Το τριπτυχο ντυμα του ταρτουφισμου
Με αφορμή την αυριανή παράσταση του «Ταρτούφου» του Μολιέρου από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών, στο Θερινό Θέατρο Κομοτηνής ο ΠτΘ συνομιλεί με τον πρωταγωνιστή της παράστασης Τάσο Χαλκιά, που ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.
Το φετινό καλοκαίρι ο Μολιέρος παίρνει τη ρεβάνς στις θερινές σκηνές των θεάτρων της χώρας με αφορμή τη συμπλήρωση των 330 χρόνων από το θάνατό του. Έτσι τέσσερα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. διεκδικούν τα εύσημα για το ανέβασμα των έργων του σε μια εποχή που ανέκαθεν μονοπωλούνταν από τον Αριστοφάνη.
Ο λόγος όμως στον Τάσο Χαλκιά…
ΠτΘ: Kύριε Χαλκιά, συμμετέχετε στην καλοκαιρινή παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών «Ταρτούφος» του Μολιέρου. Θα ήθελά να μας μιλήσετε λίγο για το έργο αυτό…
Τ. Χ.: Μια συγκυρία από πρόσωπα και καταστάσεις που ξεκινάνε από τον καινούργιο Καλλιτεχνικό Διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, του Νίκο Βεργίδη, ακολούθησε μία πρόταση του Γιάννη Ιορδανίδη που ανέλαβε την ευθύνη της σκηνοθεσίας, αλλά και της μετάφρασης αυτής της δουλειάς, προκειμένου ο «Ταρτούφος» του Μολιέρου να αποδοθεί με μία σημερινή ιδιαιτερότητα, όπως απαιτεί το κοινό του σήμερα. Δεδομένου βέβαια ότι ο Μολιέρος, κατά την προσωπική μου γνώμη, είχε μία «άτυχη» παρουσία στην Ελλάδα όποτε ανέβηκε, με την έννοια ότι ήταν ένας συγγραφέας που χρειαζόταν το ντύμα μίας λευκής περούκας ή ενός κλασικού κουστουμιού και ίσως έτσι παραβίαζε τα νοήματα που κυριολεκτικά κρύβει μέσα του το μολιερικό έργο. Ο δραματουργός Μολιέρος θεωρώ ότι είναι ένας πάρα πολύ σύγχρονος συγγραφέας και η θεματολογία του αγγίζει τον προβληματισμό των σημερινών ανθρώπων κυριολεκτικά. Έτσι, λοιπόν, ο «Ταρτούφος» αποβαίνει ένα έργο πολύ επίκαιρο, γιατί κατόρθωσε μέσα από αυτό ο Μολιέρος να δημιουργήσει ακόμα έναν – ισμό, τον ταρτουφισμό. Ο ταρτουφισμός είναι κάτι το οποίο υπάρχει στην εποχή μας σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παρέμβαση ανθρώπων σε ανθρώπους, οι οποίοι είναι υγιείς ως προς το νου τους, προκειμένου να τους βάλουν κάποιες τρικλοποδιές με το ντύμα κάποιων άλλων ανθρώπων που παρουσιάζονται κι από κάτω κρύβουν μία κακή διάθεση και νοοτροπία και τους παρασύρουν σε πράγματα, τα οποία δεν είναι μέσα στα πλαίσια ούτε της κοινωνικής οπτικής των ανθρώπων αλλά ούτε και αυτού που λέγεται κοινώς αποδεκτή ηθική και η οποία είναι ανεξαρτήτως εποχών. Ο «ταρτουφισμός», λοιπόν, είναι εκείνος ο άνθρωπος, εκείνη η κατάσταση, που εισβάλει στη ζωή μας μ’ ένα ψεύτικο ντύμα, κουβαλάει κάτι άλλο πίσω της, κατά κανόνα κενό, και μας παρασύρει σε στοιχεία και σε πράγματα, τα οποία δεν πρέπει να μας πηγαίνουν. Νομίζω ότι εκείνο στο οποίο έχει περισσότερη πρακτική εφαρμογή αυτή η άποψη του Μολιέρου είναι η σημερινή εξουσία απανταχού στον κόσμο – και δεν αναφέρομαι μόνο στην ελληνική εξουσία. Η απανταχού εξουσία με τον αλαζονικό τρόπο, με τον οποίο έχει και εγκαθιδρυθεί αλλά και κυριολεκτικά κυβερνά, φαίνεται ότι πραγματικά πάσχει από τον «ταρτουφισμό». Άλλα λέμε, άλλα κάνουμε, άλλα κρύβουμε από πίσω. Αυτό είναι και το σπουδαιότερο νόημα μέσα από το έργο και σαν τέτοιο που είναι πιστεύω ότι υπηρετεί μια δραματουργία πολύ σημαντική στις μέρες μας.
Σε μια συνέντευξη τύπου που δώσαμε, ειπώθηκε από το στόμα του σκηνοθέτη μας ότι «ο Μολιέρος έγραφε το έργο αυτό αύριο». Πραγματικά είναι μια έκφραση, η οποία δείχνει πόσο επίκαιρος είναι ο συγγραφέας και τα νοήματά του.
ΠτΘ: Τα μολιερικά έργα, κύριε Χαλκιά, απαιτούν συγκεκριμένα πράγματα από τον ηθοποιό;
Τ.Χ.: Οπωσδήποτε ανήκουν στο κλασικό ρεπερτόριο και σίγουρα οι ηθοποιοί θα πρέπει να είναι εμπλουτισμένοι με μια κλασική παιδεία προκειμένου να έρθουν πολύ πιο κοντά στην επικοινωνία τους με αυτόν τον συγγραφέα. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι ο κάθε ηθοποιός δικαιούται ακόμη και την πρώτη του φορά, όποια κι αν είναι αυτή και όποια φάση της πορείας του και να τον βρει, να δοκιμάσει το κλασικό ρεπερτόριο. Είναι μια πραγματική ευκαιρία για νέους συναδέλφους μας που είναι μαζί μας και που κρατούν σημαντικούς ρόλους μέσα στο έργο, πραγματικά να επικοινωνήσουν με τα κλασικά κείμενα και να απαντήσουν πρακτικά κατευθείαν αυτή την κλασική παιδεία. Ο Γιάννης Ιορδανίδης, που σκηνοθέτησε αυτήν την παράσταση, βοήθησε απεριόριστα σ’ αυτό και πιστεύω ότι η παράστασή μας κυριαρχείται απ’ αυτό το στοιχείο της επικοινωνίας με το δραματουργό Μολιέρο.
ΠτΘ: Υπάρχουν σημεία στα οποία συναντιέστε με τον ήρωα του Μολιέρου που ερμηνεύετε, τον «Ταρτούφο»;
Τ.Χ.: Θα έλεγα πως όχι. Είναι ένας χαρακτήρας που δεν μπορεί να ακουμπήσει στο δικό μου χαρακτήρα πουθενά, αλλά αυτό για τον ηθοποιό είναι μια ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση, το να έχεις να παίξεις πράγματα τα οποία δεν διαθέτεις εσύ στο προσωπικό σου οπλοστάσιο σαν προσωπικότητα, αλλά μπορείς να τα διαθέτεις στο ηθοποιϊκό σου οπλοστάσιο ως ηθοποιός. Αυτό, λοιπόν, είναι ένας πρόσθετος αγώνας για μένα, αλλά τώρα πια, και με το αποτέλεσμα δεδομένο και με την πρεμιέρα που έγινε στις Σέρρες, όπου η παράσταση είχε μια πάρα πολύ καλή αποδοχή από το κοινό των Σερρών, όπως θέλω να πιστεύω ότι θα γίνει και με το κοινό της Κομοτηνής, είναι βέβαιο ότι ο κόσμος έχει αποκτήσει περισσότερη παιδεία και επαφή με τη δραματουργία και το θέατρο γενικότερα, οπωσδήποτε το αποτέλεσμα ήταν πολύ θετικό και πιστεύω ότι η παράστασή μας, αλλά και ο ρόλος μου προσωρινά ακούμπησε το κοινό. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό και θετικό στοιχείο για την περιοδεία που θα κάνουμε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Πιστεύω ότι και το κοινό της Κομοτηνής θα αγκαλιάσει αυτή την παράσταση πραγματικά, θα την κατανοήσει, θα την αντιληφθεί και θα την χειροκροτήσει.
ΠτΘ: Συνήθως κάθε χρόνο ο Αριστοφάνης είχε την τιμητική του το καλοκαίρι. Σίγουρα ο κορεσμός με τον Αριστοφάνη έπαιξε έναν ρόλο. Φέτος, λοιπόν, ο Μολιέρος πήρε τη ρεβάνς. Πού το αποδίδετε;
Τ.Χ.: Θα συμφωνήσω απόλυτα ότι πραγματικά υπήρξε ένας κορεσμός σε αριστοφανικές παραστάσεις ιδιαίτερα το περσινό καλοκαίρι. Αυτό, βέβαια, δεν είναι τυχαίο, γιατί και ο Αριστοφάνης είναι πάντα επίκαιρος και ιδιαίτερα σατυρικός συγγραφέας, αλλά και ιδιαίτερα αφορά τον τόπο μας. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι είχε γίνει «κατάχρηση» αριστοφανικών παραστάσεων. Για μένα είναι χαρά ότι φέτος το καλοκαίρι ο Μολιέρος πήρε τη ρεβάνς με δεδομένο ότι κλείνουμε 330 χρόνια από το θάνατό του, άρα μπορεί να είναι και ένα τιμητικό καλοκαίρι από τους Έλληνες καλλιτέχνες, αλλά και τους Έλληνες θεατρόφιλους για να τιμήσουν τις παραστάσεις του Μολιέρου.
ΠτΘ: Πού αποδίδετε την ταυτόχρονη παράσταση τεσσάρων μολιερικών έργων από τέσσερα ισάριθμα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.;
Τ.Χ.: Ακριβώς σ’ αυτό που προανέφερα, ότι είναι μια συγκυρία τέτοια όπου γιορτάζουμε τα 300 χρόνια από τον θάνατο του Μολιέρου. Πιστεύω, λοιπόν, επειδή η καλοκαιρινή σεζόν χαρακτηρίζεται περισσότερο από έργα που πρέπει να είναι κλασικά προκειμένου να φιλοξενηθούν και σε εξωτερικούς χώρους, σε υπαίθρια θέατρα, γιατί είναι γεγονός ότι ένα έργο κλειστού χώρου δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί σε έναν ανοιχτό χώρο και να έχει την ίδια πιστότητα και την ίδια καλλιτεχνική αξία όπως εάν παιζόταν σε μια πιστή σκηνή.
ΠτΘ: Πιστεύετε πως θα υπάρξει άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ των τεσσάρων Μολιέρων;
Τ.Χ.: Είναι απόλυτα λογικό, με δεδομένο ότι είναι πολύ συγκεκριμένες οι πόλεις που μπορούμε να επισκεφθούμε το καλοκαίρι και που διαθέτουν ικανούς χώρους για να κάνει κανείς παραστάσεις. Οπωσδήποτε μπορεί να κοντραριστούμε τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. μεταξύ μας, τα οποία φιλοξενούν μολιερικές παραστάσεις. Και όχι μόνο βέβαια, όταν υπάρχει σ’ ένα φεστιβαλικό πρόγραμμα ενός Δήμου, ενδεχομένως και της Κομοτηνής, με άριστα δρώμενα και παραστάσεις, είναι βέβαιο – δεν γνωρίζω αν υπάρχει επιχορηγούμενο εισιτήριο από το Δήμο – ότι ο καθένας θα κάνει τις επιλογές του. Εάν γνωρίζει ότι θα περάσουν δύο ή τρεις από τους Μολιέρους που κυκλοφορούν ανά την Ελλάδα, είναι βέβαιο ότι θα κάνει την επιλογή του να δει κάποιον απ’ αυτούς. Από κει και πέρα έχει να κάνει και η προσωπική μας επαφή με το κοινό και η αγάπη του κοινού προς το πρόσωπο των καλλιτεχνών. Οι επιλογές οπωσδήποτε χαρακτηρίζονται από τέτοιου είδους σχέσεις.
ΠτΘ: Είναι η πρώτη συνεργασία σας με κάποιο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.;
Τ.Χ.: Ναι, για μένα είναι η πρώτη και πραγματικά ευτυχής συγκυρία που με φέρνει να συνεργάζομαι μ’ ένα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, αυτό των Σερρών εν προκειμένω. Η εμπειρία μου μέχρι τώρα είναι πραγματικά πάρα πολύ θετική. Είμαι ένας άνθρωπος, ο οποίος πραγματικά έχω δείξει ότι μ’ ενδιαφέρει η παρουσία μου στην Περιφέρεια και οπωσδήποτε είμαι και σε μια πιο ώριμη ηθοποιϊκή ηλικία που μπορώ αυτό να το προσφέρω χωρίς να μειοδοτήσω απέναντι στην παρουσία μου στην Αθήνα, η οποία για μένα είναι επίσης αρκετά κορεσμένη. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν έχω το μερτικό μου μέσα στην παρουσία των ηθοποιών της Αθήνας, κάτι όμως που αφορά τον εαυτό μου και που με γεμίζει χαρά να κυκλοφορώ στην Περιφέρεια της Ελλάδας μ’ ένα σημαντικό έργο και μια σημαντική παράσταση. Οπωσδήποτε έπαιξαν ρόλο όλα αυτά τα πράγματα και η συνεργασία μου αυτή με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών αποβαίνει να μένα ένα πολύ θετικό δώρο, όπου πιστεύω ότι μπορεί να έχει και συνέχεια και με το συγκεκριμένο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ αλλά ίσως και με άλλες συνεργασίες.
ΠτΘ: Πιστεύετε στο θεσμό των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και στο ότι ίσως αυτή η παράσταση αποτελέσει και την αφετηρία με ενδεχομένως επόμενες συνεργασίες και με τα υπόλοιπα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ της χώρας;
Τ.Χ.: Για μένα οπωσδήποτε ναι, σε ό,τι με αφορά προσωπικά. Πιστεύω πάρα πολύ στο θεσμό των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν θέατρα σε κάθε πόλη, ίσως και σε κάθε κωμόπολη, για να παρουσιάζουν τη σύγχρονη, την κλασική δραματουργία το θεατρόφιλο κοινό κι όχι μόνο. Υπάρχει κι ένα κοινό, το οποίο μπορεί να μην είναι πεπαιδευμένο θεατρικά, αλλά σίγουρα υπάρχουν τρόποι και λόγοι να τους φέρουμε στο θέατρο με μια καλή παράσταση, με άξιους ηθοποιούς που έχουν τη διάθεση να εγκαταλείψουν το κλεινόν άστυ της Αθήνας, οπωσδήποτε με παραστάσεις αξιόλογες, γιατί δεν πρέπει να υποτιμούμε κανέναν είτε είναι υποψιασμένος είτε σχετικά υποψιασμένος είτε και εντελώς ανυποψίαστος σε ό,τι αφορά το θέατρο.
ΠτΘ: Πώς είναι η συνεργασία σας με τον υπόλοιπο θίασο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών;
Τ.Χ.: Υπάρχουν τόσο άξιοι συνάδελφοι, οι οποίοι απαρτίζουν το θίασο αυτό του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών και αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σ’ αυτούς. Είναι ο Νίκος Δαδινόπουλος, η Σμαράγδα Σμυρναίου, η Ελπίδα Μπραουδάκη, ο Αντώνης Δημητροκάλης, ο Κωνσταντίνος Καρβέλης, η Δέσποινα Γιαννοπούλου, ο Περικλής Ασημακόπουλος. Τα τελευταία τέσσερα είναι νέα παιδιά, πολύ ταλαντούχα, που στολίζουν αυτήν την παράσταση ιδιαιτέρως. Βεβαίως, θα χαρακτήριζα και τρία «μπουντέλια» όπως λέμε εμείς στο θέατρο, τρεις παλαιότερους συναδέλφους μου οι οποίοι είναι ο Αλέξανδρος Τσακίρης, ο Χρήστος Μωραΐτης και ο Παντελής Σταυριανός. Δεκατρείς ηθοποιοί επί σκηνής πιστεύω ότι είναι μία παραγωγή άξια και μεγάλη πραγματικά για να δώσει στην ελληνική περιφέρεια μια παράσταση ανάλογη με τον Μολιέρο και την δραματουργία που εμπεριέχει το έργο του.
ΠτΘ: Δίνεται έτσι και η ευκαιρία στον κόσμο της περιφέρειας να απολαύσει και να παρακολουθήσει καλές παραστάσεις και άξιους και σημαντικούς πρωταγωνιστές του θεάτρου, τους οποίους παρακολουθεί και γνωρίζει μέσα από ένα άλλο οπτικό μέσο, αυτό της τηλεόρασης. Κατά τη γνώμη σας πιστεύετε ότι θα αντιστραφεί το κλίμα στο άμεσο μέλλον γιατί η ποιότητά της έχει κατά πολύ υποβαθμιστεί;
Τ.Χ.: Από τη στιγμή που εμφανίστηκε η ιδιωτική τηλεόραση, η οποία δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά μία και έχει ένα διοικητικό συμβούλιο κι έναν επικεφαλής, πήρε το δρόμο του εύπεπτου, του χαλαρού, του ιλαρού, το οποίο είναι κάτι που δεν μας αντιπροσωπεύει και ως λαό. Ο κόσμος βεβαίως είναι γεγονός ότι μπορεί να παρασυρθεί από προγράμματα, τα οποία δεν είναι ιδιαιτέρως ποιοτικά, και υπάρχουν στοιχεία της τηλεόρασης που αγγίζουν και την ευτέλεια πολλές φορές. Καλή θα είναι, κάτι που δυναμώνει ακόμη περισσότερο το θεσμό των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, η μετάκληση καλλιτεχνών, – όχι και καλά επίκαιρων ονομάτων αλλά κυρίως σπουδαίων ηθοποιών, τους οποίους πραγματικά μπορούν να τους διακρίνουν οι διευθυντές των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ – τους οποίους μπορούν να καλέσουν να συνεργαστούν μαζί τους. Το να τονώσουμε το θέατρό μας, το να τονώσει η κάθε πόλη το δικό της ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ με παραστάσεις οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον και σαν επιλογή έργων, αλλά και σαν επιλογή κάποιων πρωταγωνιστών είναι αυτό που θα πάει κόντρα στο κακό και αρνητικό φαινόμενο της τηλεοπτικής παρουσίας των ηθοποιών, όπου μοιραία η τηλεόραση έχει εισαχθεί στο επάγγελμά τους. Όσες αντιστάσεις κι αν προβάλλουμε, απέναντι σ’ αυτήν δε μπορούμε παρά να συμμετέχουμε μέσα στα προγράμματά της, τουλάχιστον του ψυχαγωγικού τομέα. Από εκεί και πέρα ο καθένας μας είναι υποχρεωμένος να διαφυλάξει τον εαυτό του, ιδιαιτέρως τον «καλλιτεχνικό» του εαυτό από παρασυρμούς και ολισθήματα, τα οποία πιθανότατα θα του κοστίσουν μία πορεία που έχει χαράξει μέχρι τα τώρα. Όμως η αντίσταση σ’ αυτά τα πράγματα είναι σίγουρα το θέατρο, η ζωντανή επικοινωνία των καλλιτεχνών με το κοινό τους, με το κοινό, το οποίο έχει αποδείξει ότι αγαπά το θέατρο κι όταν το έχει δίπλα του μπορεί να το συνδράμει και να είναι εκεί «παρών».
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι θα επιστρέψει η τηλεόραση στην παλιά καλή εποχή της, γιατί χαρακτηρίζεται τελευταία από τα λεγόμενα «τηλεσκουπίδια», τα ριάλιτι. Θα μπορέσει να συμβάλλει και η ιδιωτική τηλεόραση στην αναβάθμιση της ποιότητάς της στο άμεσο μέλλον;
Τ.Χ.: Στο βαθμό που μπορεί να επιλέξει και προγράμματα, τα οποία δεν είναι ιδιαιτέρως χρηματοφόρα και δεν είναι απαραίτητο ότι θα του φέρουν υπερβολικά έσοδα, αλλά μπορεί να ζήσει. Τη στιγμή που θα πάρουν την απόφαση τα κανάλια για τέτοιου είδους παραγωγές και προβολές, οπωσδήποτε η τηλεόραση θα αποβεί ένα καλό στοιχείο για να αναβαθμίσει τον πολιτισμό σ’ όλα τα επίπεδα στη χώρα μας. Εάν όμως, οι καναλάρχες συνεχίσουν να δρουν και να ενεργούν με βάση το συμφέρον και το κέρδος, είναι βέβαιο ότι η τηλεόραση δεν μπορεί να βοηθήσει.
Ευτυχώς για μας σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει η κρατική τηλεόραση, η οποία σημαντικά βοηθά το θέατρο, και με τα προγράμματά της και με την ανακατασκευή αυτών. Τουλάχιστον για την επόμενη χρονιά, απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω, με την επαναφορά του «Θεάτρου της Δευτέρας» στο πρόγραμμά της, μπορεί να βοηθήσει τον πολιτισμό σε ό,τι αφορά τον τομέα της δραματουργίας. Από εκεί και πέρα είναι ζήτημα ιδιωτικών επιχειρηματιών, οι οποίοι δεν ξέρω κατά πόσο θα αποφασίσουν κάποια στιγμή να συρρικνώσουν λίγο τα έσοδά τους προκειμένου να μπορούν να προσφέρουν επί της ουσίας ψυχαγωγικά προγράμματα στο κοινό κι όχι μόνο χαλαρά προγράμματα, τα οποία κεντρίζουν τα κατώτερα ένστικτά μας δυστυχώς.
ΠτΘ: Κύριε Χαλκιά, σας ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας και καλή επιτυχία στην περιοδεία σας;
Τ.Χ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ και ελπίζω το κοινό της Κομοτηνής να ανταποκριθεί στην παράστασή μας και να έρθει να απολαύσει μια υπέροχη θεατρική βραδιά στο θέατρο της πόλης μας.
Καλπάνης Μπάμπης
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
