Βεφα Αλεξιαδου «Η μαγειρικη ειναι χαρα και δημιουργια»
Η Βέφα Αλεξιάδου είναι η μητρική φιγούρα της γεύσης. Με λόγο χειμαρρώδη, που ξέρει να περιγράφει την ουσία του θέματος η κ. Αλεξιάδου εδώ και πάρα πολλά χρόνια φροντίζει να μας ανοίγει δρόμους γευστικούς και συγχρόνως δρόμους που έχουν σαν βάση την ελληνική κουζίνα. Οι περισσότερες από όλες μας έχουν κρατήσει ένα βιβλίο μαγειρικής στα χέρια τους είτε επρόκειτο για γενέθλια παιδιών είτε για πρόσκληση φίλων είτε για γιορτή είτε για καθημερινή. Όπως η ίδια λέει «είναι μεγάλη μου χαρά να ακούω κάθε φορά και μάλιστα από μεγάλα παιδιά να μου λένε ότι η μητέρα τους τα μεγάλωσε με το βιβλίο μου που αφορά στο παιδικό πάρτι. Νοιώθω μεγάλη χαρά». Για την ίδια βέβαια «η μαγειρική δεν είναι μόνο για τη διατροφή μας, αλλά μαγειρεύουμε γιατί είναι μια μεγάλη χαρά και δημιουργία. Από τις δουλειές του σπιτιού η πλέον δημιουργική, η πλέον ευχάριστη». Να σημειώσουμε βέβαια ότι την Βέφα Αλεξιάδου θα έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε σε μια εκδήλωση που διοργανώνει ο Σύλλογος «Θρακών» την Κυριακή στο ξενοδοχείο «Αχίλλειο» στις 11 το πρωί.
Η χημεία με βοήθησε στη δουλειά που κάνω
ΠτΘ: κ. Αλεξιάδου έχετε σπουδάσει χημικός. Αυτό απετέλεσε και αφορμή για να στραφείτε στην μαγειρική;
Β.Α.: Όχι, δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο. Βέβαια η χημεία με βοήθησε πάρα πολύ στη δουλειά που κάνω τώρα, γιατί στην ουσία είναι μαγειρική. Για να πετύχεις ένα φαγητό πρέπει να βάλεις τα σωστά υλικά, για να πετύχει μια αντίδραση στο χημικό εργαστήριο θα πρέπει να μπουν οι σωστές αναλογίες των αντιδραστηρίων. Επομένως η χημεία με βοήθησε πάρα πολύ, γιατί λύνει όλες τις απορίες που αφορούν το ψωμί που τρώμε, το σοτάρισμα, το κρεμμύδι, τα υλικά που θα βάλουμε, το πώς θα το πετύχουμε καλύτερα το φαγητό και θα το κάνουμε πιο υγιεινό. Σε αυτά τα θέματα πάντα σύμβουλός μου είναι η χημεία.
ΠτΘ: Πώς λοιπόν προέκυψε η μαγειρική;
Β.Α.: Όπως είπα σπούδασα και εργάστηκα δεκατρία χρόνια ως χημικός. Στο διάστημα αυτό ο άνδρας μου ανέβηκε όλη την κλίμακα της πανεπιστημιακής του καριέρας, ξεκίνησε από επιμελητής και έφθασε καθηγητής σιγά – σιγά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οπότε πάντα στο σπίτι μας είχαμε κόσμο καλεσμένο και αντίστοιχα και αυτοί μας καλούσαν. Όταν έρχονταν στο δικό μου σπίτι τα φαγητά που ετοίμαζα ήταν τόσο ωραία παρουσιασμένα και τόσο γευστικά και αφού τα έτρωγαν και τα δοκίμαζαν, άρχιζαν σιγά – σιγά να μου λένε ότι αντί να με ενοχλούν στο τηλέφωνο όλη την ώρα και να με ρωτούν πώς έκανα το ένα ή το άλλο φαγητό να φτιάξω ένα βιβλίο και να τα συμπεριλάβω. Αυτή η σκέψη σιγά – σιγά ωρίμασε μέσα μου και αποφάσισα να το κάνω. Βέβαια αντιμετώπισα πάρα πολλές δυσκολίες. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ δύσκολο να κάνεις ένα βιβλίο μαγειρικής. Δεν υπήρχαν τότε οι φωτογράφοι που υπάρχουν τώρα και φωτογραφίζουν μαγειρική, γιατί άλλος είναι ο τρόπος για να βγάλεις ένα άνθρωπο πορτρέτο φωτογραφία και άλλος ο τρόπος για να φωτογραφίσεις ένα φαγητό. Πολλές δυσκολίες επίσης αντιμετώπισα στο πώς θα το διακινήσω και θα το εκδώσω. Κανένας εκδότης δεν ήθελε, γιατί τότε ήμουν άγνωστη. Δεν ήξεραν τη Βέφα Αλεξιάδου, ήξεραν την Χρύσα Παραδείση και τον Τσελεμεντέ. Όμως με την πάροδο του χρόνου με πολύ μεγάλη δυσκολία βρήκα τον τρόπο και κατάφερα να κάνω το πρώτο μου βιβλίο. Αν διηγηθώ τι πέρασα όλο αυτό το διάστημα για να βγει το βιβλίο θα έφτιαχνα ένα παραμύθι.
Βγήκε το βιβλίο μου, οπότε σταμάτησα να εργάζομαι γιατί η απασχόλησή μου με αυτό ήταν πολύ μεγάλη και έτσι άφησα τη χημεία, η οποία όμως ήταν πάντα βοηθός μου. Εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο και από το Νοέμβριο μέχρι τα Χριστούγεννα είχαν πουληθεί 5000 αντίτυπα. Και καλά που πουλήθηκαν, γιατί ήμουν καταχρεωμένη, εφόσον με εγγύηση κάποιων ανθρώπων εξέδωσα το βιβλίο μου. Πούλησα τα βιβλία μου γιατί ήμουν πολύ γνωστή στη Θεσσαλονίκη. Ο καθένας ήθελε να είναι καλεσμένος στο σπίτι μου, γιατί ξέρετε πώς διαδίδεται από στόμα σε στόμα. Ακολούθησε αγώνας για να τα πουλήσω και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Έβαζα πενήντα βιβλία σε ένα καροτσάκι και γύριζα από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο για να τα πουλήσω. Είναι ένα άλλο παραμύθι της ζωής μου. Κατάφερα να βάλω τα βιβλία μου στην αγορά, ακατόρθωτο για τον καθένα, αλλά αν έχεις μεγάλο ζήλο και επιμένεις και αγαπάς αυτό το οποίο θέλεις να προωθήσεις πάντοτε το πετυχαίνεις. Έτσι και αλλιώς η αρχή μου είναι «ο επιμένων νικά και ο ζητών ευρήσει». Με την επιμονή μου και με το ψάξιμο κατάφερα να κάνω αυτά που έκανα και να φθάσω σήμερα να έχω εκδώσει 14 βιβλία και όλος ο κόσμος να τα αγαπά. Βέβαια με βοήθησε και το γεγονός ότι βγήκα στην τηλεόραση.
Από τη μητέρα μου κληρονόμησα το ταλέντο
ΠτΘ: Η μητέρα σας ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Είναι γνωστό ότι οι Πολίτισσες είναι εξαίρετες μαγείρισσες. Πόσο έχετε επηρεασθεί από αυτό;
Β.Α.: Αυτή ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά. Από την μητέρα μου κληρονόμησα το ταλέντο. Μεγάλωσα μέσα σε ένα σπίτι με μια μάνα που πρωταρχικό της μέλημα ήταν το φαγητό της οικογένειας και πάντα το σπίτι μοσχοβολούσε τις υπέροχες ευωδιές που θύμιζαν μνήμες της μητέρας μου από την Πόλη, όπως επίσης σε κάθε γιορτή έπρεπε να γίνουν διάφορα εδέσματα. Όλα αυτά έμπαιναν μέσα μου αφενός μεν γιατί υπήρχε ζήλος και αγάπη προς την μαγειρική και αφετέρου υπήρχαν οι καταβολές, η κληρονομικότητα. Αφορμή να κάνω ό,τι έκανα ήταν η μανούλα μου και από αυτήν πήρα τα πρώτα διδάγματα, έμαθα πώς να σωτάρω, πώς να φτιάξω το φαγητό να στάζει μέλι, όπως έσταζε το φαγητό της, πώς να μείνει το φαγητό με λίγο λάδι για να μην έχει ζουμιά και για να γίνει νόστιμο. Όλες τις πρώτες λοιπόν συμβουλές και οδηγίες τις πήρα από τη μητέρα μου. Από εκεί και πέρα όμως, όπως είπα, μαγείρευα για τους φίλους μου με τις συμβουλές της μανούλας μου αλλά έβαλα και το δικό μου μεράκι και το δικό μου ταλέντο, που ήταν κάτι παραπάνω από αυτό που έκανε η μανούλα μου. Είχα το ταλέντο να στολίζω, να περιποιούμαι και να παρουσιάζω ένα πιάτο να είναι σαν ζωγραφιά να μη θέλουν να τα ακουμπήσουν. Μου έλεγαν ότι αυτά είναι για να καλέσεις να τα φάνε βασιλιάδες και η απάντησή μου ήταν «βασιλιάδες για μένα είστε οι φίλοι μου».
Η παρουσίαση του φαγητού ξεκινά από τον τρόπο που θα το φτιάξουμε
ΠτΘ: Πιστεύετε δηλαδή ότι ένα φαγητό δεν θα πρέπει μόνο να έχει καλή γεύση αλλά και να παρουσιάζεται όμορφα;
Β.Α: Θεωρώ ότι μετρά εξίσου η παρουσίαση με τη γεύση. Η παρουσίαση είναι εκείνο που θα μας τραβήξει. Ξεκινάει από το μάτι η ευχαρίστηση για να κατέβει στο στομάχι. Πρώτα ευχαριστιέται το μάτι, όταν βλέπει ένα ωραίο πιάτο, και στη συνέχεια το στομάχι, όταν θα το γευθεί. Απαραίτητα πρέπει το πιάτο να είναι περιποιημένο. Δεν λέω να κάνουμε τις εξεζητημένες παρουσιάσεις που κάνουν οι διάφοροι σεφ, αλλά ωραία βαλμένο το φαγητό στο πιάτο. Ακόμη και σε ένα σπανακόρυζο πρέπει να ξεχωρίζει το ρυζάκι, να είναι καθαρό το σπανάκι, τοποθετημένο μέσα στο πιάτο, ωραίο που να σου ανοίγει την όρεξη, να σου προκαλεί τη διάθεση για να το φας, για να το γευθείς. Για αυτό οι ειδικές οδηγίες που δίνω όταν κάνουμε ένα σπανακόρυζο είναι να μην ανακατευθεί. Αν ανακατέψεις το σπανάκι με το ρύζι γίνεται ένα πράγμα σαν να το έχουν πασπαλίσει οι κότες, οπότε πώς να γίνει ωραία η παρουσίαση και ωραία εμφάνιση; Η παρουσίαση του φαγητού ξεκινά από τον τρόπο που θα το φτιάξουμε. Σε κάθε σωστό και ωραίο φαγητό πρέπει κάθε υλικό που έχει μέσα να φαίνεται, να ξεχωρίζει.
Βάση μου η ελληνική κουζίνα
ΠτΘ: Πολλά λέγονται περί ελληνικής κουζίνας, περί ανατολίτικης, περί γαλλικής. Εσείς ποια έχετε ως βάση;
Β.Α.: Φυσικά ελληνική κουζίνα, η οποία ξεκίνησε από την πολίτικη κουζίνα από την παλιά μας ελληνική κουζίνα, η οποία βέβαια υπήρχε και στην Ελλάδα, αλλά εκείνο που έφεραν και ενσωμάτωσαν με την γηγενή ελληνική κουζίνα οι άνθρωποι που ήρθαν από τη Μικρά Ασία, από τις χαμένες μας πατρίδες ήταν το κάτι άλλο, γιατί είχαν φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα προόδου την εποχή που η Ελλάδα ήταν πολύ πίσω. Ήρθαν λοιπόν οι πρόσφυγες και έφεραν όλα τα καλά μαζί τους, ενσωματώθηκε η κουζίνα τους με τη γηγενή κουζίνα και έχουμε την υπέροχη σημερινή ελληνική κουζίνα. Πολλές φίλες μου που με βλέπουν στην τηλεόραση να μαγειρεύω και που έχουν τα βιβλία μου, μου λένε ότι καταλαβαίνουν την καταγωγή μου. Ίσως φαίνεται ότι έχω ρίζες από την μητέρα μου στην Κωνσταντινούπολη.
Η βάση μου είναι τα υλικά που μας δίνει η θάλασσα, η γη, τα γηγενή φυσικά
ΠτΘ: Οι συνταγές σας περιλαμβάνουν υλικά ανάλογα των διατροφικών σας προτιμήσεων ή όχι;
Β.Α.: Συνήθως βάζω αυτά που μου αρέσουν. Ο άνδρας μου είχε μεγάλο παράπονο πάνω σε αυτό το θέμα γιατί εμένα δεν μου αρέσει το αλάτι το πολύ, ο Κώστας ήθελε τα αλμυρά και τα παστά, τα οποία εγώ δεν τα συμπαθώ πολύ και δεν τα είχα συμπεριλάβει στις συνταγές μου. Αργότερα τα έβαλα και αυτά όλα, ώστε να είναι πλήρης η ελληνική κουζίνα που παρουσιάζω. Η βάση μου είναι τα υλικά που μας δίνει η θάλασσα, η γη, τα γηγενή φυσικά. Λέω ότι η κάθε περιοχή της Ελλάδας ανάλογα με το τι παράγει γίνεται και η μαγειρική της. Για παράδειγμα θα έρθω στη Θράκη να κάνω την παρουσίαση. Έψαξα να βρω τι παράγει η περιοχή, τι πρέπει να δώσω προτεραιότητα. Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω κάτι πασχαλινό και θρακιώτικο. Έψαξα, αλλά εγώ τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν βρήκα. Όλη η Ελλάδα το Πάσχα το αρνί το κάνει γεμιστό. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Τα ιδιαίτερα της περιοχής αφορούν περισσότερο την χειμερινή μας κουλτούρα και τα Χριστούγεννα. Έχετε το αγριογούρουνο, γενικά το χοιρινό, τον παστουρμά, την μπάμπω, το λουκάνικο, τον καβουρμά, όλα όμως αυτά είναι χειμερινά και δεν ταιριάζουν στο πασχαλινό μας τραπέζι. Γι’ αυτό και στο πασχαλινό τραπέζι θα δείξω αυτά που κάνει όλη η Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η σουσαμόπιτα που κάνετε με λίγα καρύδια στριφτή, η κολοκυθόπιτα. Υπήρχε πολύ σουσάμι στην περιοχή και κάνατε το ταχίνι και το παστέλι. Στην Ελλάδα η παραδοσιακή βασιλόπιτα δεν ήταν αυτή που κάνουμε τώρα, η πολίτικη, αλλά ήταν μια πίτα, μπορεί τυρόπιτα, κρεατόπιτα. Στη Θράκη έκαναν την κολοκυθόπιτα και την έκαναν για βασιλόπιτα και έβαζαν μέσα τον παρά.
ΠτΘ: κ. Αξεξιάδου η μαγειρική θέλει έμπνευση. Το ίδιο απαιτεί και η συγγραφή;
Β.Α.: Ασφαλώς και μάλιστα ζω σε ένα ωραίο περιβάλλον εδώ στη Χαλκιδική που το κάθε τι με εμπνέει. Αγαπώ πάρα πολύ τη φύση. Στο δρόμο που περπατώ έχω πορτοκαλιές, νεραντζιές, λεμονιές, φράουλες, ρίγανη, θυμάρι, διάφορα χόρτα και όλα αυτά με εμπνέουν όχι μόνο να μαγειρέψω αλλά να δημιουργήσω και συνταγές τις οποίες θα βάλω σε ένα βιβλίο. Εξέδωσα με ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο στην Αγγλία το «Vefa’s kitchen» που κυκλοφορεί στα Αγγλικά σε όλο τον κόσμο, ένα βιβλίο που ζυγίζει 2,5 κιλά, με όλη την παραδοσιακή μας κουζίνα από τη μια γωνιά της Ελλάδας έως την άλλη και εκεί για τη Θράκη γράφω πάρα πολλά πράγματα, όπως και για κάθε περιοχή της Ελλάδας μας. Για να κάνω λοιπόν αυτό το βιβλίο κλείστηκα εδώ ενάμισι χρόνο και δεν έβγαινα καθόλου όπου και να με ζητούσαν αρνιόμουν διότι έπρεπε να συγκεντρωθώ, να αφοσιωθώ, να εμπνευστώ να κάνω το βιβλίο στην αγγλική γλώσσα, κάτι πάρα πολύ δύσκολο από το να γράψω συνταγές στα ελληνικά.
Είμαι περήφανη για την κόρη μου
ΠτΘ: Πώς αισθάνεσθε που η κόρη σας ακολουθεί τα βήματά σας;
Β.Α.: Πολύ μεγάλη χαρά. Είναι δυνατόν να μην αισθάνομαι μεγάλη χαρά που θα αφήσω κάποια διάδοχο; Η μανούλα μου άφησε εμένα διάδοχο, μια διάδοχο στη μαγειρική του σπιτιού μέσα στο σπίτι, εγώ αφήνω μια κοπελιά που θα συνεχίσει τη δουλειά που ξεκίνησα με τα βιβλία με τις παρουσιάσεις στην τηλεόραση είναι μεγάλη μου η χαρά και η περηφάνεια.
Στην τηλεόραση τα κατάφερα γιατί είχα πείρα και γνώση
ΠτΘ: Είπατε ότι αυτή που σας βοήθησε όσον αφορά στην αναγνωρισιμότητα ήταν η τηλεόραση. Είστε η πρώτη διδάξασα της παρουσίασης μαγειρικής σε αυτήν. Πώς αισθάνεσθε;
Β.Α.: Εγώ εισήγαγα την εκπομπή μαγειρικής στην ελληνική τηλεόραση. Αυτό μου το αναγνωρίζει όλος ο κόσμος, η τηλεόραση ποτέ δεν έχει αναφέρει κάτι και να πούνε αυτή ξεκίνησε, αυτή η γυναίκα αξίζει. Και σκεφθείτε ότι εγώ ξεκίνησα πάνω σε ένα τραπέζι χωρίς κουζίνες, νερό, τίποτα. Έπρεπε να έχω το φαγητό σε τρία ή τέσσερα διαφορετικά στάδια, το τελειωμένο, το ενδιάμεσο, τα υλικά όλα, για να δείξω πώς θα το φτιάξω και μάλιστα όταν ήταν ψωμί είχα και το ζυμάρι φουσκωμένο και τα υλικά για να δείξω πώς κάνω το ζυμάρι, ψημένο για να το δουν τελειωμένο. Και εκεί γίνεται κατανοητό ότι αντιμετώπισα μεγάλη δυσκολία. Πάνω σε ένα τραπέζι με τη Ρούλα την Κορομηλά φτιάχναμε τα πάντα, χωρίς κουζίνα, χωρίς νερό, χωρίς μίξερ, χωρίς τίποτα. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά τα κατάφερα γιατί είχα πείρα και γνώση. Δεν μπορεί να ξεκινήσει κανείς και να δώσει συνταγές στον κόσμο, χωρίς να έχει αυτός πρώτα γνώση, την απόλυτη γνώση του τι κάνει και γιατί το κάνει.
Τα βιβλία μου είναι αθάνατα, αιώνια, είναι η ελληνική κουζίνα
ΠτΘ: Σήμερα κ. Αλεξιάδου η τηλεόραση έχει κατακλυσθεί από εκπομπές μαγειρικής. Γρήγορες και εύκολες συνταγές, υλικά βάσει γραμμαρίων… Πώς τα αντιμετωπίζετε όλα αυτά;
Β.Α.: Αυτά όλα είναι συνταγές για να περνά η ώρα και συνταγές που σήμερα τις έχουμε και αύριο δεν τις έχουμε. Δεν είναι καταγραφή της ελληνικής κουζίνας ή της κάποιας κουζίνας, όπως είναι τα δικά μου βιβλία. Την κάνουμε την συνταγή και τελείωσε. Η συνταγή δεν μένει. Τα δικά μου βιβλία είναι αθάνατα, αιώνια, είναι η ελληνική κουζίνα. Έχει τις βάσεις της, πατάει γερά, δεν είναι ένα φαντασμαγορικό βιβλίο που έχει ωραίες φωτογραφίες του σεφ και εμένα να μαγειρεύω σε διάφορες κουζίνες. Όλα αυτά μετράνε όσο μετρά μια απλή φωτογραφία του φαγητού που φτιάχνεις, που επίσης εγώ καθιέρωσα, και καλογραμμένη συνταγή από κάτω και να αφορά βέβαια συνταγές παραδοσιακές και επαναλήψιμες. Για να είναι επαναλήψιμη η συνταγή πρέπει πρώτα απ’ όλα να γίνεται με βάση τα διεθνή στάνταρ και σταθμά με τα οποία μετράμε τα υλικά.
ΠτΘ: Τι ακριβώς εννοείτε;
Β.Α.: Δεν μπορούμε να λέμε, όπως οι μανούλες μας, ένα νεροπότηρο, ένα κρασοπότηρο, μια πρέζα, μια χούφτα, αλλά σε μια συνταγή πρέπει να ονοματίζουμε και να μετράμε τα υλικά μας με τα διεθνή μέτρα και σταθμά, που είναι είτε η κούπα- μεζούρα που μετρά τον όγκο είτε η ζυγαριά που θα μετρά το βάρος και πρέπει να είναι καθορισμένο το βάρος για το κάθε υλικό που θα βάλουμε. Η μέτρηση με κούπα αποτελεί το αμερικάνικο σύστημα, με το βάρος των υλικών είναι το ευρωπαϊκό σύστημα και το πιο απλό είναι με την κούπα – μεζούρα και αυτό αγάπησα και εφήρμοσα στα βιβλία μου. Πάντοτε όμως βάζοντας ένα σύστημα σε ένα βιβλίο μαγειρικής πρέπει να έχεις την αντιστοιχία και των άλλων συστημάτων, του ευρωπαϊκού ή του αμερικανικού συστήματος. Δεν μπορώ να έχω ένα βιβλίο μόνο με την κούπα – μεζούρα. Σε όλα τα βιβλία μου πίσω έχω την αναλογία της κάθε κούπας με το βάρος, γιατί δεν μπορεί μόνο ένας αμερικανός να πάρει το βιβλίο μου να μαγειρέψει, θα το πάρει και ένας ευρωπαίος και θα πρέπει να ξέρει το δικό του σύστημα.
ΠτΘ: Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό…
Β.Α.: Είναι ενδιαφέρον γιατί εξακολουθούν να βγαίνουν στην Ελλάδα βιβλία μαγειρικής με το παλιό σύστημα το ελληνικό. Όταν για πρώτη φορά πήγα στην έκθεση βιβλίου στην Φραγκφούρτη και προσπαθούσα να βρω έναν για να εκδώσουμε το βιβλίο «Ελληνική κουζίνα» η απάντηση που έπαιρνα ήταν ότι δεν ασχολούνται με τους Έλληνες γιατί «τα βιβλία σας είναι με μέτρα και σταθμά με κούπες και φλυτζάνια». Δεν ήθελαν να ανοίξουν το βιβλίο μου στο οποίο βέβαια εγώ είχα χρησιμοποιήσει και το ευρωπαϊκό σύστημα. Πάντα τα βιβλία μου ήταν με τα διεθνή μέτρα και σταθμά μετρημένα τα υλικά. Όταν άνοιγαν το βιβλίο έβλεπαν ότι ήταν σύγχρονο. Δεν δικαιολογούμαστε σήμερα στην Ελλάδα να βγάζουμε βιβλία με το σύστημα των μαμάδων μας. Με ποια κούπα; Οι κούπες είναι πολύ μικρές μέχρι πολύ μεγάλες. Πρέπει να έχουμε τα στάνταρ μέτρα και σταθμά.
Ποτέ δεν αφήνουμε στην κουζίνα ένα παιδάκι εννέα και δέκα ετών
ΠτΘ: Πώς βλέπετε τα παιδάκια στις εκπομπές μαγειρικής;
Β.Α.: Δεν συμφωνώ καθόλου. Δεν μπορεί ένα παιδάκι που δεν έχει τις βάσεις της κουζίνας, τους κανόνες της κουζίνας να το βάλεις να κάνει γκουρμέ πιάτα. Από το πρώτο σκαλί της μάθησης δηλαδή πάμε κατευθείαν στο τελευταίο. Πρέπει να ανεβούμε όλη την κλίμακα. Ένα παιδάκι εννέα και δέκα ετών δεν μπορεί να κάνει γκουρμέ πιάτα, παρά μόνο με την καθοδήγηση κάποιων σεφ. Σε αυτό συμφωνώ απόλυτα αλλά μόνο του το παιδάκι δεν μπορεί, από τη στιγμή που δεν ξέρει τους βασικούς κανόνες μαγειρικής. Αυτό για μένα είναι απαράδεκτο. Επίσης ένα παιδάκι δέκα χρονών δεν το βάζουμε στην κουζίνα με μαχαίρι, με μίξερ, με εργαλεία διάφορα και να ανάβει φωτιές και να κάνει φλαμπέ. Ένα παιδάκι κινδυνεύει από όλα αυτά. Ποτέ δεν αφήνουμε στην κουζίνα ένα παιδάκι εννέα και δέκα ετών.
Οι Ελληνίδες από τις λίγες γυναίκες στον κόσμο που μαγειρεύουν
ΠτΘ: Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την σημερινή Ελληνίδα νοικοκυρά. Μαγειρεύει;
Β.Α.: Και βέβαια μαγειρεύει. Είναι από τις λίγες γυναίκες στον κόσμο που μαγειρεύουν. Όλη η περιφέρεια μαγειρεύει. Δεν είναι δυνατόν να ζήσει μια οικογένεια και να συντηρηθεί αγοράζοντας έτοιμο φαγητό. Ιδιαίτερα σήμερα με την οικονομική κρίση. Και αυτές που βολύονταν με το έτοιμο φαγητό θα το κόψουν και αυτό. Είναι μεγάλη οικονομία το σπιτικό φαγητό.
Η δουλειά θέλει προγραμματισμό και μέσα και έξω από το σπίτι
ΠτΘ: Πόσο δύσκολο είναι να κρατήσει μια γυναίκα ισορροπίες; Να είναι συγχρόνως εργαζόμενη και νοικοκυρά;
Β.Α.: Πάρα πολύ δύσκολο. Κατ’ αρχήν στάθηκε κοντά μου η μητέρα μου, η οποία μπορούσε να κρατήσει και να φροντίσει τα παιδιά. Από την άλλη πλευρά είχα την ανοχή και τη συμπαράσταση του συζύγου μου, γιατί και αυτό μετρά πολύ. Δεν μπορεί να φεύγεις από το σπίτι και να πηγαίνεις στην Αθήνα για να δεις τις δουλειές σου και να παρατάς την οικογένειά σου. Εκείνη την εποχή κανείς άντρας δεν θα το επέτρεπε. Τώρα είναι πιο ελεύθερα τα πράγματα. Τότε ο σύζυγος δύσκολα επέτρεπε στην γυναίκα να λείπει πολύ καιρό. Είχα λοιπόν ένα πολύ καλό σύζυγο, ένα υπέροχο σύζυγο που όχι μόνο μου επέτρεπε αλλά με βοηθούσε. Μου συμπαραστεκόταν. Ό,τι έκανα, όπου έφθασα, τα μισά και παραπάνω τα χρωστώ στον άνδρα μου για την συμπαράστασή του, για την ανοχή του και στη μανούλα μου βέβαια που φρόντιζε το σπίτι μου όταν εγώ απουσίαζα. Από εκεί και πέρα και μια γυναίκα ίσως και μόνη της και χωρίς την μητέρα θα μπορεί να τα καταφέρει, αλλά απαιτείται πολύ καλός προγραμματισμός. Θέλει πρόγραμμα η δουλειά. Σημαντικό είναι αυτό που λέω. Δεν θέλει πρόγραμμα μόνο η δουλειά έξω από το σπίτι, αλλά ακόμη και η δουλειά μέσα στο σπίτι, θέλει σωστό προγραμματισμό για να γίνει πιο εύκολα, για να έχει και η γυναίκα κάποιες ώρες ξεκούρασης. Σήμερα μας βοηθάνε τα μέσα τεχνολογίας, γιατί έχουμε τους καταψύκτες και μπορούμε να βάλουμε κάποια πράγματα να τα διατηρήσουμε, τα ψυγεία, τους φούρνους, έχουμε μεγάλες ευκολίες.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
