Το θεατρο βιωνει τις πιο αντιφατικες ισορροπιες
Τις καλύτερες των εντυπώσεων άφησε στο κοινό η πρεμιέρα της παράστασης «Σκούρο Μαύρο Σχεδόν Λευκό», βασισμένη σε δύο μονόπρακτα του Χρήστου Χαρτοματσίδη και σε σκηνοθεσία Ηλία Φραγκάκη, που έγινε την Παρασκευή. Τα συγχαρητήρια πολλά και απευθυνόμενα σε όλους τους συντελεστές. Αυτό όμως που όλοι είχαν να παρατηρήσουν με ενθουσιώδη σχόλια ήταν η τεράστια συμβολή στη σκηνοθεσία και στην επιτυχία της παράστασης, των σκηνικών του διακεκριμένου σκηνογράφου Ανδρέα Σαραντόπουλου. Οι εν λόγω εκτιμήσεις πόρρω απείχαν των απλών φιλοφρονήσεων, μια και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής είχε την τύχη να έχει πολύτιμο συνεργάτη στην παράσταση της Κεντρικής του Σκηνής έναν άνθρωπο που επί χρόνια υπηρέτησε το θέατρο, αναλαμβάνοντας τη σκηνογραφία σε πολλές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου και «παίρνοντας οξυγόνο», όπως χαρακτηριστικά μας είπε, από δουλειές αξιόλογες και στην επαρχία.
Η συνομιλία μαζί του μοιάζει ποταμός. Τον ακούς να μιλά για τη ζωή του μέσα από το έργο του, έναν άνθρωπο αφιερωμένο στην τέχνη, η οποία εξάλλου του εμπιστεύθηκε την πιο δημιουργική της έκφανση. Αυτοπαρουσιάζεται δίχως αιδώ και ψεύτικη μετριοφροσύνη και αποδίδει στην κάθε έννοια και δράση, δική του ή άλλων, τα εύσημα που πραγματικά της αξίζουν ή όχι.
Με έμφαση στην πρακτική και στην πολλή δουλειά ο Ανδρέας Σαραντόπουλος μας χάρισε μια συνέντευξη αποκαλυπτική και μια σκηνογραφία ακόμη πιο αποκαλυπτική και «σωτήρια», θα λέγαμε, για την ομολογουμένως εκπληκτική παράσταση της Κεντρικής Σκηνής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής.
ΠτΘ: Ποιος είναι ο Ανδρέας Σαραντόπουλος;
Α.Σ.: Ο Ανδρέας Σαραντόπουλος είναι σκηνογράφος. Από δώδεκα χρονών και για οκτώ χρόνια μάθαινα τη ζωγραφική στο ατελιέ του πολύ καλού ζωγράφου, του Σπύρου του Σόκαλη στην Πάτρα. Κατόπιν φοίτησα στη Σχολή Βακαλό, με δάσκαλο το σκηνογράφο Κώστα Βακαλό. Αργότερα, στο Παρίσι, έκανα σπουδές στο θεατρικό ντεπαρτιμάν καθώς και πρακτική. Μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα έκανα πρακτική γύρω στους εννέα μήνες στο Εθνικό Θέατρο, κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό και άρχισα να δουλεύω ως σκηνογράφος. Κάποια στιγμή, μετά από διαγωνισμό, ανέλαβα τη διεύθυνση των Σκηνογραφικών Εργαστηρίων στο Εθνικό Θέατρο, θέση που κράτησα για είκοσι χρόνια και την οποία εγκατέλειψα εδώ και εννέα μήνες λόγω κοπώσεως. Θα πρέπει, επίσης, να σας πω ότι διδάσκω σκηνογραφία στη Σχολή Βακαλό.
ΠτΘ: κ. Σαραντόπουλε, τι είναι η σκηνογραφία; Ποια η σχέση της με την ενδυματολογία, με την διακόσμηση;
Α.Σ.: Τα λύματα των εγκυκλοπαιδειών λένε ότι είναι ο χώρος που διακοσμείται για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας παραστάσεως, μάλιστα οι όροι είναι κλασικοί και απαρχαιωμένοι, γιατί αναφέρονται στην δια της προοπτικής, της ζωγραφικής και της διακοσμήσεως, εξυπηρέτηση της παραστάσεως. Είναι λανθασμένος ο όρος αυτός και πλέον έχει ξεπερασθεί από τότε που η σκηνοθετική αξία και η σκηνογραφία παίζει ενεργό ρόλο και όχι διακοσμητικό. Ό,τι κατασκευάζεται και δημιουργείται στη σκηνή είναι σκηνογραφία και εξυπηρετεί τις ανάγκες της παραστάσεως. Αυτό είναι σκηνογραφία, ό,τι κατασκευάζεται και όχι ό,τι διακοσμείται. Σκηνογραφία μπορεί να είναι και ένα πλατό με ένα μόνο μαύρο ριντό γύρω – γύρω.
Ο σκηνικός χώρος είναι ένα παραλληλόγραμμο, ένας ωφέλιμος χώρος με τα μόριά του. Ακόμη και μία μόνο δέσμη φωτός σε σκοτάδι φθάνει να ορίσει ένα σχήμα. Από εκεί και πέρα υπάρχουν τα σχήματα τα σκηνογραφικά και υπάρχουν και τα σχήματα τα σκηνοθετικά. Σχήματα είναι, λοιπόν, αυτά αν τα εκλάβουμε ως γεωμετρικά. Και εδώ περνάμε από τη γεωμετρία στη στερεομετρία. Σχήματα είναι και αυτά που σκηνοθετεί ο σκηνοθέτης σε ό,τι αφορά τους ηθοποιούς. Για αυτό ο σκηνοθέτης «συσκηνογραφεί» και ο σκηνογράφος «συσκηνοθετεί», όπως έχω ξαναπεί. Μοιραία είναι αυτή η αλληλοδιάχυση, γιατί όλα συσκηνοθετούνται και όλα συσκηνογραφούνται. Αναγκαστικά επεμβαίνω στη σκηνοθεσία, όταν προβάλλω τα σχήματα, και μάλιστα όταν κινούνται.
Η σκηνογραφία διαφέρει από τη διακόσμηση, είναι μία ενεργή παρουσία. Τα κοστούμια είναι σκηνικά υπ’ αυτή την έννοια. Χρώματα και σχήματα, λοιπόν, εμπεριέχονται σε αυτή τη λογική του σκηνικού, της σκηνικής απόδοσης, της σκηνογραφικής απόδοσης. Μπορεί να μη φωτίζεις τον ήρωα, να μη φωτίζεις το ρόλο, αλλά να φωτίζεις το σκοτάδι, να παίζει ο ρόλος και εσύ να φωτίζεις το κενό. Είναι θέμα πλέον ισορροπιών, είναι θέμα του τι θέλεις να δείξεις κάθε φορά.
ΠτΘ: Παρόλα αυτά, η δουλειά του σκηνογράφου, σε σχέση με αυτή του σκηνοθέτη, πιστεύετε πως είναι αφανής;
Α.Σ.: Εξαρτάται από το πόσο θα προβληθεί ο σκηνοθέτης. Το θέατρο είναι τέχνη ισορροπιών. Στην κυριολεξία ισορροπούν πράγματα που είναι αντίθετα μεταξύ τους ή που δεν είναι όμοια. Έχουν μία αντιστικτική θέση όλοι οι παράγοντες πάνω στη σκηνή, με κεντρικό άξονα τον σκηνοθέτη. Υπάρχει ο σκηνογράφος, ο ενδυματολόγος, ο μουσικός, ο ήχος, το φως, η κίνηση, όλοι αυτοί οι παράγοντες ισορροπούν. Τώρα, αν πούμε ότι είδαμε μία πολύ καλή παράσταση ή πολύ κακή, αν έχει καλά σκηνικά, αυτό δεν λέει τίποτα. Μπορεί να είδαμε το σκηνογράφο αλλά δεν είδαμε την παράσταση. Με καλή πίστη αντιμετωπίζοντας τα πράγματα λέμε ότι πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία και όλα να είναι μετρημένα. Εκεί θα φανεί και το έργο. Για παράδειγμα, η περίφημη παράσταση «Όρνιθες» του Καρόλου Κουν έτυχε και είχε σε λαμπρές στιγμές ολόκληρο το επιτελείο, ο Κάρολος Κουν σε μεγάλα κέφια και με μεγάλη έμπνευση, είχε έναν Τσαρούχη στα σκηνικά σε μεγάλη έμπνευση, είχε την μουσική κατάθεση του Μάνου Χατζηδάκι, είχε τη Ζουζού Νικολούδη στη χορογραφία. Αυτοί όλοι ισορρόπησαν και η παράσταση διέτρεξε όλη την υφήλιο. Εκεί που φαίνεται η δουλειά, εκεί που η παράσταση είναι αποδεκτή από το κοινό, εκεί φανερώνονται όλα.
ΠτΘ: Δίνοντας τα στοιχεία της προσωπικότητάς σας εξήρατε τη σπουδαιότητα της πρακτικής. Γιατί θεωρείτε ότι είναι τόσο σημαντική η πρακτική;
Α.Σ.: Η επιμονή στην πρακτική σου δίνει τα εφόδια να πρακτικοποιήσεις τις ιδέες σου κατά έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν που, αν δεν ήσουν έμπειρος, θα πραγματοποιούσες. Η δύναμη της πρακτικής και της πράξης, της τεχνικής και των υλικών σού ανοίγει ορίζοντες και έτσι επιχειρείς άλλα πράγματα σε σχέση με αυτά που θα επιχειρούσες, αν δεν είχες κάνει όλη αυτή την προσπάθεια. Δίνω μεγάλη σημασία στην πρακτική, η οποία είναι συνυφασμένη με τη θεωρία. Η ισορροπία αυτών των πραγμάτων δίνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
ΠτΘ: Έχετε μία μακρά πορεία στο Εθνικό Θέατρο. Πέρα από αυτό ασχοληθήκατε και με κάτι άλλο;
Α.Σ.: Έχω διαγράψει μία μακρά πορεία στο Εθνικό Θέατρο και παρά ταύτα, παρά την ενασχόλησή μου στο «κλειστό» Εθνικό Θέατρο, με τεράστιες ευθύνες και τεράστιο έργο, προσπαθούσα να παίρνω και κάποιο οξυγόνο ταξιδεύοντας στην επαρχία και κάνοντας δουλειά και με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., αντλώντας δυνάμεις από τα θέατρα της επαρχίας. Είναι έτσι αρκετές οι καταφυγές μου. Όπως θα γνωρίζετε, στο χώρο του Εθνικού Θεάτρου υπάρχουν πολλές σκηνές και εγώ έχω σχεδιάσει σκηνή από την αρχή, όπως την Πειραματική σκηνή και την εγκαινίασα με το πρώτο της έργο. Είναι τεράστιος ο όγκος δουλειάς και με τη Νέα Σκηνή και με την Κεντρική. Το «Θέατρο Κοτοπούλη», όταν κάηκε, ξανάνοιξε με δική μου παρέμβαση και με νέα μορφή, παρά την αρχιτεκτονική επέμβαση που είχε γίνει από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αν προσθέσουμε και τις περιοδείες, είναι ένα τεράστιο φάσμα ενασχολήσεων. Έχω καλύψει τεχνικά πεντακόσιες παραστάσεις συνολικά, και μετρώ γύρω στις εκατό προσωπικές.
ΠτΘ: Όταν λέτε προσωπικές τι ακριβώς εννοείτε;
Α.Σ.: Εννοώ σκηνικά ή και κοστούμια που είναι δικά μου. Προσπάθησα να κάνω και καλή ποιοτική τηλεόραση. Μου άρεσε παντού να κάνω την πράξη, την αναγνώριση των χώρων. Έκανα λίγες καλές ταινίες με σκηνοθέτες τον Σμαραγδή, τον Ανδρέα Θωμόπουλο. Είχα κάνει με τον Γλυκοφρύδη ένα σήριαλ, με τον Φράνσις Κάραμποτ ένα άλλο σήριαλ. Προσπαθούσα να αναλαμβάνω καλές δουλειές, όπως «Το θέατρο της Δευτέρας». Οι γνώσεις και όλες αυτές οι εμπειρίες εμπλουτίζουν τους ορίζοντες του καλλιτέχνη, και ασφαλώς του οποιουδήποτε ανθρώπου, γιατί το θέατρο είναι σαν το μεγάλο κύμα που χτυπά σε ένα βράχο και αμέσως δημιουργούνται άλλα κύματα που και αυτά χτυπάνε σε βράχο και πολλαπλασιάζονται έτσι οι γνώσεις. Το θέατρο ενέχει μία φοβερή πολυμορφία.
ΠτΘ: Αυτή τη στιγμή αισθάνεστε ότι κατέχετε αυτό που λέγεται θέατρο;
Α.Σ.: Μπορώ να φτάσω στον αυτοσαρκασμό λέγοντας ότι δεν ξέρω ακόμη θέατρο, προσπαθώ να το μάθω. Αισθάνομαι ότι είναι τόσο πλατύ το θέατρο, γιατί είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, έχει μία φοβερή ποικιλία και ποικιλομορφία που προσπαθείς μέσα σε κάθε πρόβα και μέσα σε κάθε νέο έργο να βρεις το ιδίωμά του, το ειδικό του συστατικό. Αυτό γίνεται και στην Κομοτηνή τώρα. Είναι μία παράσταση που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μία παράσταση του κέντρου και προκαλούμε μάλιστα να ξεκινήσει από εδώ και να φθάσει μέχρι το κέντρο.
ΠτΘ: Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι δεν είναι η πρώτη σας συνεργασία με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.;
Α.Σ.: Όχι. Ξαφνικά δεν θυμήθηκα την Κομοτηνή. Στην Κομοτηνή ήρθα το 1983, όταν το Θέατρο ήταν ημικρατική έδρα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και είχαμε ξεκινήσει από εδώ την παραγωγή του έργου «Παντρολογήματα του Γκόγκολ». Το 1986 στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής δούλεψα στην «Αυλή των θαυμάτων». Αγαπούσα την Κομοτηνή. Είχα πάει και στο Αγρίνιο, στην Κέρκυρα, στην Καλαμάτα, στην Πάτρα. Είναι η τρίτη φορά που έρχομαι και δουλεύω στην Κομοτηνή. Εξάλλου, ο γιος μου φοιτά στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Δημοκρίτειου, οπότε έρχομαι και μετ’ ευχαριστήσεως αρκετές φορές εδώ. Έχω συναισθηματική σχέση με την Κομοτηνή, γνωρίζω και το χώρο και τα παιδιά.
ΠτΘ: Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ωστόσο, κ. Σαραντόπουλε, έχουν δεχτεί και αρνητική κριτική…
Α.Σ.: Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. κάνουν ουσιαστική δουλειά. Ο θεσμός των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. θεωρείται αμφιλεγόμενος από αυτούς που θέλουν να τον παρουσιάζουν έτσι και ισχυρίζονται ότι δεν επιτελούν το έργο για το οποίο έχουν συσταθεί. Έχω την εντύπωση ότι τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα είναι κύτταρα θεατρικά. Και μόνο το ιδεολόγημα που τα γέννησε φθάνει για να αγωνισθείς για την επιβίωσή τους και την δημιουργικότητά τους. Μάλιστα, όταν γίνεται φεστιβάλ ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. στην Αθήνα παρουσιάζονται εκπλήξεις. Χωρίς να έχω ιδιαίτερη σχέση με την επαρχία, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι στις πόλεις δημιουργείται μία δουλειά που πολλές φορές είναι πολύ θετική και είναι απηλλαγμένη από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγές του κέντρου.
Νομίζουμε ότι οι μικρές κοινωνίες είναι προβληματικές και έτσι επηρεάζουν αρνητικά το χώρο αυτό. Όπως είπα και πριν τα προβλήματα αυτά είναι συναρτημένα με την έκταση του χώρου και με την έκταση των αρνητικών φαινομένων. Τα αρνητικά προβλήματα στο κέντρο πολλαπλασιάζονται και είναι πολύ πιο σοβαρά. Μία παράσταση που είναι καλή και πετυχημένη στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. παίζει στην Αθήνα και είναι μία καθάρια παράσταση σαν γάργαρο νεράκι. Μία παράσταση για να βγει στο κέντρο επηρεάζεται από πολλούς αρνητικούς παράγοντες που είναι πολύ σοβαροί και τους οποίους δεν λαμβάνουμε υπόψη. Υπό αυτή την έννοια νομίζω ότι τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. επιτελούν θετικά το ρόλο τους. Είναι πολιτικές οι επιλογές που δεν θέλουν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. να επιβιώνουν. Εγώ είμαι μακριά από αυτές.
ΠτΘ: Μετά από εννέα μήνες απουσίας από το Εθνικό αισθάνεστε να σας λείπει;
Α.Σ.: Πέρασα μία ολόκληρη ζωή στο Εθνικό Θέατρο, όποτε σαφώς μου λείπει. Δεν σας κρύβω ότι για κάποιο καιρό έβλεπα κάθε νύχτα ότι ήμουν εκεί, όπως ο στρατιώτης όταν απολύεται βλέπει συνεχώς ότι είναι στη μονάδα. Έχω μία νοσταλγία, η οποία σιγά –σιγά αμβλύνεται, αλλά ήταν τεράστιος ο κόπος και ο όγκος της δουλειάς εκεί. Τώρα έχω εξισορροπήσει την κατάσταση με το γεγονός ότι δεν έχω ψυχική κόπωση. Δεν παύει όμως το Εθνικό Θέατρο να είναι μία σταθερή μονάδα και ασφαλώς να λείπει στον κάθε καλλιτέχνη, πόσο μάλλον σε μας που έχουμε δουλέψει εκεί.
ΠτΘ: Υπήρξαν περιπτώσεις που διαφωνήσατε στο Εθνικό και να έχει εισακουσθεί η φωνή σας; Ποια ήταν η σχέση σας με τους εκάστοτε διευθυντές;
Α.Σ.: Πάντοτε συμφωνούσα με κάποια πράγματα ή διαφωνούσα με άλλα και άλλοτε ακουγόταν η φωνή μου, άλλοτε όχι. Αυτό συμβαίνει ανάλογα με το πόσο ισχυρή είναι η παρουσία σου. Η παρουσία μου ως προσωπικότητα ήταν ισχυρή. Έχουν περάσει διευθυντές-προσωπικότητες, όπως ο Σολωμός, ο Τζόγιας, η Τσάτσου. Είχε αναγνωρισθεί το έργο μου και η φωνή μου ακουγόταν. Με τη διαφορά ότι προσπαθούσα να έχω μία μετριοπάθεια και λιτότητα στις παρεμβάσεις μου. Αν λες κάτι εισακούεται περισσότερο αν δεν το λες συνέχεια, εάν συνέχεια δεν προσπαθείς να προβάλλεσαι με το να λες κάτι. Αυτή η λιτότητα σε κάνει και πιο αποτελεσματικό, όταν χρειασθεί πραγματικά να πεις κάτι.
ΠτΘ: Η επαρχία στερείται τις περισσότερες φορές τις παραστάσεις του Εθνικού. Μοναδικό μέσο πληροφόρησης παραμένει ο τύπος. Πιστεύετε ότι το Εθνικό πρέπει να κάνει περιοδείες στην επαρχία;
Α.Σ.: Ο σημερινός διευθυντής του Εθνικού έχει μία πολιτική που λέει ότι το Εθνικό πρέπει να πηγαίνει παντού και έτσι όπου πηγαίνουν τα θεατρικά σχήματα ακολουθεί και το Εθνικό. Εγώ δεν συμφωνώ με αυτή την αντίληψη. Το Εθνικό στο δικό μου το μυαλό και στην δική μου την εικόνα είναι κάτι πιο πάνω από οποιοδήποτε θεατρικό σχήμα. Αυτή η άποψη δεν είναι εγωιστική, όσον αφορά στο Εθνικό. Νομίζω ότι δεν πρέπει να αναλώνεται σε αυτά τα διήμερα ταχύτητας από πόλη σε πόλη. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνει κεντρικές παραστάσεις που να έχουν όλα τα εχέγγυα που έχει η παράσταση όταν ανεβεί στην Επίδαυρο ή στην Κεντρική του σκηνή. Αυτά πρέπει να τα εξασφαλίζει απολύτως και να σέβεται τον εαυτό του, να έχει υποκειμενικό σεβασμό. Αυτό το κομβόι των τριών τεσσάρων φορτηγών πρέπει να βγει σε επιλεγμένους χώρους και σε επιλεγμένους χρόνους. Πιστεύω ότι είναι καλύτερα για έναν Κομοτηναίο να πάει να δει την παράσταση στους Φιλίππους παρά στην Κομοτηνή. Σε αυτό το θέμα η διαφωνία μου ήταν αυξημένη και κάθετη.
ΠτΘ: Το κοινό απλά παρακολουθεί, απολαμβάνει ή κατανοεί και κρίνει τη σκηνογραφία;
Α.Σ.: Εγώ δεν έγινα ζωγράφος γιατί ήθελα να έχω επαφή με το κοινό. Ο ζωγράφος έχει καταντήσει μία υποκειμενική έννοια, είναι αυτός και ο πίνακάς του και είναι πολύ δύσκολη η επικοινωνία και η ανάγνωση της τέχνης σε αυτήν την περίπτωση. Το θέατρο αυτό καθεαυτό είναι συνολική μαζική δουλειά και είναι στην κυριολεξία έκθεση στην κριτική του κοινού, που θα το καταξιώσει, κάτι που είναι ο προορισμός και στόχος του. Δεν βιώνει αλλιώς, γιατί το θέατρο δεν έχει υστεροφημία, δεν μπορείς να πάρεις μια παράσταση και να την εκθέσεις. Για παράδειγμα, το Εθνικό Θέατρο διοργάνωσε πρόσφατα την έκθεση με τα κουστούμια, όπου εκθέτω και εγώ, αλλά αυτή είναι μία στιγμή από τις εκατό μίας παράστασης. Οποιαδήποτε τέτοιου είδους έκθεση δεν αντανακλά οπωσδήποτε την θεατρική πράξη.
Το κοινό βεβαίως και καταξιώνει, λοιπόν, μία παράσταση. Φυσικά υπάρχουν και οι κριτικοί που καταξιώνουν από την πλευρά τους και προσθέτουν και αυτοί την πινελιά τους στην παράσταση, η οποία «πινελιά» πολλές φορές είναι υποκειμενική και καθοδηγούμενη ή έχει καλή πρόθεση. Το κοινό όμως είναι ο τελικός αποδέκτης, αυτό που έχει την ισχύ να εγκρίνει ή όχι μία παράσταση.
ΠτΘ: Τι σας άφησε όλη αυτή η μέχρι τώρα εμπειρία στη ζωή σας;
Α.Σ.: Αυτή την αίσθηση της γλυκιάς γνώσης, ως εκεί που έμαθα τα πράγματα και ακόμη τα αναζητώ. Γιατί ο χώρος έχει πολύ πίκρα, είχε πει ο Γιώργος Βακαλό.
ΠτΘ: κ.Σαραντόπουλε, σας ευχαριστούμε πολύ.
Α.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία.
Νατάσα Χατζηνικολάου
Αννα Πατρωνίδου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
