κάναμε και πόσα δεν ζήσαμε. Είναι αδιάκριτος και πολλές φορές άδικος. Σήμερα, πενθούμε το τέλος μιας δικής μας εποχής. Έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, έναν ποιητή. Έναν φίλο.

Όχι. Δεν θα μιλήσω για τον Θάνο Ανεστόπουλο.

Γιατί δεν πέθανε.
Τίποτα και κανένας θάνατος δεν θα καταφέρει να βεβηλώσει αυτή την ηχητική και πολύχρονη μέθη που μας χάρισε.

Όχι, δεν έγινε η απώλεια συνήθειά μας.
Δεν σίγησε η φωνή του Θάνου.
Δεν μαράθηκαν τα κρίνα.
Βάλτε, λοιπόν, να πιούμε.

*Η Κλειώ Χρυσοχοΐδου είναι λογίστρια.

«Μας μάθαινε τον “νόμο της σκουριάς” και ας ήμασταν ακόμα νέοι και αήττητοι» 

Γράφει η Νατάσσα Θεοχαρίδου*

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο γραπτό λόγο. Ποτέ δεν μου άρεσε να αποχαιρετάω ανθρώπους. Αλλά τώρα σήκωσα το μολύβι, μα δεν θα έχει αντίο από μένα. Για τον Θάνο άλλαξα πολλές φορές συναισθήματα μέχρι να τον μάθω. Τον άκουσα στα δεκαπέντε δειλά δειλά χρόνια πίσω, στα χρόνια της εφηβείας, τότε που ακόμα ήμασταν αθώοι κι απονήρευτοι. Χωρίς σκοτούρες, χωρίς απογοητεύσεις, χωρίς «μείνε, σ’ αγαπάω». Και εισέπραττα από τα τραγούδια του μια βαθιά μελαγχολία, τη σκοτεινή φωνή του Θάνου να μαχαιρώνει βαθιά το μέσα μου, τους στίχους του που χρειαζόταν να διαβάσω και δεύτερη και τρίτη φορά για να καταλάβω κι ας ήταν τέλεια τοποθετημένες οι λέξεις μέσα τους η μια δίπλα στην άλλη. Σου μάθαινε τον «νόμο της σκουριάς» και ας ήσουν ακόμα νέος και αήττητος. Και θύμωσα τότε μαζί του γιατί τα πιο αθώα μας χρόνια, μας τα σημάδεψε μια ανεξήγητη καταχνιά.

Χρόνια αργότερα τον είδα από κοντά. Έβλεπα έναν άνθρωπο με μαύρο μακρύ παλτό σε μια γωνιά στο μπαρ, με ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι, με ποτό στο άλλο, έναν άνθρωπο με πάθη. Στη συνέχεια ανέβηκε στην σκηνή και φώτισε. Στο τέλος της βραδιάς, τον πλησίασα και χαμογέλασε. Ανταλλάξαμε δυο τρεις κουβέντες, έπιασε τους καρπούς μου και πάνω τους ζωγράφισε δυο ραφές. Μου είπε: «μόλις έκανες απόπειρα αυτοκτονίας και γλύτωσες, να τον αγαπάς τον εαυτό σου και προσπάθησε όσο μπορείς στις μέρες σου να αναζητάς τον ήλιο», κι έφυγε.

Τότε άλλαξαν για τελευταία φορά τα συναισθήματά μου. Ήταν αισιόδοξος. Μετά από κανένα χρόνο πληροφορήθηκα για την «αρρώστεια». Και τον παρακολουθούσα όλο αυτό το διάστημα με πόση αξιοπρέπεια το βίωσε. Είδα ένα άνθρωπο δυνατό. Δημιουργικό μέσω της ποίησής του. Τον αγάπησε τον εαυτό του. Αγάπησε και το σώμα του κι ας μην ήταν φτιαγμένο για να φιλοξενεί τον Θάνο.

Ακόμα σε μαθαίνω Θάνο και θα μου πάρει κάποια χρόνια ακόμα.. Ακόμα ανακαλύπτω στίχους σου που δεν άκουσα, ποιήματά σου που δεν διάβασα. Μα μεγάλωσα και ξέφυγα από την εφηβεία μου.

Τώρα αρχίζω να σε καταλαβαίνω τρυφερέ μου άνθρωπε, τώρα αρχίζω να με αναγνωρίζω…

*Η Νατάσσα Θεοχαρίδου είναι φοιτήτρια του Δημοκριτείου, φωτογράφος και μουσικός παραγωγός.

Σημ.: Ευχαριστίες στους συ-συγγραφείς  αυτού του αφιερώματος, στα παιδιά του «Αλάβαστρον»  για τη σελίδα-αρχείο στο fb, τον Θάνο και τον Θανάση.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.