Βασιλης Αμανατιδης «Εχω την αναγκη να ειμαι ενδιαμεσος μεταξυ του λογου μου και των ανθρωπων»
Ο ποιητής, πεζογράφος και, μεταξύ πολλών ακόμα ιδιοτήτων, performer Βασίλης Αμανατίδης, θα είναι ο επίσημος καλεσμένος της «Εστίας Θεάτρου και Ψυχής», του νέου αφιερωμένου στην τέχνη του θεάτρου αλλά και στον πολιτισμό γενικότερα, φορέα που «ανοίγει» τις πόρτες του το προσεχές Σάββατο.
Ο Βασίλης Αμανατίδης, θα παρουσιάσει μέσα στο πλαίσιο των επιτελεστικών αναγνώσεων που ο ίδιος «εφηύρε» το «μ-otherpoem: μόνο λόγος». Ένα «συνθετικό ποίημα» όπως έχει χαρακτηριστεί, αφιερωμένο στην ελληνική, και όχι μόνο, οικογένεια, στην ξενότητα των ανθρώπων που την απαρτίζουν αλλά στα όσα συμβαίνουν στον ιδιωτικό της βίο.
Παρουσιάζοντας ένα ποιητικό δημιούργημα, το 7ο κατά σειρά δικό του βιβλίο ποίησης, στο οποίο πρωταγωνιστεί, όπως ενδεχομένως μαρτυρά και ο τίτλος, το πρόσωπο της μητέρας και στα όσα υπόρρητα υπάρχουν πίσω της, καθώς το πρόσωπο αυτό αλλάζει, ξεκινώντας από το ατομικό και φτάνοντας στο συλλογικό, στην Ελλάδα του ποιητή, και τα όσα σήμερα αλλά και διαχρονικά την καθορίζουν.
Με αφορμή την παρουσία του στην Κομοτηνή, ο κ. Αμανατίδης μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm” για τις επιτελεστικές αναγνώσεις, την ποίηση, το «μ-otherpoem», την ελληνική οικογένεια και την ανάγκη «απογαλακτισμού» από αυτή.
Ο λόγος στον ίδιο…
ΠτΘ: κ. Αμανατίδη το προσεχές Σάββατο θα βρίσκεστε στην Κομοτηνή και συγκεκριμένα στην πρώτη εναρκτήρια εκδήλωση της «Εστίας Θεάτρου και Ψυχής» όπου και θα παρουσιάσετε το έργο σας με τίτλο «μ-otherpoem: μόνο λόγος». Πρόκειται για το έβδομο ποιητικό βιβλίο σας, στο οποίο επίσης έχετε αναλάβει και τη δραματουργική μεταφορά του, στο θεατρικό σανίδι…
Β.Α.: Δεν πρόκειται περί παράστασης, με την έννοια τουλάχιστον του θεάτρου. Δεν είμαι άλλωστε ηθοποιός. Πρόκειται για μία “performance”, γι’ αυτό κι ονομάζεται, αναγράφεται και θα παρουσιαστεί ως λογοτεχνική performance. Πρόκειται για μία αναγνωστική – λογοτεχνική performance, που δεν έχει να κάνει ούτε ακριβώς με το θέατρο, αλλά δεν έχει να κάνει και μόνο με το βιβλίο. Είναι σαν το βιβλίο το ίδιο να ζωντανεύει μέσα από τον ποιητή του, μπροστά στους θεατές και στους ακροατές. Πιο πολύ βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιο αφηγητή, ή σαν κάποιο, κάπως «διεστραμμένο», παραμυθά, παρά σαν ηθοποιό. Επομένως δεν πρόκειται περί παράστασης, αλλά περί ενός υβριδίου λογοτεχνίας και παρουσίασης μπροστά σε κοινό, όπου νομίζω ότι αυτό που αναδεικνύεται πέρα από τη δραματουργία, είναι η ακροαματική λειτουργία του λόγου.
«Όταν γράφεις ποίηση είσαι μόνος σου, όταν όμως την μοιράζεσαι, δίνεις και παίρνεις αναλόγως των ανθρώπων»
ΠτΘ: Μιλήσατε για τις επιτελεστικές αναγνώσεις λοιπόν, έναν όρο που τον γνωρίσαμε μέσα από εσάς. Πώς ξεκινήσατε τις επιτελεστικές αναγνώσεις και γιατί επιλέγετε να το κάνετε προσωπικά; Έχει να κάνει με την άποψη του δημιουργού ότι κανένας άλλος δεν μπορεί να παρουσιάσει ως πρέπει το έργο του παρά μόνον ο ίδιος;
Β.Α.: Το ερώτημά σας είναι πολύ εύλογο, αλλά η απάντηση είναι όχι. Τα βιβλία μου είναι διαθέσιμα για όποιον σκηνοθέτη ή ηθοποιό θέλει να τα αναλάβει, για να τα χρησιμοποιήσει όπως θέλει. Άρα λοιπόν δεν είναι ότι εγώ είμαι ο αρμοδιότερος, παρά μάλλον για μία εσωτερική ανάγκη, που ενώνει τόσο το βιβλίο, όσο και την ακροαματική του λειτουργία. Το βιβλίο υπάρχει και για να το πάρει ο αναγνώστης μόνος του στο σπίτι, αλλά και εφόσον ζω και ακόμη είμαι σε θέση να το παρουσιάσω, να γίνω κάτι σαν ένας, μεταμοντέρνος ραψωδός, ένας μεταμοντέρνος τροβαδούρος. Η ποίηση άλλωστε κυκλοφορούσε ακροαματικά, δια του λόγου και δια της ανακοίνωσης.
Εγώ ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτό όντας είκοσι χρονών. Έγραφα από μικρός και ήθελα να τα ανακοινώνω, αρχικά στην μητέρα μου μετά στους φίλους μου κ.ο.κ. Μου άρεσε πάρα πολύ μια πολύ ωραία φράση του Παύλου Μάτεσι, αυτού του σπουδαίου πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα που έλεγε ότι «Οι ήρωες μου πάσχουν, καμιά φορά και εγώ ο ίδιος, από ιερά εξομολογητική μανία». Νομίζω ότι από αυτήν την παράξενη ασθένεια – που όμως είναι ευλογία για εμένα κι ας πούμε ότι δεν είναι ενοχλητική για το κοινό – πάσχω κι εγώ. Έχω δηλαδή πραγματικά μία πολύ μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ αυτό το οποίο έχω γράψει με τους ανθρώπους. Έχω την ανάγκη να τους κοιτάξω, να μοιραστώ, να κοινωνήσουμε το λόγο και να είμαι ενδιάμεσος μεταξύ του λόγου μου και των ανθρώπων. Έχει να κάνει με τη σωματικότητα των ανθρώπων και με το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είμαι ένας ποιητής, ο οποίος μόνο γράφει για να διαβαστεί το βιβλίο του κατά μόνας. Είμαι κάποιος ο οποίος -κυρίως είμαι ποιητής, πεζογράφος ίσως, και κάποια ακόμη υβριδικά πράγματα- σκηνοθετώ τα βιβλία μου, ώστε να διαβαστούν από τον αναγνώστη κατά μόνας. Πάντα όταν βγάζω ένα βιβλίο, υπάρχει η εκδοχή του αντιτύπου του βιβλίου, που ο αναγνώστης θα το πάρει κατά μόνας και έπειτα οργανώνω μια σειρά από performance, λογοτεχνικές ή επιτελεστικές αναγνώσεις, που μεταξύ τους έχουν μία αλληλοδιδακτική μέθοδο. Μαθαίνει η μία από την άλλη και μαθαίνω και εγώ. Έχει μεν κάποια σκηνικά στοιχεία, φώτα, ήχο, μεγεθύνσεις φωνής μέσω μικροφώνου, κρατώντας οπωσδήποτε το δραματουργικό ιστό του βιβλίου, που είναι ένα είδος ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται κάθε φορά από τον χώρο και από τους ανθρώπους που παρευρίσκονται. Άρα ίσως αυτό που με γοητεύει είναι το γεγονός ότι όταν γράφεις ποίηση είσαι μόνος σου, όταν όμως την μοιράζεσαι, μέσα από τη φωνή, τους τρόπους, τους τροπισμούς, τους ρόλους σου μαζί με τον κόσμο, επηρεάζεσαι, δίνεις και παίρνεις αναλόγως των ανθρώπων. Γεγονός που κατά την άποψή μου είναι το σημαντικότερο στην τέχνη της επαφής αυτής και του χώρου, και αυτό που κάνει την performance, performance.
«To “μ-otherpoem” αναφέρεται κυρίως στην ξενότητα ανάμεσα στα πρόσωπα της ελληνικής οικογένειας»
ΠτΘ: Ο όρος “μ-otherpoem” μας παραπέμπει σε μια «ιερή» λέξη, τη λέξη μαμά. Στην Κομοτηνή συμπίπτει με την «γέννηση» ενός νέου φορέα πολιτισμού, που θα ξεκινήσει την λειτουργία του με την παρουσίαση του έργου σας αυτού. Σε τι αφορά το “μ-otherpoem”;
Β.Α.: Ο τίτλος είναι κάπως πολύσημος, λογοτεχνιακός και παιγνιώδης. Ξεκινάει από έναν μικρό «μ» σαν να λέμε «μαμά», αλλά δεν προλαβαίνει να το πει, δεν μπορεί να το πει.
Ως προς το περιεχόμενό του ωστόσο μιλώ κυρίως για την ξενότητα ανάμεσα στην οικογένεια, ανάμεσα στα πρόσωπα της οικογένειας. Πρόκειται για μια ανατομία μεταξύ μιας ατομικής και μιας κοινωνικής περίπτωσης, κάπως πιο συλλογικής, καθώς το βιβλίο προχωρά, στο τι σημαίνει να μεγαλώνεις στην ελληνική οικογένεια σήμερα, στον αιώνα μας, στη δική μου αντίληψη των πραγμάτων και κυρίως τι είναι αυτό που μας ενώνει και μας χωρίζει με τον μεγάλο «φορέα» μας, αυτόν που μας έφερε στη ζωή, τη μητέρα, η οποία είναι ταυτόχρονα ένα είδος «Θεού» για εμάς, αφού μας έφερε στον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα και ένα είδος εμποδίου, πόνου και άχθους. Αναφέρομαι δηλαδή στη σχέση παιδιού και μητέρας, παιδιού και πατέρα, αλλά και ενδεχομένως και παιδιού και αδερφού, γιατί κι αυτό φωτίζεται κατά κάποιο τρόπο μέσα στο βιβλίο. Είναι το πεδίο εκείνο που μας καθορίζει και το πεδίο εκείνο που ό, τι έχει δημιουργηθεί μέσα του, το μεταφέρουμε συνήθως και στο φιλικό, στο ερωτικό, στο κοινωνικό και στο συλλογικό επίπεδο.
Το βιβλίο έχει μια παράξενη φιλοδοξία. Όταν το έγραφα ήξερα ότι γράφω κάτι που ήταν οπωσδήποτε προϊόν της ψυχοθεραπείας μου. Η τέχνη που παράγω χωρίζεται σε δύο περιόδους. Τα πρώτα μου έξι βιβλία είναι αυτά που αποκαλώ «βιβλία προ ψυχανάλυσης» και τα επόμενα αυτά που λέω «μετά από αυτήν». Κάτι αλλάζει εκεί. Ο τρόπος που τα πράγματα γίνονται πιο κυριολεκτικά και αποφασίζω να αναμετρηθώ, μετουσιωμένα πάντα ελπίζω στην τέχνη, με τα «τέρατα» που όλοι φέρουμε μέσα στο κεφάλι μας και που κατά τη γνώμη μου καλό είναι να μην απωθούμε, δηλαδή να μην βάζουμε κάτω από το χαλάκι. Το βιβλίο ξεκινά από την ατομική περίπτωση, κάπως παραπλανητικά, καταβυθίζεται σε ένα πιο ψυχολογικό τοπίο, όπου αρχίζουν και εμφανίζονται πέρα από τη μητέρα – που είναι σχεδόν ένα τοτέμ- ο αδερφός και ο πατέρας βεβαίως και προς το τέλος γίνεται κάτι σχεδόν εθνικό ή συλλογικό. Μεταπηδάμε δηλαδή από την ατομική περίπτωση σχεδόν στη συλλογική, στην ελλαδική περίπτωση, για το πώς κτίζεται η σχέση στοργής, αγάπης, επαφής, μίσους, άρνησης μέσα στο τοπίο, που εγώ καταλαβαίνω ως Ελλάδα ή ίσως ακόμη και στο τοπίο, που καταλαβαίνω εγώ ως Μεσόγειο. Την ώρα που το έγραφα, σκεφτόμουν λίγο σαν το Δημητριάδη, όχι «πεθαίνω σαν χώρα», αλλά «πεθαίνω σαν γιος, για να αναστηθώ ως άνθρωπος». Αυτό προσπαθεί να κάνει το βιβλίο αυτό. Είναι σαν να λέει επιτέλους «τέλος πια μαμά, ας φύγω, ας φύγεις, για να μπορέσω επιτέλους να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου».
ΠτΘ: Αυτό σημαίνει ότι έχετε καταλήξει στην παραδοχή ότι πρέπει τελικά όλοι να «απογαλακτιστούμε» από αυτήν την έννοια της μητέρας, ως πρόσωπο, ως κατάσταση, ως χώρα κ.ο.κ. που μέχρι ενός σημείου μας προσφέρει ασφάλεια και να αναμετρηθούμε με τα της ζωής μόνοι;
Β.Α.: Είναι ένα δύσκολο αλλά κεντρικό ερώτημα. Δε νομίζω ότι ο απογαλακτισμός συμβαίνει πραγματικά ποτέ απολύτως. Ίσως συμβαίνει κάποιο είδος απογαλακτισμού με το βιολογικό θάνατο των γονέων, αλλά και αυτό πάλι δεν είναι ποτέ σίγουρο. Νομίζω ότι καλό είναι κανείς να διασπά αυτό το «τερατικό» πράγμα που μπορεί να γίνει η οικογένεια – του οποίου υπεραμυνόμεθα φανταστικά πολλές φορές – υπό την έννοια του ενωμένου τέρατος που δεν μπορεί να χωριστεί, δέχεται την τερατική ένωση, σχεδόν την φατρία και λειτουργεί υπό την λογική του «εμείς είμαστε μαζί και οι άλλοι είναι εχθροί». Η κίνηση προς αυτού του είδους τον απογαλακτισμό θεωρώ ότι είναι ευκταία. Αν συμβαίνει είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντα κουβαλάμε μέσα μας τους ανθρώπους αυτούς και φυσικά είμαστε ευγνώμονες για αυτούς. Ωστόσο προσωπικά πιστεύω ότι για να αγαπήσεις πραγματικά τους προγόνους σου, καλό είναι πρώτα να έχεις αποκολληθεί από αυτούς, ώστε αρχικά να μπορέσεις να τους δεις ως κάτι άλλο και δευτερευόντως να σταματήσεις να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου ως απόλυτη αυτιστική συνέχειά τους. Γιατί μετά αισθάνομαι ότι είμαστε συνημμένοι με κάτι που μας πάει πίσω, αυξάνουμε τα ενοχικά μας σύνδρομα σε βαθμό κακουργήματος και εν κατακλείδι δεν είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Επομένως καταλήγω πιστεύοντας πως αγαπάς καλύτερα τους ανθρώπους που σε έχουν φτιάξει όταν αρχίζεις να αποκολλάσαι από αυτούς.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
