«Το βλεμμα, με το ερεθισμα που δεχεται, δημιουργει καποιο συναισθημα, ευχαριστο η δυσαρεστο»

Ο Κομοτηναίος Δημήτρης Κυμπαρίδης παρουσίασε στην αίθουσα της Λέσχης Κομοτηναίων έκθεση πυρογραφιών και γκραβούρας και ήταν η πρώτη φορά που είδαμε έργα πυρογραφίας στην Κομοτηνή. Πολλοί ήταν αυτοί που ενδιαφέρθηκαν να μάθουν την τεχνική της πυρογραφίας, όπως και μια κυρία θέλησε ν’ ασχοληθεί.

Ο κ. Κυμπαρίδης, αν και συνταξιούχος, αισθάνεται ενεργός γιατί περνάει πολλές ώρες στο δικηγορικό γραφείο του γιου του, όπως και στη Λέσχη Κομοτηναίων που είναι το στέκι του για χρόνια κι έχει πλούσιες αναμνήσεις από ένα χώρο που είναι σήμα κατατεθέν για την πόλη επί δεκαετίες, «η ιστορία της Θράκης», όπως λέει.

ΠτΘ: Πώς ξεκινήσατε ν’ ασχοληθείτε με την πυρογραφία;

Δ.Κ.:
Ήμουν υπάλληλος στο πανεπιστήμιο Θράκης και την περίοδο που υπηρετούσα στο πανεπιστήμιο παραθέριζα στη Θάσο όπου βρισκόταν ένας φίλος, καθηγητής της Νομικής, ο κ. Στέργιος Αλεξιάδης. Τολμώ την έκφραση «φίλος» γιατί και τώρα είμαστε φίλοι και τον αγαπώ ιδιαίτερα. Τον επισκέφθηκα εκεί πού έμενε και διέκρινα ένα περίεργο «μηχανάκι». Τον ρώτησα τι είναι και μού απάντησε «πυρογράφος». Μού εξήγησε ότι με τον πυρογράφο «μπορείς ν’ απεικονίσεις εικόνες, παραστάσεις πάνω στο ξύλο». Κόστιζε τότε 14.000 δρ. και του ζήτησα να μου αγοράσει έναν κι αυτή ήταν η αφετηρία. Από τότε πέρασαν σχεδόν 30 χρόνια.

Με τον πρώτο πυρογράφο άρχισα να καίω σανίδες, ξύλα και τα χέρια μου. Ο πυρογράφος έχει το μειονέκτημα ότι όταν δουλεύεις σε μεγάλη θερμοκρασία παρά το ότι έχει μια λαβίδα, η οποία θεωρητικά είναι μονωτική της θερμοκρασίας, υπερθερμαίνεται και νιώθεις το κάψιμο. Όταν όμως αρχίζεις μια πυρογραφία έχεις ένα σκοπό, γι’ αυτό και υπομένεις τον πόνο.

Με μολύβι ζωγράφιζα προσωπογραφίες από μαθητής του δημοτικού. Κάνοντας τις πυρογραφίες παράλληλα ασχολήθηκα και με τη γκραβούρα. Οι επιλογές μου για τις πυρογραφίες είναι έργα αξιόλογα που είναι αναγνωρισμένα κι από την UNESCO και βρίσκονται σε γνωστές πινακοθήκες ή σε μουσεία. Το βαθμό τελειότητας θα τον κρίνουν αυτοί που βλέπουν τα δουλειά μου. Από την πλευρά μου επιχειρώ το καλύτερο δυνατό.

Πήρα μεγάλη ικανοποίηση όταν κάποιος πελάτης στο δικηγορικό γραφείο του γιου μου και σπουδαστής στη Γερμανία μού είπε ότι απέναντι από το πανεπιστήμιό του υπάρχει μια γκαλερί και οι πίνακες κοστίζουν 4, 5 και 6 χιλιάδες μάρκα και θεωρούσε ότι τα δικά μου είναι καλύτερα.

Κάποια φορά που επρόκειτο να φύγει για τη Γερμανία μού ζήτησε να του δώσω κάποιους πίνακες για να τους πάει στη γκαλερί. Του έδωσα 10 έργα με διάφορα θέματα, ανάμεσα στα οποία ήταν και η Παλιά Βουλή των Γερμανών, τα Βασιλικά Δικαστήρια στο Λονδίνο, ο Χριστός των Καθολικών. Ο νεαρός μού μετέφερε, μετά από αρκετό διάστημα, ότι περίμενε τον ειδικό να εκτιμήσει την αξία τους για να εκτεθούν στη σάλα. Τα εκτίμησαν από 500 μέχρι 2.000 μάρκα, τιμές αρκετά σοβαρές πριν από 12 χρόνια. Του είχα προτείνει να κατεβάσουν τις τιμές για να πουληθούν πιο εύκολα κάποια έργα και του απάντησαν ότι ή θα πουληθούν στην τιμή που καθόρισε ο εκτιμητής ή θα επιστραφούν. Το διάστημα που γινόντουσαν αυτές οι ζυμώσεις πλησίαζε το Πάσχα, ο νεαρός θα επέστρεφε στην πόλη και τού ζήτησα να τα φέρει πίσω γιατί διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να τα πάρω. Στην Ελλάδα, βέβαια, ίσως έχουν άλλες αντιλήψεις για την τέχνη, αν και σημαντικός παράγοντας είναι ο οικονομικός, για κάποιον που θέλει ν’ αγοράσει ένα έργο τέχνης.

ΠτΘ: Πώς είδαν την έκθεση οι επισκέπτες;

Δ.Κ.:
Ήρθαν κάποιες δασκάλες και τους άρεσε η έκθεση. Με συγκίνησε το γεγονός ότι είπαν πως θα επιδιώξουν να φέρουν τους μαθητές, για να τους δώσω κάποιες εξηγήσεις για την τεχνική της πυρογραφίας.

Επισκέφθηκε την έκθεση και μια συμπολίτισσα μουσουλμάνα, εντυπωσιάστηκε από αυτά που είδε, μού μετέφερε ότι ασχολείται με σχέδιο κι ενδιαφέρεται για την πυρογραφία. Της εξήγησα ότι είμαι στη διάθεσή της να τη βοηθήσω κι ό,τι έμαθα σ’ αυτά τα 30 χρόνια να το προσφέρω δωρεάν.

ΠτΘ: Πώς επιλέγετε τα έργα που θα κάνετε;

Δ.Κ.:
Πιστεύω ότι δεχόμαστε τους οπτικούς ερεθισμούς. Το βλέμμα, με το ερέθισμα που δέχεται, δημιουργεί κάποιο συναίσθημα, ευχάριστο ή δυσάρεστο. Εύχομαι οι άνθρωποι να έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μόνο ευχάριστα συναισθήματα και να μην υπήρχαν δυσάρεστα. Ίσως, όμως, τότε να μην είχαμε το μέτρο σύγκρισης και να μην τα εκτιμούσαμε. Ο θεός εν σοφία εποίησε, έδωσε το καλό και το κακό.

ΠτΘ: Στα έργα σας περιλαμβάνονται και αγιογραφίες. Έχετε την Παναγία την Ιεροσολυμίτισσα, την Παναγία Γοργοϋπήκοο, αλλά και την Παναγία των καθολικών.

Δ.Κ.:
Είναι λόγω του ερεθίσματος που πήρα όταν είδα κάποιες εικόνες. Εντυπωσιάστηκα και θέλησα να αποδώσω αυτό που βλέπω.

Ξεκινώντας κάτι το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να κάνω αυτό που βλέπω και μ’ ευχαριστεί κατά το δυνατόν καλύτερα. Στο ποιο βαθμό θα φτάσει, αυτό είναι σχετικό.

ΠτΘ: Πόσο ακριβό είναι το ν’ ασχοληθεί κάποιος με την πυρογραφία;

Δ.Κ.:
Εκτός από τον πυρογράφο, χρειάζονται τ’ ανταλλακτικά του, τα οποία στοιχίζανε παλιότερα 1.800 δρ. το κομμάτι και τώρα είναι στα 8 με 9 ευρώ. Μετά από ένα ορισμένο διάστημα χρήσης αχρηστεύονται. Υπάρχει κόστος στην επιλογή του ξύλου, το οποίο πρέπει να είναι αρίστης ποιότητος.

ΠτΘ: Mε τι ξύλο δουλεύετε;

Δ.Κ.:
Άσπρο κόντρα πλακιέ, λεύκη κι ό,τι καλύτερο μπορώ να βρω. Παλαιότερα χρησιμοποιούσα και σανίδες λεύκης.

Στο έργο υπολογίζονται και τα έξοδα για το κορνιζάρισμα. Το ελάχιστο κόστος είναι 40 με 50 ευρώ για μια κορνίζα που μπορεί να φτάσει και τα 100. Όλα μαζί φτάνουν σ’ ένα σημαντικό κόστος. Αυτό σημαίνει ότι σαν συνταξιούχος διαθέτω χρήματα για την πυρογραφία που έπρεπε να πάνε στην οικογένεια, γι’ αυτό κι επιχειρώ τις εκθέσεις.

Η Λέσχη Κομοτηνής

ΠτΘ: Τι σημαίνει για σας η Λέσχη Κομοτηνής;

Δ.Κ.:
Είναι η ιστορία της Θράκης. Μπορεί να πει κάποιος – χωρίς να έχει άδικο – ότι σε κάποια φάση αυτοί που συγκεντρώνονταν ως μέλη της ήταν οι ρυθμιστές κάθε προόδου της πόλης κι ολόκληρου του νομού.

Δεν υπήρχε πρόσωπο που ασχολιόταν με τα δημόσια που να μην ήταν μέλος της Λέσχης μας. Κατά συνέπεια, για οτιδήποτε προέκυπτε αναφορικά με την πόλη γινόντουσαν πολλές συζητήσεις. Οι δήμαρχοι, οι βουλευτές, οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών ήσαν μέλη. Θυμάμαι πολλές φορές που επέστρεφαν οι βουλευτές, ο Σιανίδης, ο «Σαρικλής» (Μολλά Γιουσούφ), ο Γκαλήπ, από την Αθήνα, άκουγες τη στιχομυθία «Χρήστο, Χάρη τι έγινε με το συγκεκριμένο θέμα» κι ο βουλευτής απαντούσε «πήγα στον υπουργό, έκανα εκείνο…» κι έτσι προχωρούσαν οι δουλειές.

Η πόλη δεν ήταν απροστάτευτη. Επεσήμαινε τα στραβά και οι άνθρωποι της Λέσχης που είχαν τη δυνατότητα φρόντιζαν να τα διορθώσουν. Σε περιόδους που η Λέσχη είχε οικονομική άνεση βοηθούσε παιδιά συμπολιτών να σπουδάσουν, δίνοντάς τους ένα είδος υποτροφίας.

Τώρα τη βλέπω να φθείρεται, η εποχή έχει αλλάξει και η Λέσχη σιγά – σιγά εγκαταλείπεται. Φοβάμαι ότι αν μείνει έτσι σε κάποια φάση θα ερειπωθεί. Απευθύνω έκκληση όσοι αγαπούν πραγματικά την Κομοτηνή να πλαισιώσουν τη Λέσχη. Δεν είναι το καφενείο, όπως κάποιοι θέλουν να την παρουσιάσουν, αλλά κάτι πιο υψηλό.

ΠτΘ: κ. Κυμπαρίδη, σας ευχαριστώ πολύ.

Δ.Κ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.