Τρεις θανατοι και μια Ανασταση
Μπορεί η άνοιξη και το χαρμόσυνο μήνυμα της αναγέννησης και της αναστάσεως να έχει εντυπωθεί πλέον στη ζωή όλων μας μετά τη νίκη επί του θανάτου του Ιησού Χριστού, του Θεού της Ορθοδοξίας. Μπορεί έτσι το Χριστός Ανέστη για ακόμα μια φορά να φέρνει το ελπιδοφόρο μήνυμα της νίκης της ζωής έναντι του θανάτου ωστόσο η διεθνής κοινότητα τις τελευταίες μέρες μετρά τρεις σημαντικές απώλειες στον τομέα των γραμμάτων. Ο λόγος για τρεις αγαπημένους συμπολίτες του «παγκόσμιου χωριού», τους συγγραφείς Γκύντερ Γκρας και τον Εντουάρντο Γκαλεάνο αλλά και τη δημιουργό των εκδόσεων «Εξάντας» Μάγδα Κοτζιά.
Τρεις αγαπημένους των γραμμάτων, που αξίζει να τους αποχαιρετίσουμε, τιμώντας πλέον τη μνήμη τους…
Γκύντερ Γρας, Από το τενεκεδένιο ταμπούρλο στην ντροπή της Ευρώπης
Ο πρώτος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους, αν όχι ο σημαντικότερος, Γερμανούς μεταπολεμικούς συγγραφείς ο ποίος μάλιστα το 1999 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έζησε από κοντά τις θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως μέλος των Waffen-SS συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις της 10ης Μεραρχίας Θωρακισμένων SS “Frundsberg” από τον Φεβρουάριο του 1945 μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οπότε τραυματίστηκε, συνελήφθη από Αμερικανούς στρατιώτες και στάλθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων.
Μετά τον πόλεμο εργάστηκε για δύο χρόνια σε ορυχείο και έλαβε εκπαίδευση λιθοξόου. Αργότερα σπούδασε γλυπτική και γραφιστική, πρώτα στην Ακαδημία Τεχνών του Ντίσελντορφ (Knstakademie Dsseldorf) και έπειτα στο Βερολίνο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ξεκινά και το λογοτεχνικό του έργο, που θα τον κάνει παγκοσμίως γνωστό. Από το 1983 έως το 1986 διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου.
Ο Γκύντερ Γκρας, για πάνω από μισό αιώνα αποτελεί ένα είδος «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, καθώς με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το μυθιστόρημα του «Το τενεκεδένιο ταμπούρλο» που εκδόθηκε το 1959 και έγινε ταινία είκοσι χρόνια αργότερα. Ακολούθησαν το 1961 το «Γάτα και Ποντίκι» και το 1963 το «Σκυλίσια μέρα» που μαζί με το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο» αποτελούν την Τριλογία του Ντάντσιχ. Άλλα γνωστά του έργα, που μεταφράστηκαν και στα ελληνικά, όπως και η Τριλογία του Ντάντσιχ, είναι: «Η πρόβα της εξέγερσης των πληβείων» (1966), «Ο Μπουτ το ψάρι» (1977), «Δυσοίωνα κοάσματα» (1992), «Γράφοντας μετά το Άουσβιτς» (1993), «Ένα ευρύ πεδίο» (1995), «Ο αιώνας μου» (1999) και «Σαν τον κάβουρα» (2002).
Αν και δεν έγινε μέλος του Σοσιαλοδημοκρατικού Κόμματος, ο Γκύντερ Γκρας τάχθηκε υπέρ της σοσιαλοδημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι μόνο με μεταρρυθμίσεις και όχι με επαναστατική ανατροπή είναι δυνατή η οικονομική και κοινωνική αλλαγή. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ο Γκρας τάχθηκε ενάντια στην ένωση των δύο Γερμανιών και πρότεινε, για τουλάχιστον μια επταετία, μια Συνομοσπονδία των δύο Γερμανικών κρατών, η οποία μελλοντικά θα μπορούσε να αποκτήσει την μορφή μιας ένωσης Γερμανικών κρατών.
Υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των τσιγγάνων, υποστηρίζοντας την ανάγκη χορήγησης σε αυτούς ευρωπαϊκού διαβατηρίου που θα τους επιτρέπει τη διαμονή σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος. Δημιούργησε στην Ρουμανία ένα ίδρυμα για τους Ρομά, με την ονομασία «Εταιρία για τους απειλούμενους λαούς», το οποίο κάθε χρόνο βραβεύει όσους προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή των τσιγγάνων. Για τον Γκύντερ Γκρας οι Τσιγγάνοι είναι αυτό που καμωνόμαστε ό,τι είμαστε εμείς: εκ γενετής γνήσιοι Ευρωπαίοι.
Το 2012 μάλιστα ένα από τα τελευταία του έργα ήταν το ποίημα «Η ντροπή της Ευρώπης» με το οποίο ο Γρας έπαιρνε ανοιχτά θέση υπέρ της Ελλάδας σε μια περίοδο που τα στερεότυπα των Ευρωπαίων εναντίον της Ελλάδας βρισκόταν στο απόγειό τους.
Εντουάρντο Γκαλεάνο «Η Ιστορία ποτέ δεν λέει αντίο η Ιστορία λέει εις το επανειδείν»
Η δεύτερη απώλεια των ημερών είναι αυτή του Εντουάρντο Γκαλεάνο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς που ανέδειξε η λατινοαμερικάνικη σχολή τον 20ο αιώνα. Εθεωρείτο μια από τις πλέον ηχηρές αντικαπιταλιστικές «φωνές» της Λατινικής Αμερικής, ενώ το βιβλίο του «Ανοιχτές Φλέβες της Λατινικής Αμερικής» («Open Veins of Latin America») εκτοξεύτηκε στην κορυφή των Best Sellers των ΗΠΑ το 2009, όταν ο Ούγκο Τσάβες το είχε προσφέρει στον Αμερικανό Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα.
Ο Γκαλεάνο γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάη, μέλος μίας οικογένειας με ευρωπαϊκή καταγωγή, που ανήκε στη μεσαία τάξη και ήταν καθολική. Όταν ήταν νέος είχε δουλέψει ως εργάτης εργοστασίου, ελαιοχρωματιστής, ταχυδρόμος, δακτυλογράφος και άλλα. Στα 14 του πούλησε την πρώτη του πολιτική γελοιογραφία στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Ελ Σολ» του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ουρουγουάης. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 ως συντάκτης του «Μάρτσα», ενός εβδομαδιαίου περιοδικού με το οποίο συνεργάστηκαν οι Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μάριο Μπενεδέτι, Μανουέλ Μαλδονάδο, Ντένις και Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ. Υπήρξε αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Έποκα» για δύο χρόνια.
Στο πραξικόπημα της 27ης Ιουνίου 1973, ο Γκαλεάνο φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να αφήσει την Ουρουγουάη. Το βιβλίο του «Οι ανοιχτές πληγές της Λατινικής Αμερικής» λογοκρίθηκε από τα στρατιωτικά δικτατορικά καθεστώτα της Ουρουγουάης, της Αργεντινής και της Χιλής. Έζησε στην Αργεντινή όπου ίδρυσε το πολιτιστικό περιοδικό «Κρίσις». Το 1976, παντρεύεται για τρίτη φορά, ενώ παράλληλα προστίθεται στη λίστα αυτών που θα αντιμετώπιζαν το εκτελεστικό απόσπασμα του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα, ο οποίος ανέλαβε την κυβέρνηση μετά από πραξικόπημα. Πηγαίνει στην Ισπανία, όπου γράφει τη διάσημη τριλογία του, «Μνήμες Φωτιάς», το 1984.
Στις αρχές του 1985, ο Γκαλεάνο επιστρέφει στο Μοντεβιδέο. Το 2004, ο Γκαλεάνο στηρίζει τη νίκη της αριστερής συμμαχίας «Ευρύ Μέτωπο» και του Ταμπαρέ Βάσκες. Γράφει ένα άρθρο στο οποίο αναφέρει ότι ο κόσμος ψήφισε χρησιμοποιώντας την κοινή λογική. Το 2005, ο Γκαλεάνο, μαζί με αριστερούς διανοούμενους, όπως ο Ταρίκ Άλι και ο Αδόλφο Πέρες Εσκιβέλ συμμετέχουν στη συμβουλευτική επιτροπή του νεοσύστατου λατινοαμερικανικού καναλιού «Τελεσούρ».
Τον Ιανουάριο του 2006, ο Γκαλεάνο, μαζί με διεθνείς προσωπικότητες όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Μάριο Μπενεδέτι, ο Ερνέστο Σάμπατο ο Τιάγο ντε Μέγιο, ο Κάρλος Μονσιβάις, ο Πάμπλο Αρμάντο Φερνάντες, ο Χόρχε Ενρίκε Αντόουμ, ο Λουίς Ραφαέλ Σάντσες, η Μάιρα Μοντέρο, η Άνα Λίδια Βέγκα και ο Πάμπλο Μιλανές, ενώθηκαν για να υπογράψουν τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Πουέρτο Ρίκο.
Χαρακτηριστικό είναι το tweet που ανήρτησε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αποχαιρετώντας τον Εντουάρντο Γκαλεάνο ««Αποχαιρετούμε τον Εduardo #Galeano έναν από τους πιο θερμούς υπερασπιστές των κοινωνικών & πολιτικών ελευθεριών», έγραψε στον λογαριασμό του στο twitter ο πρωθυπουργός αναρτώντας μαζί και μια φωτογραφία με το μήνυμα «Η ιστορία ποτέ δεν λέει αντίο. Η ιστορία λέει «εις το επανειδείν».
Μάγδα Κοντζιά, Η ψυχή του Εξάντα
Η τρίτη απώλεια των ημερών έχει να κάνει με την εγχώρια πολιτισμική δημιουργία και αφορά τον θάνατο της Μάγδας Κοτζιά σε ηλικία 75 ετών μετά από χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.
Η Μάγδα Κοτζιά γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1940 και σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Το 1968, διέφυγε στο Παρίσι ως μέλος της Δημοκρατικής Άμυνας, όπου και γνώρισε τη Χρύσα Ρωμανού και τον Νίκο Κεσσανλή και τον σημαντικό τεχνοκριτικό Pierre Restany που συγκέντρωνε γύρω του όλες τις πρωτοποριακές τάσεις του Παρισιού και της Ευρώπης.
Με τον Νίκο Κεσσανλή δημιούργησε το MECART, μια εικαστική ομάδα που στόχευε στην δημιουργία τέχνης μέσω μηχανών και όχι χειρωνακτικά. Αγόρασαν ένα τεράστιο επαγγελματικό μηχάνημα παραγωγής μεταξοτυπιών. Το μηχάνημα και το ατελιέ λειτούργησε από το 1968 και μετά, στο «100, rue de l’ Ouest», όπου δημιουργήθηκαν έργα, μέσα από την συνεύρεση μεγάλου μέρους Ελλήνων και ξένων αντιστασιακών διανοούμενων.
Το 1973, η Μάγδα Κοτζιά επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ιδρύοντας το βιβλιοπωλείο Κοτζιά, ενώ, το 1974, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Εξάντας, ο οποίος αριθμεί περισσότερους από 1.000 τίτλους, περιλαμβάνοντας βιβλία ψυχολογίας, ελληνικής και ξένης πεζογραφίας, παιδικής λογοτεχνίας, λευκώματα και άλλα, εκπροσωπώντας συγγραφείς, όπως οι Βασίλης Αλεξάκης, Κώστας Ταχτσής, Ερνέστο Σάμπατο, Φερνάντο Πεσσόα, Χόρχε Σεμπρούν.
Η ντροπή της Ευρώπης
«Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές• κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.
Οσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα• κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.
Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.
Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.
Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.
Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.
Όμως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.
Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων• όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.
Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυμπό τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε»
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
