«Το θεατρο αλλα και ο χρονος ειναι η τεχνη της εμπειριας»

Μεγαλωμένη στην Αθήνα με έφεση στην τέχνη, ειδικά στο χορό, η Κομοτηναία Άννη Μαχαιροπούλου επέτυχε, μετά από εξετάσεις, να φοιτήσει στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης στην Αθήνα και να ακολουθήσει το δρόμο της καρδιάς της, ή αλλιώς εκεί που την πήγαιναν τα βήματά της, στο χορό και το θέατρο.

Πριν δύο περίπου χρόνια επέστρεψε στη γενέτειρα, συνεργάστηκε ως χορογράφος με το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής στο «Γαϊτανάκι», την παρελθούσα χειμερινή σαιζόν και δίδαξε μπαλέτο και θεατρικό παιχνίδι στο Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής.

Στην ομάδα του θεάτρου συμμετείχαν παιδιά ηλικίας από 6 έως 11 ετών, τα οποία ενώθηκαν στο παραμύθι «Οι φίλοι της μουσικής», που διασκεύασε η Άννη Μαχαιροπούλου. Το κοινό χειροκρότησε τα φιντανάκια και τα ίδια τα παιδιά πέρα από την ικανοποίηση πήραν ένα μάθημα συνεργασίας και πειθαρχίας.

Την περασμένη χρονιά, η κ. Μαχαιροπούλου με την ιδιότητα της δασκάλας, συνεργάστηκε με τον Αθλητικό Οργανισμό του Δήμου Σώστη σ’ ένα πρόγραμμα θεατρικού παιχνιδιού και έκφρασης. Οι «μαθητές» της, ηλικίας από 7 έως 12 χρόνων παρουσίασαν το παραμύθι «Ο Πέτρος και ο Λύκος», επίσης σε θεατρική μορφή.

Γυρίζοντας πίσω στην εποχή της Αθήνας, η Άννη Μαχαιροπούλου στέκεται στην ομάδα που σύστησαν με τον Αντώνη Διαμαντή, την ΟΜΜΑ – φέρνοντας εναλλακτικές προτάσεις στο θέατρο – κουβαλάει έντονα την εμπειρία από το δανέζικο πολυπολιτισμικό θέατρο Odin και πιστεύει πάντα ότι για να παραμείνεις στην τέχνη ως επαγγελματίας «πρέπει να σου είναι αναγκαίο όσο και ο αέρας που αναπνέεις».

ΠτΘ: Πόσο δύσκολο είναι, για τα ελληνικά δεδομένα, να ανέβει κάποιος στη σκηνή αλλά και να διδάξει χορό; Ξεκινήσατε χορό στη μοναδική κρατική σχολή χορού, την Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης. Τι σημαίνει αυτό;

Α.Μ.:
Ως σχολή χορού έχει ως όριο ηλικίας τα 20 χρόνια, αλλά συνήθως οι ενδιαφερόμενοι δίνουν εξετάσεις στα 18. Σημαίνει αλλεπάλληλες εξετάσεις και αγωνίες για να εισαχθεί κάποιος. Από τα 1.000 άτομα που θα υποβάλλουν για παράδειγμα αίτηση, θα πάρουν μόνο 10 ή 14, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Τα δεδομένα είναι ανάλογα με την αντίστοιχη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ήδη, είναι μια πρώτη δοκιμασία για ένα παιδί, απ’ την οποία εξαρτάται το τι θα κάνει στο μέλλον.

Στα τρία χρόνια σκληρής δουλειάς χρειάζεται να αποδεικνύεις διαρκώς ότι όλα πάνε καλά, ότι έχεις την τεχνική σου και μετά ακολουθεί η ελεύθερη αγορά. Εκεί γίνεται αντιληπτό ότι όλα όσα επιτεύχθηκαν δεν έχουν πάντα αντίκρισμα. Μπορεί να μην βρίσκεις δουλειά ή η οποία δουλειά να μην πληρώνεται όσο θα έπρεπε.

ΠτΘ: Ποια είναι η αμοιβή ενός χορευτή που συμμετέχει σε μια παράσταση;

Α.Μ.:
Οι τέχνες είναι τα πιο κακοπληρωμένα επαγγέλματα, εκτός βέβαια από τους διάσημους καλλιτέχνες, οι οποίοι ασφαλώς και πληρώνονται αδρά. Ειδικά όμως οι χορευτές και οι κινηματογραφιστές είναι οι πιο άτυχοι. Ακόμη προσπαθούμε να συστήσουμε σωματεία, γιατί υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα. Ένας χορευτής είναι συνήθως και χορογράφος και δάσκαλος.

Δεν υπάρχει ταρίφα στην αμοιβή. Εξαρτάται με ποιους ανθρώπους θα συνεργαστείς.

ΠτΘ: Η «αγορά» στο εξωτερικό είναι πιο ευνοϊκή; Υπάρχει χώρος και για κάποιους άλλους;

Α.Μ.:
Εκείνο που μετράει στο εξωτερικό είναι η σκληρή δουλειά, κάτι το οποίο δεν συνειδητοποιήσαμε στην Ελλάδα. Οι ευκαιρίες είναι ισότιμες. Υπάρχουν περισσότερες ομάδες και σχολές που προμηθεύουν τις ομάδες. Χρειάζεται όμως υποστήριξη από την οικογένεια και τους γονείς, σε οικονομική βάση.

ΠτΘ: Το μανατζάρισμα έξω είναι πιο οργανωμένο;

Α.Μ.:
Σίγουρα οι μάνατζερς είναι πιο πολλοί στο εξωτερικό, αυτό όμως δεν εξασφαλίζει σε κάποιον ότι θα βρει δουλειά. Είναι ένας διαρκής αγώνας, ένας ιδρώτας. Κάθε σεζόν αναζητάς νέα δουλειά.

ΠτΘ: Μετά από 15 επαγγελματικά χρόνια στο χορό και το θέατρο, συν τις σπουδές, θεωρείτε ότι η εμφάνιση στη σκηνή, αλλά και η αποδοχή του κόσμου, αποζημιώνουν;

Α.Μ.:
Αποζημιώνει, σίγουρα. Οι άνθρωποι που επιλέγουν να κάνουν επαγγελματικά χορό, θέατρο, κινηματογράφο, δεν μπορούν να κάνουν άλλα επαγγέλματα, οπότε οι δυσκολίες που πέρασαν είναι κάτι ανεκτό, γιατί βρίσκονται σ’ αυτό που τους δίνει ζωή. Ένας άνθρωπος που θα διαλέξει κάτι άλλο σημαίνει ότι δεν ήταν για το χορό. Πρέπει να σου είναι αναγκαίο όσο και ο αέρας που αναπνέεις για να τα υποστείς όλα αυτά.

ΠτΘ: Να συνεχίσουμε το ταξίδι στο χώρο, πηγαίνοντας στη Δανία.

Α.Μ.:
Στη Δανία ήμουν στο θέατρο Odin, ένα από τα πρωτοποριακά θέατρα που έγραψαν ιστορία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πρωτοπορία του βέβαια, αφορά στις δεκαετίες τέλη ’60 αρχές ‘70. Το Odin είναι πολύ γνωστό, ασχολείται με εναλλακτικό – πειραματικό θέατρο και δεν αποτελείται από Δανέζους, παρόλο που έχει την έδρα του στην Δανία. Ο ιδρυτής του, Eugenio Barba, είναι Έλληνας από την Κάτω Ιταλία και οι ηθοποιοί είναι Ιταλοί, Γερμανοί, Νορβηγοί και μια μόνο Δανέζα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές τους. Είναι ένα πολυπολιτισμικό θέατρο, όπως διαμορφώθηκε στο χρόνο. Είχα συμμαθητές από όλα τα μέρη του κόσμου, από την Αμερική, την Πολωνία… Παράλληλα με τα μαθήματα θεάτρου πήραμε ένα πολύ καλό μάθημα συνύπαρξης και ανταλλαγής πολιτισμών. Επέλεξα αυτού του είδους τις σπουδές, γιατί ήταν μια κατηγορία θεάτρου που χρησιμοποιεί το σώμα και λόγω του χορού δεν θα μπορούσα να κάνω το σώμα να νεκρώσει πάνω στη σκηνή.

ΠτΘ: Έμαθα για το σχήμα «ΟΜΜΑ» σε ένα αφιέρωμα στο «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας» πριν μερικά χρόνια, κι εκεί συνάντησα και το όνομα Άννη Μαχαιροπούλου. Πώς ξεκίνησε η ομάδα;

Α.Μ.:
Με το που γυρίσαμε από τη Δανία με τον Αντώνη Διαμαντή, προβληματιστήκαμε, γιατί ο τρόπος που θέλαμε να δουλέψουμε δεν ήταν γνωστός στην Ελλάδα. Πήραμε μια απόφαση που είχε θράσος εκείνη την εποχή, να φτιάξουμε τη δική μας ομάδα.

Σκοπός μας ήταν να προσκαλούμε τους δασκάλους μας να κάνουν σεμινάρια, κάτι που έγινε σ’ ένα κάποιο βαθμό, αλλά προχωρήσαμε στην ουσία μόνοι μας. Το 1993 ως ΟΜΜΑ καλέσαμε το θέατρο Odin με την παράσταση Judith. Πραγματοποιήθηκαν παράλληλα σεμινάρια, στα οποία η ανταπόκριση ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Η πρώτη τους παρουσία στέφθηκε από εξαιρετική επιτυχία, δημιουργώντας ουρές αναμονής έξω από το θέατρο. Το θέατρο αλλά και ο χορός είναι τέχνης της εμπειρίας. Είναι η εξάσκηση πάνω στο σανίδι που δίνει την εμπειρία και τη γνώση.

Δημιουργήσαμε λοιπόν την ομάδα με τον Αντώνη Διαμαντή και την ονομάσαμε ΟΜΜΑ, από την αρχαία λέξη που σημαίνει μάτι, γιατί θέλαμε άλλη ματιά πάνω στο θέατρο. Δύο – τρία χρόνια μετά, αποφασίσαμε να μοιραστούμε αυτά που εμείς ξέρουμε και μας ενθουσιάζουν με όποιους άλλους ενδιαφέρονταν για ένα παρόμοιο είδος θεάτρου.

Δημιουργήθηκαν έτσι τα σεμινάρια στην ομάδα, προχώρησαν ακάθεκτα για πολλά χρόνια και πήγαν πάρα πολύ καλά κι αυτό αποδείκνυε το ενδιαφέρον των νέων ηθοποιών, γιατί επρόκειτο για παιδιά που ήδη φοιτούσαν σε σχολές κι επιθυμούσαν κάτι σύγχρονο, πέρα από την κλασσική παιδεία.

Η ομάδα δεν υπάρχει πια. Ακολούθησε ο καθένας μας διαφορετικούς δρόμους. Μέσα στην ομάδα δοκιμάσαμε τις γνώσεις και τις αντοχές μας. Καταφέραμε να ταξιδέψουμε στην Ευρώπη, συμμετέχοντας σε πάρα πολλά φεστιβάλ με τις παραστάσεις μας. Εκεί αντιληφθήκαμε πόσο απόμακρη ήταν η Ελλάδα. Ήμασταν οι μοναδικοί Έλληνες που παίρναμε μέρος σε φεστιβάλ που ήταν καθιερωμένα επί χρόνια.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι άλλαξε κάτι στην πορεία;

Α.Μ.:
Αλλάζει, μέσα από τα νέα παιδιά που αποφοιτούν από τις σχολές τους κι επιθυμούν να κάνουν κάτι άλλο.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι κάποιες συναντήσεις όπως το Womad στην Αθήνα ή η Θεατρική Άνοιξη στη Θεσσαλονίκη είναι δείγμα του ότι κάτι γίνεται;

Α.Μ.:
Σίγουρα μπορούν να βοηθήσουν, αλλά παρόμοια φεστιβάλ είναι πιο δυσκίνητοι μηχανισμοί. Αυτό που φέρνουν τώρα ως καινούργιο είναι θέμα κάποιων ετών για την Ευρώπη. Πάντοτε είμαστε ένα βήμα πίσω. Με το χρόνο η διαφορά εξαλείφεται κι ελπίζω να μηδενιστεί, για να συμμετέχει άμεσα και η Ελλάδα στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι.

ΠτΘ: Κάποια νέα παιδιά αποφασίζουν ν’ ανοίξουν τα φτερά τους για την Ευρώπη. Θα τους συμβουλεύατε να ακολουθήσουν την επιθυμία τους;

Α.Μ.:
Ναι, αρκεί να ξέρουν τι θέλουν και που πηγαίνουν. Από ό,τι έχω δει όλα τα καινούργια πράγματα προέκυψαν από ανθρώπους που είχαν φύγει στο εξωτερικό και ξαναγύρισαν πίσω στην Ελλάδα, όπου δούλεψαν μ’ αυτό το νέο που είδαν και έμαθαν. Άρα, είναι καλό οι νέοι άνθρωποι να πηγαίνουν όπου υπάρχει το νέο, να το γνωρίζουν και να μας το φέρνουν.

ΠτΘ: Αρκεί να αντέξουν στα ελληνικά δεδομένα, με την επιστροφή τους. Δεν υπάρχει αξιοκρατία, στην τέχνη παρεμβαίνει το δημόσιο, οι γνωριμίες, ακούγονται πολλά σκάνδαλα. Πόσο μπορεί να αγωνίζεται ένας άνθρωπος, κουβαλώντας την πίκρα μέσα του;

Α.Μ.:
Την κουβαλάει, αλλά νομίζω ότι ο Έλληνας δύσκολα μένει στο εξωτερικό. Πάντοτε επιθυμεί να γυρίσει στην Ελλάδα. Θα πρέπει η δουλειά που θα βρει να είναι τόσο καλή, ώστε να μπορεί να τον κρατήσει για πάντα. Το ανακάλυψα μέσα μου, στον πρώτο μήνα που ήμουν στο εξωτερικό. Υπάρχει κάτι που σε καλεί πίσω.

ΠτΘ: Πώς κρίνετε την επιλογή του Δημήτρη Παπαϊωάννου για την Ολυμπιάδα του 2004, επιλογή που ήδη έλαβε καλές κριτικές;

Α.Μ.:
Ομολογώ ότι χάρηκα που επελέγη ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος δεν ανήκει στον κλασικό χώρο. Περιμένω ότι θα δώσει μια άλλη εικόνα στη διοργάνωση και θεωρώ ότι έγιναν καλά βήματα.

ΠτΘ: Εάν η Ελλάδα κάνει μια καλή κατάθεση στα καλλιτεχνικά πεπραγμένα του 2004, θεωρείτε ότι θα λειτουργήσει ως πλεονέκτημα, για τους ανθρώπους του δράματος και του χορού, για να βγουν από το περιθώριο ή ίσως και να γίνει γνωστή προς τα έξω η δουλειά τους;

Α.Μ.:
Σε ένα βαθμό ναι. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι θα έχει το ανάλογο αντίκρισμα μέσα στην Ελλάδα. Όταν παρουσιάζεται κάτι καλό στο εξωτερικό, από καλλιτέχνες της χώρας μας έχει το στίγμα της Ελλάδας. Πηγαίναμε έξω ως ΟΜΜΑ, ιδιωτικά, αλλά από τη στιγμή που πατούσαμε το πόδι μας σε μια ξένη χώρα ήμασταν οι Έλληνες. Αυτό γίνεται είτε το θέλεις, είτε όχι και τότε αισθάνεσαι την ευθύνη ότι αντιπροσωπεύεις, με κάποιος τρόπο τη χώρα σου. Η δουλειά μας ήταν πολλές φορές πειραματική και οι δημοσιογράφοι, ρωτούσαν αν έτσι έχουν τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα. Προσπαθούσαμε να τους εξηγήσουμε ότι δεν είναι έτσι τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα, απλά εμείς είμαστε έτσι και αποτελούσαμε την εξαίρεση.

ΠτΘ: Για να σας απευθύνουν αυτήν την ερώτηση σημαίνει ότι δεν έχουν δει μέχρι τότε δουλειά Ελλήνων στο θέατρο.

Α.Μ.:
Αυτό ήταν που μας έκανε εντύπωση. Σε φεστιβάλ με παρουσία 25 χρόνων δεν υπήρχε καμία ελληνική συμμετοχή ή έστω μια. Όταν επιστρέφεις στην Ελλάδα, δεν σημαίνει ότι έχεις αυτόματα την αναγνώριση που είχε έξω. Οι διαδικασίες είναι πολύπλοκες και συχνά υπόγειες. Υπάρχουν άνθρωποι του θεάτρου και του χορού, οι οποίοι ήταν για πάρα πολλά χρόνια γνωστοί στο εξωτερικό, στην Ελλάδα όμως δεν γνώριζαν ούτε το όνομά τους.

Θα αναφέρω το παράδειγμα του Θέοδωρου Τερζόπουλου, που ήταν γνωστός στο εξωτερικό, στην Ελλάδα όμως δεν γνώριζαν ότι υπήρχε η θεατρική ομάδα ΑΤΤΙΣ και ο κ. Τερζόπουλος.

ΠτΘ: κ. Μαχαιροπούλου, ασχολείστε με το χορό από πολύ μικρή, ανοιχτήκατε στη συνέχεια στο θέατρο, εργαστήκατε ως δασκάλα και χορογράφος. Διαμορφώνεται μια εικόνα: ανοίγετε κάποια πέταλα στη ζωή σας σχετικά με την τέχνη, τα ανοίγετε τα μυρίζετε…

Νιώθετε ότι έχετε την ανάγκη ν΄ανοίξετε κάτι καινούργιο;

Α.Μ.:
Ναι αυτό είναι στο χαρακτήρα μου και μου αρέσει να το κάνω. Θεωρώ ότι αυτό δίνει ενδιαφέρον στη ζωή.

ΠτΘ: Ελπίζω να ανοίξετε τα πέταλα όπως εσείς το επιθυμείτε, χωρίς να βρεθεί κάποιος να τα σπάσει…

Α.Μ.:
Συμβαίνει και αυτό.

ΠτΘ: Ελπίζω να σας δούμε να χορεύετε κι όχι μόνο να διδάσκετε και να ευχηθούμε οι δημοτικοί μας πολιτιστικοί οργανισμοί να φέρουν κάτι από χορό στην πόλη κι ας μην είμαστε η Καλαμάτα.

Α.Μ.:
Μακάρι να δούμε χορό, θα το ήθελα πολύ. Για μένα, βέβαια, ο χορός ως χορεύτρια είναι μια διαδικασία που έχει τελειώσει.

ΠτΘ: Ευχαριστούμε πολύ.

Α.Μ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.