Βραδια ποιησης με το Μιχαλη Γκανα

To λογοτεχνικό έργο του ποιητή Μιχάλη Γκανά παρουσιάστηκε το βράδυ της Τετάρτης, παρουσία του δημιουργού, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Κομοτηνής, από την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Βασιλική Κοντογιάννη, την Επίκουρο Καθηγήτρια στο ίδιο Τμήμα Ελισάβετ Αρσενίου, την Λέκτορα του Τμήματος Σοφία Βούλγαρη και την πρόεδρο του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ροδόπης Δώρα Κάσσα.

Ο συγγραφέας διάβασε ποιήματά του, ανάμεσά τους και δυο ανέκδοτα ποιήματα με θέμα τη γυναίκα, σχολίασε τα λεγόμενα από τις τέσσερις αναγνώστριες του έργου του, μίλησε από καρδιάς φορτίζοντας κάποιες στιγμές και συναισθηματικά την ατμόσφαιρα.

Δ. Κάσσα: «Ο γενέθλιος τόπος βασική συνιστώσα της ποίησης του Γκανά»

Η κ. Κάσσα στην εισήγησή της προσέγγισε την ανθολογημένη ποίηση του Μιχάλη Γκανά στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Λυκείου και Γυμνασίου. Εξήγησε ότι η ποίηση του Μιχάλη Γκανά εντάχθηκε στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λυκείου τα 2000. Εξήγησε ότι στα περσινά τυπωμένα βιβλία της Α΄ και Β΄ Γυμνασίου υπάρχουν δείγματα της ποίησής του.

Συγκεκριμένα, στο βιβλίο της Α΄ Γυμνασίου και στην ενότητα Ταξιδιωτικά Κείμενα ανθολογείται στις σελίδες 136-137 το ποίημα «Γυάλινα Γιάννενα» από την ομότιτλη Συλλογή (1989).

«Από την βραβευμένη το 1994 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Συλλογή του Γκανά «Παραλογή» δίδονται στους μαθητές δύο κείμενα που πραγματεύονται το θάνατο, τη μόνη αναπότρεπτη βεβαιότητα της ζωής μας. (σελ. 15 – Εσύ δεν θα πεθάνεις, σελ. 27 – Να με θυμάσαι)» εξήγησε και προσέγγισε τα «Γυάλινα Γιάννενα».

«Εδώ το προλογικό σημείωμα είναι πολύ κατατοπιστικό. Στο ποίημα προβάλλονται με ένα λόγο ευθύβολο, λιτό, που ωστόσο διανθίζεται με τολμηρές μεταφορές και παρομοιώσεις:

1.Το φυσικό περιβάλλον των Ιωαννίνων (τα πολλά βουνά και η λίμνη)

2.Οι άνθρωποι (καλοί και κακοί)

3.Οι ασχολίες τους (κτηνοτροφία, μεταλλοτεχνία, αργυροχρυσοχοΐα): «κι άκουσα τα μπακίρια να βελάζουν», «τα Γιάννενα Γυάλινα και μαλαματένια»

4.Η ιστορική και πολιτισμική πορεία της Ηπείρου («κάστρα πατημένα», «είδα και μιναρέδες»)


Θα σχολιάσουμε, οπωσδήποτε, τον τίτλο «Γυάλινα Γιάννενα», που αποτελεί εύηχη παρήχηση, τολμηρή μεταφορά και απαστράπτουσα εικόνα. Τα Γιάννενα μοιάζουν Γυάλινα, καθώς καθρεφτίζονται στα ήσυχα νερά της λίμνης. Ο πίνακας του Νικόλαου Οθωναίου στην ίδια με το ποίημα σελίδα το επιβεβαιώνει.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, και αν η αντιληπτικότητα και η ευαισθησία της τάξης το επιτρέπουν, μπορούμε να δώσουμε κι άλλη ερμηνεία. Τα Γυάλινα Γιάννενα αισθητοποιούν τη διάφανη και ευαίσθητη σχέση του ποιητή με το γενέθλιο τόπο.

Ο γενέθλιος τόπος, η Ήπειρος, αποτελεί βασική συνιστώσα της ποίησης του Γκανά. Οι μελετητές του, μάλιστα, επισημαίνουν πως οι μνήμες από τον τόπο καταγωγής και από την παιδική του ηλικία, οι οποίες συνδέονται με τις περιπέτειες της οικογένειάς του, αλλά και με την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας – τον Εμφύλιο, την Προσφυγιά, τη Μετανάστευση, εξωτερική και εσωτερική – δίνουν την πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα του Γκανά.

Κείμενο που αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο ότι η πατρίδα δεν είναι απλό σκηνικό στην ποίηση του Γκανά, αλλά βίωμα βαθύ και βαθιά πληγή, είναι το ακροτελεύτιο της «Παραλογής» (σελ. 34-35 – Χλωρίδα μου, πατρίδα μου)».

Η κ. Κάσσα
θέλησε ν’ αναφερθεί στη συνέχεια στο γνωστό τραγούδι «Στα Καμένα» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, το οποίο έγινε ιδιαίτερα επίκαιρο το προηγούμενο διάστημα με τις πυρκαγιές.

Στη συνέχεια ο ποιητής διάβασε δυο ποιήματά που πραγματεύονται το θάνατο.

Το πρώτο αφορά ένα διάλογο ανάμεσα στη μάνα και το παιδί.

-Εσύ δεν θα πεθάνεις.

-Μάζεψε τη φωτιά.

-Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.

-Όχι. Κοίταξε μην καείς.

-Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;

-Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.

-Κι εσένα πού σε πόναγε το δόντι;

-Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι. Σύρε να παίξεις.

-Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.

-Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.

-Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.

-Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.

-Πόσο μεγάλος θα ‘μαι;

-Άντρας. Θα ‘χεις γυναίκα και παιδιά. Μπορεί κι αγγόνια.

-Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε

-Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.

-Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι… Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Και ούτε θα πεθάνεις. Θα πεθάνεις;

-Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.

-Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.

-Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.

-Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;

Σ’ ακούω. Ψεύτη.

Ούτε αυτά που μου ‘ταξες παιδί δεν κράτησες.

Το δεύτερο ποίημα, όπως εξήγησε ο Μ. Γκανάς, γράφτηκε για έναν ομογάλακτό του ποιητή, τον Χρήστο Μπράβο που γεννήθηκε στη Δεσκάτη Γρεβενών και χάθηκε νωρίς… Μιλάει ο Χρήστος Μπράβος.

«Να με θυμάσαι – βασιλικά να τρίβεις στις παλάμες

σου για να θυμάσαι – και δάκρυα πολλά να χύνεις

όταν με θυμάσαι – όταν σημαίνει Ναύπακτος –

Αράχοβα – Δεσκάτη – όταν περνάς Γαλήνης 18 –

που δεν περνάς – να με θυμάσαι – εκεί χαρτιά

μισογραμμένα – παιδιά που μεγαλώνουν – Ηλίας –

Γιάννης – τα παιδιά μου – εκεί παράπονο Ερμιόνη –

περαστικός Μιχάλης και Χρήστος των χρωμάτων –

βασιλικά να τρίβεις για να με θυμάσαι όταν

σημαίνει Σάββατο – Μαυρομιχάλη 8 – ο Φίλιππος

μαζί μας – άχ Γεωργία – Γιάννη – Έκτορα – Νίκο –

Γιώργο – να τους πεις… – να με θυμάστε –

Οβρένοβιτς και Γιαννάκη – όπου πάτε με Πόλη

και Μυρσίνη και Γιαννάκη – και μη μου γράφεις –

δεν σκέφτεσαι εμένα όταν γράφεις – σκέφτεσαι

αυτό που γράφεις – κι εγώ ζητάω μνή-μη – πεινάω

μνή-μη και διψάω μνή-μη – και μη σας βγάλω απ’

τη ζωή σας – δεν το θέλω – εσύ το θέλησες –

θυμήσου – χωρίς εσένα δεν υπάρχω – χωρίς εμάς

είστε μειοψηφία (ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ) χωρίς εσάς οστά

γεγυμνωμένα – και μην ακούς πάνω και κάτω

κόσμος – είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι».

Β. Κοντογιάννη: ««Η «Μητριά πατρίδα» δίνει γραπτό λόγο στους ανθρώπους του προφορικού πολιτισμού»

Η κ. Κοντογιάννη προσέγγισε το πεζογράφημα «Η Μητριά πατρίδα», που κέρδισε σταδιακά τη θέση του στα ελληνικά γράμματα. Έθεσε την ερώτηση «πότε γράφεται» και συνέχισε. «Είναι το μόνο αυτόνομο πεζογράφημα του Μ. Γκανά αφού τα λοιπά πεζά του αποτελούν τμήματα του ποιητικού έργου «Ο ύπνος του καπνιστή», έργο που εκδόθηκε το 2003.

«Πεζογράφημα»
ονομάζει ο συγγραφέας το έργο του, αυτοβιογραφικό κείμενο αναμφισβήτητα θα λέγαμε». Στην κατεύθυνση της αυτοβιογραφικής γραφής πρότεινε την προσέγγιση η Β. Κοντογιάννη. «Δύο μόνο πρόσωπα εκφέρουν λόγο στη «Μητριά πατρίδα», τίτλο δανεισμένο από την ποίηση του Μάρκου Μέσκου, όπως μας λέει ο Μ. Γκανάς, η μητέρα της – τα λόγια της τα θυμάται το παιδί – και ο κεντρικός αφηγητής, ο οποίος ταυτίζεται με το συγγραφέα.

Ο λόγος της μητέρας – μ’ αυτόν ξεκινάει το έργο – είναι καθοριστικός, τόσο για την πορεία της ζωής όσο και της αφήγησης. Σε πρώτο πρόσωπο εκφέρεται η αφήγηση που καλύπτει περίπου τα χρόνια από το 1948 έως και τη δεκαετία του ’60. Η αρχή είναι η προσφυγιά όταν ένα τμήμα της οικογένειας φεύγει πρώτα προς την Αλβανία κι έπειτα προς την Ουγγαρία μέσα στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Το τέλος τοποθετείται στην εποχή όπου το φαινόμενο της επανάστασης, εσωτερικής κι εξωτερικής, παίρνει δραματικές διαστάσεις, αλλοιώνοντας τη ζωή, μεταβάλλοντας τα πρόσωπα των ανθρώπων.

Μέσα από την εξαιρετικά λιτή γραφή αποδίδεται η παιδική κι εφηβική ηλικία του αφηγητή στον τόπο γέννησης, ένα χωριό της Ηπείρου και τους τόπους της εξορίας. Όχι αναγκαστικά φοβερή ή κακή, η εξορία δείχνει όψεις ανθρωπιάς και φροντίδας που θα συνοδεύσουν τον ποιητή στην επόμενη ζωή του. Κρατά, όμως, μέσα σε όλη την αποτύπωσή της η εξορία τη στέρηση, πάντα δεμένη με τον αγώνα για επιβίωση κι επιστροφή. Η επιστροφή θ’ ανοιχτεί το 1954, δύσκολη μαζί και χαρούμενη, όταν η συνάντηση με τον πατέρα που είχε μείνει πίσω γεννά πυκνά συναισθήματα που υποστηρίζουν το λόγο, του δίνουν βάρος, αλλά δε μεταφράζονται τα ίδια σε λόγο. Κινήσεις και πράξεις δηλώνουν εδώ τον ψυχισμό των ανθρώπων.

Η αρχή της εφηβικής ηλικίας, πρώτα στο χωριό, έπειτα στη μικρή πόλη αγγίζει ερωτικά σκιρτήματα του παιδιού, αλλά παράλληλα βάζει κάποια καίρια ερωτήματα για τις ιδεολογικές ερμηνείες της ιστορίας. Όσα βιώθηκαν πρόσφατα από το παιδί και την οικογένεια κινδυνεύουν τώρα να γίνουν υλικό για άλλους, όσους δοκιμάζουν να υποστηρίξουν ιδεολογικές θέσεις που μαρτυρούν την απόστασή τους από τα πράγματα. Το τελευταίο βήμα της αφήγησης οδηγεί προς τη μετανάστευση.

Αμερική, Αυστραλία, Γερμανία αλλά και Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Γιάννενα, οι δρόμοι της εξόδου φέρνουν το τέλος της ζωής του ηπειρώτικου χωριού. Εσωτερικός μετανάστης στην Αθήνα, ο συγγραφέας δουλεύει μέσα του τις τύψεις της εγκατάλειψης του γενέθλιου τύπου, δοκιμάζει να ξαναβρεί τους ανθρώπους και το χρόνο μέσα από μια γραφή που θέλει να σταθεί στο καίριο και ουσιαστικό, αποφεύγοντας όσο γίνεται την εσωστρέφεια. Πυκνογραμμένο κείμενο η «Μητριά πατρίδα», αποφεύγει τη μελοδραματική ένταση και παρακολουθεί την πορεία της οικογενειακής ιστορίας σε μια προσέγγιση σχεδόν μικροϊστορίας, χωρίς ωστόσο να δοκιμάζει να αναχθεί σε παλαιότερες μορφές λόγου ή σε τοπικά γλωσσικά ιδιώματα.

Ο συγγραφέας ανασταίνει τους νεκρούς του, παραμένοντας πάντοτε στα όρια του δικού του φυσικού λόγου».

Επανερχόμενη στο βιογραφικό χαρακτήρα του πεζογραφήματος, η κ. Κοντογιάννη εξήγησε ότι σέβεται το βασικό άξονα του είδους που είναι η οργάνωσή της με οδηγό τη ζωή του αυτοβιογραφούμενου. «Παράλληλα, το συγκεκριμένο κείμενο φέρνει τη μαρτυρία του για τη ζωή πολλών ανθρώπων, πρώτα της οικογένειας, έπειτα των πολιτικών προσφύγων, το ηπειρώτικο χωριό από όπου κατάγεται ο Γκανάς, του ευρύτερου τόπου της Ηπείρου. Η συνάφεια της ζωής του ενός με τη ζωή των πολλών μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το κείμενο απομνημόνευμα».

Η κ. Κοντογιάννη
επεσήμανε ότι «Η Μητριά πατρίδα» δίνει γραπτό λόγο στους ανθρώπους του προφορικού πολιτισμού, που συνήθως αφήνουν τα έργα τους στη θέση του λόγου.

Έκανε λόγο για σχέση του συγκεκριμένου έργου με πεζογραφήματα άλλων συγγραφέων, όπως έχει επισημάνει και η κριτική. Έφερε ως παράδειγμα το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου», δημοσιευμένο το 1993 και το αυτοβιογραφικό κείμενο του Άγγελου Ελεφάντη «Minima Memoralia, η ιστορία του παππού μου», δημοσιευμένο το 2001.

Αναζητώντας τις ρίζες του είδους, η κ. Κοντογιάννη παρέπεμψε στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, από τα οποία διάβασε ένα απόσπασμα, όπως και από τη «Μητριά πατρίδα».

Ο κ. Γκανάς συμφώνησε ότι είναι αυτοβιογραφικό η «Μητριά πατρίδα» με την επισήμανση «είναι και δεν είναι, με την έννοια ότι πολλά από αυτά που γράφω δεν είμαι σίγουρος ότι τα θυμάμαι … από τις πολλαπλές αφηγήσεις των μεγάλων έχουν ενσωματωθεί στη μνήμη μου». Εξήγησε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1981 κι άρχισε να γράφεται 4 – 5 χρόνια πριν. «Ένιωσα μια αίσθηση να δώσω, όπως είπατε λόγο στους νεκρούς και τους ζωντανούς της οικογένειάς μου και μιας γενικότερης ιστορίας που ακολούθησε τον Εμφύλιο. Το βιβλίο μού έδειξε ότι δεν είμαι πεζογράφος», εξηγώντας ότι λειτουργίες του πεζογράφου (χαρακτήρισε τους πεζογράφους «μαραθωνοδρόμους») είναι διαφορετικές από αυτές του ποιητή. Πρόσθεσε για τη «Μητριά πατρίδα» ότι είναι ένα βιβλίο που έχει προγόνους κι επιγόνους, έρχεται από το λόγο του Μακρυγιάννη, του Στρατή Δούκα, του Βαλτινού…

Ε. Αρσενίου: «Ο ύπνος του καπνιστή μπορεί ν’ αποτελεί παραβολή

για τον ποιητικό λόγο»

Η Ε. Αρσενίου μίλησε για τον «Ύπνο του καπνιστή», το τελευταίο βιβλίο του ποιητή. «Είναι ένας λόγος για την ίδια την ποίηση. Εάν το διαβάσουμε καλά παίρνουμε μαθήματα πιο ουσιαστικά από τις διαρκείς ακαδημαϊκές αναλύσεις που μπορούμε να κάνουμε. Στον «Ύπνο του καπνιστή» από τον τίτλο ακόμη διαφαίνεται μια συσσωρευμένη απειλή, η παρουσία κάποιων απειλητικών μηνυμάτων. Δεν ξέρω εάν πρόκειται για την απειλή της απουσίας, του θανάτου ή της ποιητικής σιγής. Όλα αυτά μπορούν να εκληφθούν και μεταφορικά. Ο ύπνος του καπνιστή μπορεί να είναι ταραγμένος, μεγάλος κι εκτός των άλλων μπορεί ν’ αποτελεί και μία παραβολή για τον ίδιο τον ποιητικό λόγο. Είναι σαν το «τι» και το «πώς» της ποίησης να τίθεται υπό πίεση σ’ αυτό το βιβλίο. Ο Μ. Γκανάς νομίζω πως γράφει για τον ίδιο το ποιητικό έργο, για τον ποιητή και την εργασία του ποιητή. Η νύχτα του καπνιστή – ποιητή, μεταφορικά ίσως του καπνιστή, έχει τη δική της τυφλή δικαιοσύνη, τη δική της απειλή αγριότητα. Όπως η ζωή δένεται με το κάπνισμα κάποτε απολαυστικά, κάποτε στενάχωρα, συχνά αφόρητα, έτσι δένεται και με την εμπειρία της ποιητικής γραφής.

Το ερώτημα αν «η ζωή φτιάχνει την ποίηση ή η ποίηση τη ζωή» επανέρχεται, αφού ποτέ δεν καταφέρνει ν’ απαντηθεί πλήρως. Μήπως η ποίηση είναι ένας ανανεούμενος στόχος αναποτελεσματικότητας, ένας λόγος για τη χρήση ή την αχρηστία, τη σημασία ή την ασημαντότητα του ποιητικού έργου;


Το «εγώ» της ποίησης κρύβεται πίσω από μεταλλασσόμενες μάσκες, γύρω – γύρω όλοι, εγώ, εσύ, αυτός και στη μέση ο Ούτις. Χρόνια τώρα κάτι θέλει να μού πει, αγράμματο, ασύντακτο, τρανό σε τέταρτο πρόσωπο. Ο ποιητικός Κανένας είναι ο αγαπημένος, ο χαμένος νεκρός, το ασυνείδητο, ή ο πραγματικός ποιητής; Η γυναικεία παρουσία που υπάρχει και ματαιώνεται είναι η ίδια η ερωτική ποίηση, δημοτική, βιβλική και ίσως η ίδια η θηλυκή γλώσσα που αναγεννά το σκοτωμένο από την ποίηση ποιητή, όπως αυτός βγαίνει με την προσωπίδα από τα λουτρά του θανάτου;

Η ανάμνηση και η αφήγηση των εντυπωμένων γεγονότων που βρίσκονται άγνωστα στη ζωή, το θάνατο και τον ύπνο αποδίδουν τους περιορισμούς, την καταστολή και την απαγόρευση του θαύματος αλλά και τους θύλακες του ποιητικού λόγου που προκύπτει από τις σκοτεινές αυτές πλευρές. Η γυναικεία παρουσία κεντρική, παραγωγική, είναι η αρχετυπική μητέρα των αφηγήσεων, η κάτοχος του αδραχτιού που βρίσκεται στις ρίζες όλων των ονείρων και των ιστοριών.

Ο άντρας συγγραφέας παιδί, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα του συγγραφέα που επισκέπτεται σε όνειρο…. η αλαφροΐσκιωτη, ο πατέρας της και η μάνα της σε κίνδυνο με παρελθόν εγκατάλειψης, μια οικογένεια με κοινό την αναγνώριση του θανάτου και της ζωής ως αισθήματος απέραντης θλίψης και ματαιότητας δένονται μεταξύ τους και με μια επιπλέον αναγνώριση, τη σκληρότητα και βιαιότητα της ποιητικής εμπειρίας. Η ανεξαρτητοποίηση του ποιητικού αποτελέσματος από τον ίδιο τον ποιητή.

Πολλές φωνές κι απειλητικές σιωπές πρέπει να διωχθούν για να γίνει το ποίημα».

Ο κ. Γκανάς σημείωσε ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε 10 χρόνια μετά την «Παραλογή», διάστημα κατά το οποίο ασχολήθηκε με τη στιχουργία. Εξήγησε ότι φτιάχτηκε με ετερόκλητα υλικά «παραδοσιακές φόρμες με ομοιοκαταληξίες και μέτρα, ελεύθερο στίχο, πεζά, τραγούδια…»

Σ. Βούλγαρη για τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»: «Μια περιπέτεια από την οποία ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν πρόκειται να βγει συναισθηματικά αλώβητος»

Η Σοφία Βούλγαρη επικέντρωσε σ’ ένα ποίημα του Μιχάλη Γκανά, τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα», το οποίο και διάβασε ο ίδιος ο ποιητής. Εξήγησε ότι είναι ένα ποίημα που άγγιξε την ίδια αλλά προκαλεί συγκίνηση γενικά στον αναγνώστη. «Συγκινεί τον αναγνώστη όχι απλώς επειδή αγγίζει το ευαίσθητο κι εξαιρετικά φορτισμένο θέμα της σχέσης γονέων – παιδιών, το θέμα του θανάτου και της απώλειας αλλά κι επειδή εμπλέκει τον ανυποψίαστο αναγνώστη σε μια συγκινησιακή περιπέτεια του λόγου και του ρυθμού, δομημένη με βάση την κλιμάκωση, την εμβάθυνση, τη συμπλοκή των καίριων θεμάτων και την αντιστροφή. Μια περιπέτεια από την οποία ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν πρόκειται να βγει συναισθηματικά αλώβητος» περιέγραψε, δίνοντας το λόγο στον ποιητή.

Η κ. Βούλγαρη σχολίασε ότι το ποίημα είναι η καλύτερη απάντηση στα ερωτήματά μας. «Τα τεράστια θέματα της μοναξιάς, της αποκοπής, της απώλειας, του θανάτου, της μνήμης που πονάει, του φόβου της λήθης, της αγάπης πορεύονται αλληλοσυμπλεκόμενα κι αλληλοσυμπληρούμενα σ’ ένα ρυθμικό γαϊτανάκι, σε μια διαδικασία κλιμάκωσης, με αποκορύφωμα το αντεστραμένο νανούρισμα του γιου προς τον πατέρα.

Οι πρώτες δυο στροφές αρχίζουν με τη φράση «κάθεται μόνος» και τελειώνουν με το «εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη». Αυτός κι εκείνη, μοναξιά κι απουσία.

Η πρώτη στροφή πιο ολιγόλογη, η δεύτερη συμπληρώνει, εμβαθύνει, εμπλουτίζει».


Προσεγγίζοντας το νανούρισμα του ποιήματος, νανούρισμα από το παιδί στον πατέρα. «Η αντιστροφή των ρόλων στο παραδοσιακό νανούρισμα που δονεί το συλλογικό ασυνείδητο, σ’ ένα στίχο που κρέμεται αρχικά μόνος του, σαν να θέλει ο ομιλητής να καταπιεί έναν λυγμό ή ν’ αφήσει τον αναγνώστη να συνέλθει από το σοκ βρίσκεται στην καρδιά της πρωτοτυπίας του ποιήματος, αλλά μαζί με την κλιμακωτή σκηνοθεσία, το ρυθμό που προχωρά συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές και στη βάση της προκαλούμενης συγκίνησης. Αντιστροφή των ρόλων, ανατροπή των πραγμάτων, η ποίηση οδηγεί τον πατέρα σ’ ένα μέλλον χλοερό, όπου το παρόν ακυρώνεται, ο θάνατος νικάται, ο χρόνος σταματά και το χιόνι δεν παγώνει, δεν θάβει, καθαγιάζει, εξαγνίζει, συμβολίζει την αέναη συνέχεια…

Αντιστροφή μέγιστη, έκπληξη του ανυποψίαστου αναγνώστη, του ανήμπορου που αποκτά φτερά μέσω της ποίησης, που νιώθει πως μπορεί η ποίηση ν’ ακυρώσει το χρόνο, να νικήσει το θάνατο εκείνη τη μικρή στιγμή που τα παιδιά γίνονται οι γονείς των γονέων τους για να τους νανουρίσουν, διώχνοντας τα κακά μαύρα σκοτάδια».

Ο Μιχάλης Γκανάς
έκλεισε τη βραδιά διαβάζοντας δυο ανέκδοτα κείμενα, – μέρος ενός συνόλου με τίτλο «Γυναικών», – κείμενα που αφορούν στιγμές από τις ζωές κάποιων γυναικών.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.