Βασιλης Φλωρος «Η μουσικη ειναι πλεον ενα αθλημα ταξικο»
Πέρα από εκπληκτικός τραγουδοποιός και ερμηνευτής, όπως είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν όσοι βρέθηκαν στο cafι bar ΟΧΤΩ το βράδυ της Δευτέρας, ο Βασίλης Φλώρος είναι και εξαιρετικά ευχάριστος χαρακτήρας και συνομιλητής. Στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Κομοτηνή, ο Βασίλης Φλώρος βρέθηκε στο στούντιο του «Ράδιο Παρατηρητής», όπου συνομίλησε με τη Νατάσσα Βαφειάδου και τον Χρήστο Λαγαρία.
Για τις εντυπώσεις του από την πόλη μας, την παράλληλη ενασχόλησή του με τα μαθηματικά και τη μουσική και τις εμπειρίες που αποκόμισε από τη συνεργασία του με «βαριά» ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και ο Δημήτρης Μυστακίδης, κατά την ηχογράφηση του πρώτου του δίσκου «Στις όχθες της αυγής».
Επιπλέον, αναφέρθηκε στις προσπάθειες αυτοδιαχείρισης που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της ανάδειξης νέων –και όχι μόνο– Ελλήνων μουσικών και τις δυσκολίες που αυτές περιλαμβάνουν και στο προσωπικό του πρόταγμα, ήτοι να συνδυάσει την απλότητα με τη λαϊκότητα.
Τέλος, εκμυστηρεύτηκε την ιστορία που κρύβεται πίσω από τον τίτλο του νέου επερχόμενού του δίσκου «Αλμαγέστη ενός χαμάλη» αλλά και από την επιλογή των φωτογραφιών του Δημήτρη Λέτσιου που κοσμούν το cd του και αναφέρθηκε στην αγάπη του για τον άνθρωπο ως κίνητρο για τη συγγραφή τραγουδιών-προσωπογραφιών απλών καθημερινών ανθρώπων.
Βασίλης Φλώρος όμως…
«Είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πολλές δουλειές για να υποστηρίζουμε το μεράκι μας»
ΠτΘ: Πώς προέκυψε η επίσκεψή σου στην Κομοτηνή και ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από αυτή;
Β.Φ.: Η Κομοτηνή είναι κάτι σαν δεύτερη πατρίδα μου. O κόσμος της είναι ως επί το πλείστον νεανικός, κάτι το οποίο εμάς κάτω στην Αθήνα μας ελκύει ώστε να ερχόμαστε και να παρουσιάζουμε τη δουλειά μας. Ο λόγος για τον οποίο το κάνουμε είναι πρώτα απ’ όλα το βίωμα και το μοίρασμα. Γι’ αυτό και θεώρησα χρέος μου σε κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι στήριξαν την πρώτη μου δουλειά, να τους την παρουσιάσω. Επίσης, η Κομοτηνή είναι ένα σταυροδρόμι πολιτισμών. Ενώνονται, όχι δύο, αλλά περισσότεροι κόσμοι, οι οποίοι έχουν μάθει να ζουν αρμονικά, είναι απίστευτο αυτό το πράγμα. Συνήθως έχουμε μάθει να εισπράττουμε αρνητισμό, ρατσισμό όπου βρεθούμε, ειδικά τώρα, στα χρόνια της κρίσης. Επομένως, είναι πηγή έμπνευσης για έναν άνθρωπο, ο οποίος είναι ανοιχτός στο να δεχτεί τα θετικά στοιχεία της διαφορετικότητας των ανθρώπων.
ΠτΘ: Είσαι τελειόφοιτος τμήματος Μαθηματικών. Ασκείς το επάγγελμα του μαθηματικού; Και, πώς από τα μαθηματικά έκανες αυτό το άλμα στη μουσική;
Β.Φ.: Σαφώς, από μαθηματικός ξεκίνησα. Πολλοί λένε ότι υπάρχει αυτή η σχέση ανάμεσα στη μουσική και τα μαθηματικά. Σε ανώτερο επίπεδο, στη θεωρία των συχνοτήτων μπορεί όντως να υπάρξει μία συσχέτιση, εγώ όμως το λέω καθαρά ότι επειδή βαριόμουν να διαβάζω, στις εξεταστικές περιόδους έγραφα τα καλύτερα τραγούδια μου, έτσι τουλάχιστον μου λένε οι δικοί μου άνθρωποι. Το ασκώ εμμέσως το επάγγελμα, δεν είμαι δηλαδή κάπου διορισμένος. Είναι αυτό που λένε ότι είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πολλές δουλειές για να υποστηρίζουμε το μεράκι μας.
«Η συνεργασία μου με ανθρώπους όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και ο Δημήτρης Μυστακίδης με στιγμάτισε δημιουργικά και όχι μόνο»
ΠτΘ: Στις «Όχθες της αυγής» συνεργάστηκες με μεγάλα ονόματα, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και ο Δημήτρης Μυστακίδης. Ποιες εμπειρίες αποκόμισες από αυτή τη συνεργασία;
Β.Φ.: Χτύπησα την πόρτα ανθρώπων που εκτιμούσα –γιατί από το 2007 ξεκίνησα να ασχολούμαι με την παραγωγή του πρώτου δίσκου, την οποία έτρεχα με ιδίους πόρους, όπως κάθε καλλιτέχνης πλέον– για δύο λόγους. Ο ένας είναι η πίστη σε αυτό που κάνω και ο δεύτερος η άγνοια κινδύνου. Ομολογώ ότι κατά τη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων έγινα πολύ σοφότερος. Απ’ όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα πήρα την αλήθεια τους. Όλοι είμαστε άνθρωποι και κουβαλάμε εκτός από τις αρετές μας και τα λάθη μας μαζί. Αυτό που κρατάμε όμως στον χώρο και πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι το καλό μέρος του εαυτού των ανθρώπων, δηλαδή το έργο τους.
Σαφώς η συνεργασία μου με ανθρώπους όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και ο Δημήτρης Μυστακίδης με στιγμάτισε δημιουργικά και όχι μόνο. Έτσι, μπόρεσα να απομυθοποιήσω λίγο πρόσωπα και καταστάσεις μέσα στον χώρο, να μην κατηγοριοποιώ, γιατί η κατηγοριοποίηση πολλές φορές είναι δημιούργημα της μουσικής βιομηχανίας, αναγκαίο κακό που λέμε, και είδα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πλέον βράζουμε στο ίδιο καζάνι. Γιατί η μουσική πλέον είναι ένα άθλημα ταξικό. Ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει χρήματα δυσκολεύεται πολύ περισσότερο από κάποιον που έχει. Γι’ αυτό ελπίζουμε τώρα ότι, μέσα από τις εναλλακτικές μορφές ενημέρωσης, «ανασαίνει» ακόμα αυτό το πράγμα που λέγεται «το αγνό μέρος της μουσικής».
«Το κόστος τού να μπορεί να αυτοδιαχειριστεί κάποιος τη δουλειά του είναι δυσβάσταχτο»
ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σου σχετικά με τη συλλογική προσπάθεια καλλιτεχνών που γίνεται πάνω στο είδος της μουσικής που πρεσβεύεις; Είναι ευκολότερο να είσαι σε μια δισκογραφική εταιρεία όπως η «Legend» από το να μετέχεις σε μια τέτοιου είδους προσπάθεια;
Β.Φ.: Πρόκειται για μια απόπειρα αυτοδιαχείρισης. Βέβαια αυτό στην πράξη δεν υφίσταται διότι ζούμε σε ένα κράτος, το οποίο θεωρεί επιχειρηματία όποιον προσπαθήσει να αυτοδιαχειριστεί. Και αυτό σε αποσπάει από το κύριο μέρος της δουλειάς σου που είναι να γράφεις, το να «σκαρώνεις» μουσική και στίχο. Είναι καλό πράγμα η αυτοδιαχείριση, αρκεί να μπορεί να γίνει πράξη. Το κόστος δηλαδή του να μπορεί να αυτοδιαχειριστεί κάποιος τη δουλειά του είναι δυσβάσταχτο. Θέλω να ελπίζω ότι κάτι θα αλλάξει σε αυτόν τον τομέα. Επίσης, σε ό,τι αφορά στις δισκογραφικές εταιρείες, πλέον δεν μιλάμε για γίγαντες με δυνατά χέρια και πόδια αλλά για νάνους με ξύλινα χέρια και πόδια. Οι ίδιες τράβηξαν το χαλί πάνω στο οποίο καθόντουσαν.
Από την εταιρεία «Legend» κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος το 2010, ήρθε στην κατοχή μου αφού εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοσή του, και πλέον ανήκει στην κατοχή μου αλλά, από την περασμένη εβδομάδα, το ψηφιακό του μέρος, κυκλοφόρησε από την εταιρεία «MLK» στην Αθήνα και πλέον μπορεί κάποιος να το ακούει διαδικτυακά. Κατά τα άλλα, πιστεύω ότι αυτό που ζητούσε κάποτε ένας δημιουργός, έστω σε μικρόκοσμο, να έχει από μια δισκογραφική εταιρεία πλέον βρίσκεται μπροστά του. Ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής και, ανάλογα με το τι έχει να σου πει, η κοινωνία θα σε πάει και πιο μακριά.
«Προσωπικά, η πυξίδα μου είναι προς την απλότητα και τη λαϊκότητα»
ΠτΘ: Στον πρώτο σου δίσκο ακούμε, μεταξύ άλλων, κομμάτια λαϊκότροπα και παραδοσιακά. Μια περίεργη και γοητευτική μίξη. Εξ άλλου, βγήκε και με τις «ευλογίες» του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ποιες είναι οι μουσικές σου καταβολές. Πιστεύεις ότι αυτό το είδος έχει λόγο ύπαρξης στη σημερινή ελληνική κοινωνία;
Β.Φ.: Είναι αυτό που λέμε «η λογική της ανεστραμμένης πραγματικότητας». Ενώ κάποτε ακούγανε παραδοσιακά στοιχεία μέσα στη μουσική και τα ξορκίζανε, τώρα, επειδή έχουν τελματωθεί τα πράγματα, ειδικότερα στη δυτικότροπη μουσική βιομηχανία, τα αναζητούν. Ο Νίκος Παπάζογλου έλεγε ότι «όσο μεγαλώνω επιστρέφω στο σπιτικό φαγητό». Κάπως έτσι είναι και η παράδοση. Πόσω μάλλον όταν είμαστε μία χώρα με τέτοιο πολιτιστικό πλούτο. Μιλάμε για την ελληνική γλώσσα, μία από τις λίγες γλώσσες που έχουν στα σπλάχνα τους μπολιασμένο το μέτρο και την αρμονία. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να πιάσω την κιθάρα για να γράψω σε έναν δεκαπεντασύλλαβο. Έχουμε έναν αστείρευτο πλούτο και μένει σε όσους ασχολούμαστε με αυτό το πράγμα, το πώς και το αν θα τον καταφέρουμε να τον φέρουμε στο σήμερα με τρόπο λαϊκό και όχι λαϊκιστικό –το επιτηδευμένο δεν είναι λαϊκό– και με τρόπο απλό και όχι απλοϊκό.
Πιστεύω ότι για έναν δημιουργό, στόχος του δεν είναι το πώς θα εντυπωσιάσει το ακροατήριο. Στόχος του είναι το πώς θα περάσει αυτό που κάνει κατευθείαν στην καρδιά του ακροατή. Και ο τρόπος για να περάσει είναι να έχεις φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο απλότητας και όχι απλοϊκότητας. Απλότητας, ώστε να περιγράφεις κάτι, το οποίο θα έχει και βάθος αλλά θα περνάει και κατευθείαν στην καρδιά και ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος θα μπορεί να το καταλάβει. Προσωπικά λοιπόν, η πυξίδα μου είναι προς την απλότητα και τη λαϊκότητα. Δεν ξέρω αν θα φτάσω ποτέ, είναι πολύ δύσκολο πράγμα, όμως δεν θα αλλάξω τη ρότα.
«Κάθε καθημερινός άνθρωπος μπορεί να φτιάχνει πράγματα, που καλυτερεύουν τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά μπορούν να καλυτερέψουν και τον κόσμο γύρω του»
ΠτΘ: «Αλμαγέστη ενός χαμάλη» είναι ο τίτλος του δεύτερου δίσκου σου, στον οποίο, μεταξύ άλλων συμμετέχει ο Δημήτρης Μυστακίδης. Τι διαφορετικό θα ακούσουμε σε σχέση με τον πρώτο δίσκο;
Β.Φ.: Με αυτόν τον τίτλο αυτοαναιρώ όλα όσα είπα προηγουμένως, ότι πρέπει να τα λες με όσο το δυνατόν πιο απλό τρόπο. Από την άλλη, μερικές φορές, ό,τι πηγάζει από μέσα μας δεν είναι καλό να το τιθασεύουμε ή να το αυτολογοκρίνουμε. Ήρθα σε επαφή μια μέρα με τη λέξη «Αλμαγέστη». Μου άρεσε πάρα πολύ, πήρα πληροφορίες και έμαθα ότι είναι το αρχαιότερο αστρονομικό σύγγραμμα, βαβυλωνιακής προελεύσεως. Το έγραψε τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Πτολεμαίος Κλαύδιος. Η ετυμολογία της προέρχεται από το αραβικό άρθρο «αλ» και «μεγίστη». Μεγίστη γιατί ήταν 13 τόμοι έργου, αλλά και εξαιτίας της σπουδαιότητάς του. Ακόμη και οι σύγχρονοι αστρονόμοι χρησιμοποιούν πολλά στοιχεία όπως η παράλλαξη, η θέση της σελήνης σε σχέση με τη γη και τον ήλιο. Υπάρχουν δύο τραγούδια μέσα σε αυτόν, είναι η «Αλμαγέστη» και είναι και ο «Χαμάλης».
Επέλεξα να πω έτσι τον δίσκο γιατί κάθε άνθρωπος γήινος, καθημερινός, μπορεί με το μυαλό του ή με τα χέρια του, με την τέχνη ή με την τεχνική του να φτιάχνει πράγματα, τα οποία, πρώτα απ’ όλα, καλυτερεύουν τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά είναι ικανά να καλυτερέψουν και τον κόσμο γύρω του. Άρα, οποιοσδήποτε άνθρωπος έχει το δικαίωμα στη δική του «Αλμαγέστη». Από την άλλη, πλέον αλληλοσυγκρούονται δύο πράγματα στη γραφή μου. Από τη μία είναι το λόγιο και από την άλλη το λαϊκό, τα οποία υπάρχουν μέσα μου και παλεύουν για το ποιο θα βγαίνει κάθε φορά προς τα έξω.
ΠτΘ: Κάποια τραγούδια σου είναι εξαιρετικά γοητευτικές προσωπογραφίες. Μας μιλάς για ασίκηδες, για γεμιτζήδες, για μετανάστες. Είναι η παρατήρηση του ανθρώπου αυτή που σε κάνει να γράψεις για τον άνθρωπο;
Β.Φ.: Είναι η αγάπη για τον άνθρωπο πρώτα απ’ όλα. Και η αγάπη για τον άνθρωπο, ο οποίος σου προσφέρει μια εικόνα, η οποία είναι αληθινή. Στην Αθήνα, όλοι βάζουν ένα προσωπείο και υποδύονται ρόλους γιατί είναι απρόσωπα τα πράγματα, έχουν χάσει την επαφή με τον συνάνθρωπό τους. Πιο πολύ με συγκινεί να βλέπω έναν άνθρωπο εκεί στο Πήλιο, έναν ηλιοκαμένο ψαρά, που από το πρωί μέχρι το βράδυ είναι πάνω στο καΐκι του και δουλεύει για να βγάλει τα προς το ζην, να αρματώνει το παραγάδι με όλη τη δύναμη που έχουν τα ροζιασμένα του χέρια από αυτό που κάνει. Αυτό που λέγεται αλήθεια με κάνει να ζηλεύω τόσο πολύ, που πιάνω το όργανο ή το μολύβι και θέλω να περιγράψω το συναίσθημα, το οποίο νιώθω εκείνη την ώρα.
Η συνεργασία με τον Δημήτρη Μπάκουλη
Από την περασμένη εβδομάδα, είτε κατά μόνας είτε με έναν εκπληκτικό συνάδελφο τραγουδοποιό και ερμηνευτή, τον Δημήτρη Μπάκουλη, είμαστε ήδη στο στούντιο και ηχογραφούμε μια δουλειά που ελπίζουμε να κυκλοφορήσει μετά από τους προσωπικούς μας δίσκους. Θα περιλαμβάνει δώδεκα κομμάτια που τα έχω γράψει εγώ και τα τραγουδάει ο Δημήτρης. Ξεκινήσαμε από τον Βόλο, πήγαμε στη Θεσσαλονίκη στην «Πριγκηπέσα», στην Κοζάνη στο cafι «La femme» και στα Γρεβενά την Παρασκευή που μας πέρασε. Για εμάς είναι πολύ όμορφο το ότι μπορούμε και το κάνουμε αυτό το πράγμα ελεύθερα. Πλέον μπορούμε σε ένα βαθμό να αυτοδιαχειριστούμε αυτό που κάνουμε.
Τιμώντας τον μεγάλο Θεσσαλό φωτογράφο Δημήτρη Λέτσιο
Έψαχνα στο ίντερνετ και συνάντησα φωτογραφίες από την περιοχή την οποία αγαπάω και συχνάζω κάθε καλοκαίρι. Είναι ένα ψαροχώρι στο ανατολικό Πήλιο, όπου πηγαίνουμε και αράζουμε με τους φίλους μου. Είναι το πιο κοντινό μέρος απέναντι από τη Σκιάθο. Οπότε, βιώματα και εικόνες που έχω είναι από την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και των Σποράδων. Ψάχνοντας λοιπόν, ήρθα σε επαφή με τις φωτογραφίες του Δημήτρη Λέτσιου, τον οποίο ποτέ μου δεν κατάφερα να γνωρίσω. Είχε φύγει από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, δύο χρόνια πριν. Ρώτησα, έκανα αίτηση στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης, γνώρισα εκεί τον Ηρακλή Παπαϊωάννου, έναν εκπληκτικό άνθρωπο, που ασχολείται με το αρχείο του Μουσείου και πολύ ευγενικά μου τις παραχώρησαν. Θέλω να ελπίζω ότι θα δεχόταν και ο ίδιος.
Συνέντευξη: Νατάσσα Βαφειάδου [email protected]
Χρήστος Λαγαρίας [email protected]
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
