«Το θεατρο ειναι εκθεση και αντικατοπτρισμος της ζωης»

Τη μαγεία του κλασσικού αριστουργήματος του Ιουλίου Βερν «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» προσπάθησε να μεταφέρει στην παιδική σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής η σκηνοθέτης Αλμπέρτα Τσομπανάκη. Θεωρώντας το θέατρο σπίτι τού καλλιτέχνη, η Αλμπέρτα Τσομπανάκη μας μιλά γι’ αυτή τη μεγάλη της αγάπη, για το δικό της θέατρο στο Γκάζι, για τα έργα που ανεβάζει αλλά και για την καλή και κακή κριτική που ασκείται.

ΠτΘ: κ. Τσομπανάκη, το σημείωμά σας στο πρόγραμμα του θεάτρου δείχνει πραγματικά σκηνοθέτη με ερευνητική ματιά στο έργο του Ιουλίου Βερν… Πώς ήταν αλήθεια το ταξίδι σας στο έργο του μεγάλου συγγραφέα; Γοητευτικό;


Α.Τ.: Καταρχάς θα ήθελα να τονίσω ότι ο Ιούλιος Βερν ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας από τα παιδικά χρόνια, όταν είχα πρωτοδεί την ταινία παραγωγής Disney «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» και πραγματικά σαν παιδί είχα καταγοητευτεί. Προσπάθησα να βγάλω αυτή τη μαγεία, γιατί έχω την εντύπωση ότι για πρώτη φορά ανεβαίνει το συγκεκριμένο έργο σε θεατρική σκηνή. Θεωρώ ότι είναι ένα έργο του οποίου δύσκολα προσεγγίζεις το θέμα στο θέατρο, ωστόσο με όλη αυτή τη μαγεία που είχε το φινιστρίνι που δείχνει κάποια δρώμενα που διαδραματίζονται κάτω στη θάλασσα ενώ ταξιδεύει ο «Ναυτίλος», πιστεύω ότι υπάρχει μία καλή προσέγγιση, ότι αναδύεται μαγεία. Θα ήθελα να τονίσω ότι σ’ αυτή την προσπάθεια με βοήθησαν πολύ όλοι οι συντελεστές του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής από τον καλλιτεχνικό του διευθυντή, τον Δημήτρη τον Παπασταμάτη, μέχρι και τον τελευταίο τεχνικό που πραγματικά με ζήλο, – και αυτά δεν είναι λόγια,- βοήθησαν να γίνει η παράσταση όσο γίνεται πιο άρτια. Επίσης, πιστεύω ότι τέτοιου είδους παραστάσεις πρέπει να γνωστοποιούνται ώστε να πραγματοποιούνται και από άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, επειδή ο πολίτης δεν έχει την ευκολία να παρακολουθήσει παραστάσεις στην Αθήνα αλλά και γιατί στα περιφερειακά θέατρα είναι αδύνατο να στηθούν όπως θα έπρεπε. Είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρεις ηθοποιούς, τεχνικούς, να στήσεις ένα σκηνικό από μία αθηναϊκή παράσταση σε μία επαρχιακή πόλη και να μη χάσει τη ματιά της. Αυτό όλο στήθηκε στην Κομοτηνή, κάναμε βέβαια προηγουμένως 50 πρόβες στην Αθήνα και 20 πρόβες στην Κομοτηνή. Οι ηθοποιοί δούλεψαν πολύ, είναι έμπειροι, δεν είναι πρωτόβγαλτοι ειδικά ο Λακιώτης κι ο Τζουβάρας έχουν εικοσαετία στο θέατρο, είναι καλοί ηθοποιοί και το έχουν αποδείξει.

ΠτΘ: Ποιες παραμέτρους λάβατε υπόψη σκηνοθετώντας το «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» ως παιδική παράσταση;

Α.Τ.: Στην παράσταση το παιδί θέλει να του μεταφέρεις τη μαγεία. Το παιδί δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως απολωλός πρόβατο, ότι δηλαδή δεν καταλαβαίνει. Έχει πολύ υψηλά αισθητήρια, κριτήρια και πολλές φορές τα παιδιά αφήνουν τους μεγάλους άναυδους με τις ερωτήσεις τους. Το διαπίστωσα και στην παράσταση όταν τα παιδιά έκαναν ερωτήσεις σε θέματα που οι μεγάλοι δεν τα παρατηρούν. Το παιδί φαίνεται ότι έχει αλάνθαστο κριτήριο σε ό,τι αφορά το παιδικό θέατρο. Εγώ το έργο το αντιμετώπισα ως προσπάθεια μεταφοράς στη σκηνή της μαγείας του Ιουλίου Βερν ο οποίος, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ένα συγγραφέας που εφηύρε το μέλλον, που ό,τι είπε έχει γίνει και έχει επαληθευτεί στην εποχή μας. Για παράδειγμα ο Κουστώ βρήκε με το πλήρωμά του 16μετρο καλαμάρι, ενώ ο Ιούλιος Βερν αναφέρεται σε κάποια τεράστια χταπόδια. Θεωρούνταν τότε συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ό,τι είχε πει είναι επιστημονικά επαληθευμένο.

ΠτΘ: Έχετε δική σας θεατρική σκηνή στην Αθήνα με ύφος πειραματικό, απ’ ό,τι γνωρίζουμε.

Α.Τ.: Είναι η πρώτη σκηνή που δημιουργήθηκε στην περιοχή του Κεραμικού, στο Γκάζι από το 1995 μέχρι σήμερα που η περιοχή κατακλύζεται από θεατρικές σκηνές. Έχω ανεβάσει πολλά θεατρικά έργα και δικά μου αλλά και άλλων συγγραφέων από το παγκόσμιο ρεπερτόριο, είμαι και η ίδια συγγραφέας και ηθοποιός και σκηνοθέτης. Έχω κάνει και τηλεοπτικές δουλειές.

ΠτΘ: Τελικά το θέατρο είναι η μεγάλη σας αγάπη και ικανοποίηση ζωής;

Α.Τ.: Ναι, το θέατρο είναι η μεγάλη μου αγάπη πραγματικά, γιατί πιστεύω ότι στο θέατρο μπορείς να εκφράζεσαι και να έχεις την ατμόσφαιρα του θεατή, κάτι που δεν το συναντάς στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, γιατί έχεις να κάνεις με ψυχρές κάμερες. Στο θέατρο έχεις να κάνεις με τον κόσμο που αυτό που βλέπει, το εισπράττει και σου το ανταποδίδει. Πιστεύω γενικότερα για τους καλλιτέχνες ότι η μεγάλη τους αγάπη είναι το θέατρο κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι, γιατί είναι ο χώρος που μπορούν να δημιουργήσουν. Αυτό που έχουν επιλέξει προσφέρει μια άλλη ηδονή στον ίδιο τον καλλιτέχνη. Δηλαδή, πιστεύω ότι το θέατρο είναι το σπίτι του καλλιτέχνη.

ΠτΘ: Αναφερθήκατε στην αρχή της συνομιλίας μας στην κριτική που συνήθως σε μια παράσταση ασκείται. Πώς λοιπόν κρίνετε το ότι σε κριτική γράφτηκε ότι στο θέατρό σας χρησιμοποιείτε μαστίγια και ότι σύνηθες αντικείμενό του είναι το πορνό;

Α.Τ.: Θα σταθώ σ’ αυτό που μ’ έχει πειράξει. Δε θα ήθελα να το συζητήσω παρά μόνο σε δικαστικούς χώρους και, φυσικά, με τον άνθρωπο που έγραψε αυτήν την κριτική και την εφημερίδα του, γιατί ερήμην του εκδότη δεν μπορούν να γράφουν οι άνθρωποι που δουλεύουν σ’ αυτόν. Φυσικά και δέχομαι οποιαδήποτε κριτική και κακή κριτική. Δε σημαίνει ότι επειδή έχω πάρει 1500 εξαιρετικές κριτικές δεν μπορώ να πάρω άλλες τόσες κακές κριτικές. Αυτό το δέχομαι και ο κάθε κριτικός έχει το δικαίωμα να πει την άποψή του, έστω κι αν δεν είναι αποδεκτή για τους καλλιτέχνες. Αυτό όμως που πραγματικά μ’ έχει εκνευρίσει αφάνταστα είναι το γεγονός ότι αυτό το δημοσίευμα κρύβει μια τεράστια εμπάθεια και είναι ξεκάθαρο. Το στιλ πορνό θα κληθεί ο κύριος που το υπέγραψε να το αποδείξει, γιατί είναι πολύ βαριά έκφραση να λες ότι κάνεις πορνό στο θέατρο. Πορνό όπως ξέρετε σημαίνει ότι κάνεις ζωντανή τσόντα. Είναι πολύ βαριές κουβέντες και κακοηθέστατες και δεν θα ήθελα να επεκταθώ επί του θέματος. Αν αναγνωσθεί όλο το δημοσίευμα φαίνεται ότι βάλλει εναντίον του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, των παραγόντων του, εναντίον των πάντων, προκειμένου ίσως να εξυπηρετήσει κάποια μικροσυμφέροντα, τα οποία δεν με αφορούν. Εγώ θα σταθώ στο όνομά μου. Αισθάνομαι πραγματικά εξοργισμένη και θα καλέσω τον κύριο να αποδείξει αυτά που λέει.

Επαναλαμβάνω ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράψει κακή κριτική δεν έχει όμως δικαίωμα να βρίζει και να εξευτελίζει, γιατί θεωρώ τρομερό εξευτελισμό να λες σε έναν καλλιτέχνη ότι κάνει τσόντες, πορνό.

ΠτΘ: Δυστυχώς συμβαίνουν σήμερα ιδιαίτερα, κι αυτά…

Α.Τ.: Δυστυχώς, συμβαίνουν μόνο αυτά. Είναι ό,τι απεχθάνομαι και ό,τι σιχαίνομαι. Σιχαίνομαι τα σκανδαλοθηρικά. Με εκνευρίζει η αμάθεια. Είμαι ένας άνθρωπος πραγματικά χαμηλών τόνων και με εκνευρίζει να βρίσκομαι στην ανάγκη να απολογούμαι.

ΠτΘ: Να μην απολογείσθε, γιατί πρέπει να εξακολουθήσει να υφίσταται ελευθερία στο θέατρο ακόμη και στις μέρες μας και είναι δικαίωμά σας να χρησιμοποιήσετε στην παράσταση ακόμα και μαστίγια. Εξάλλου πλήττονται πολλές ελευθερίες τελευταία.

Α.Τ.: Δεν με ενόχλησε το μαστίγιο γιατί όπως κι εσείς είπατε μπορεί να υπάρχουν μαστίγια. Είναι ανάλογα τι θέλεις να εκθέσεις γιατί το θέατρο είναι μία έκθεση κι ένας αντικατοπτρισμός της ζωής. Με ενόχλησε το πορνό. Τα μαστίγια τα χρησιμοποιούσαν, τα χρησιμοποιούν και θα συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν σε πολλές παραστάσεις, ανάλογα με το τι κάνουν. Σαφώς, όταν πρόκειται να ανεβάσεις ένα έργο του Μπρεχτ ή ένα έργο μοντέρνων συγγραφέων, άγγλων ή γάλλων ή του Ταραντίνο, σαφώς σ’ αυτά υπάρχουν σκηνές ακραίες. Δεν με πειράζει αυτό, και ούτε αρνούμαι ότι κάνω ακραία έργα. Βεβαίως κάνω ακραία έργα αλλά μεγάλων συγγραφέων με πολύ μεγάλη ευλάβεια και με πραγματικούς καλλιτέχνες. Με πείραξε ο εξευτελισμός που δέχομαι, ότι κάνω έργα σε στυλ πορνό. Και αναρωτιέμαι πώς μία εφημερίδα επιτρέπει να γίνεται αυτό. Κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να εκφράσει τη γνώμη του, αρκεί αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, στην αλήθεια.

ΠτΘ: κ. Τσομπανάκη σας ευχαριστούμε πολύ.

Α.Τ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.