Το Πασχα στην ελληνικη λογοτεχνια

Οι μεγάλες γιορτές της ελληνικής χριστιανοσύνης ήταν πάντα παρούσες στην ελληνική λογοτεχνία. Από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ως την Κική Δημουλά οι λογοτέχνες ήξεραν όσο κανείς να πιάνουν το σφυγμό του προσκυνητή, τη φλόγα του κεριού και την κατάνυξη της νύχτας… και να τη μεταλαμπαδεύουν στον αναγνώστη, σπάνια μέθεξη θρησκείας και πολιτισμού σε φόντο παραδοσιακά ελληνικό.

Είθισται τέτοιες μέρες κάθε χρόνο, άνοιξη καιρό και με το Πάσχα προ των πυλών, να φέρνουμε στη θύμησή μας γλυκές μνήμες διηγήσεων, εαρινά φτερουγίσματα της ψυχής σε κόσμους ειδυλλιακά ελληνικούς και χρωματισμένους με τα ήθη κι έθιμα της υπαίθρου.

Αναδρομή λογοτεχνική επιχειρεί η ειδική έκδοση του ΠΕΡΙωΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Διατηρώντας το βασικό του σχεδιασμό το περιοδικό τέχνης και λόγου της Καβάλας δεν θα μπορούσε να απέχει από την λογοτεχνική ανασκόπηση των εορτών του Πάσχα μέσα από το βλέμμα των Ελλήνων λογοτεχνών.

Στεκόμαστε ωστόσο ξεφυλλίζοντάς το σε σελίδες που ούτως ή άλλως θα αιχμαλώτιζαν τη σκέψη, άμα τη αναγνώσει. Όπως η στήλη «ετυμογραφίες» του Δημήτρη Αποστολίδη με ειδικό τίτλο «πέρασμα ζωής». Παραθέτουμε ένα απόσπασμα…

«… Του καθενός μας η ζωή είναι γεμάτη περάσματα. Αρκεί να τα βρεις για να διαβείς. Μα τούτο το Πέρασμα (pesah στα εβραϊκά)μέσα απ’ το αίμα του Χριστού είναι πέρασμα ακατανόητο. Πέρασμα απ’ το φθαρτό στο άφθαρτο, απ’ το πρόσκαιρο στο αιώνιο, απ’ τα δεσμά στη λύτρωση, από το θάνατο στην ανάσταση. Ανάσταση Χριστού ζυγώνει. Να ξέραμε άραγε τι γιορτάζουμε; […] Πολύ φοβάμαι πως δεν ξέρουμε. Γι’ αυτό και γιορτάζουμε το Πάσχα στα μπουζούκια κι αντί Χριστός Ανέστη λέμε Χρόνια Πολλά λες κι έχουμε γενέθλια.[…] Τούτο το Πάσχα ας είναι πέρασμα για όλους. Ας είναι πέρασμα ζωής και προσδοκίας. Ας είναι ανάσταση της κάθε πληγωμένης ψυχής. Ας είναι φτερούγισμα στην ευωδιά του Απρίλη. Ας είναι της έρημης γης η εκβλάστηση. Για όλους ανεξαίρετα. Ακόμη και γι’ αυτούς που μάταια ακόμη αναζητούν τον τάφο του Χριστού!».

Σειρά στο περιοδικό –και στην αναγνωστική προτίμησή μας- έχει το κείμενο αφιέρωμα του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμου με τίτλο «Ανάσταση, το γεγονός και το θαύμα». Με λόγο απλό που μιλά στις ψυχές των ανθρώπων ο Σεβασμιότατος μάς εξιστορεί την ανάσταση του Χριστού ως γεγονός ιστορικό και ως θαύμα, τονίζοντας πως αυτή αποτελεί το μόνο αρραγές θεμέλιο της χριστιανικής πίστης μετά την πάροδο τόσων εποχών, εκατομμυρίων αντιρρήσεων, πολέμων ιδεολογικών, ασυνεπειών, σχισμάτων, αιρέσεων και διαιρέσεων…

Και τι να πει κανείς για το «Τι είναι τα πάθη. Μια έκθεση ιδεών» του Κοσμά Χαρπαντίδη; Μια διαφορετική ιστορία παθών για όσους δεν εφησυχάζουν, για το che fe il gran rifiuto του Δάντη και του Σεφέρη, για την αγάπη πάνω απ’ όλα…

«H ιστορία των παθών δεν είναι για τους χορτάτους, ούτε για τους ευτυχισμένους. Αυτοί είναι επαναπαυμένοι και δεν μπορούν να τα καταλάβουν.

Η ιστορία των παθών δεν είναι για όσους λατρεύουν τους εαυτούς τους και προσηλώνονται αυτιστικά στο σαρκίο τους.

Τα πάθη δεν αρμόζουν στον νοικοκύρη που κτίζει ένα σπιτάκι και λέει, καλά είμαι εδώ.

Η ιστορία των παθών δεν ταιριάζει στους μαχητές των μετόπισθεν, στους αρουραίους των επιτελείων, στους προδότες και τους ριψάσπιδες.

Η ιστορία των παθών δεν κάνει για όσους φοβήθηκαν τον έρωτα και το έβαλαν στα πόδια.

Η ιστορία των παθών μισεί τα προγαμιαία συμβόλαια και τις συμφωνίες για μια στέρεα και αταλάντευτη ζωή.

Τα πάθη δεν έχουν σχέση με την τακτοποιημένη, μικροαστική ζωή, του σε μέ και της καθαριότητας που ε-ξορίζει τη ρυπαρότητα από έξω για να τη διατηρήσει από μέσα.

Τα πάθη τραγουδούν ανορθόδοξα και πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα, σαν τα ψάρια που κοντράρονται με το ρεύμα του ποταμού.

Τα πάθη δεν είναι κατεστημένο, δεν είναι συντηρητισμός, αλλά επανάσταση και εξέγερση.

Δεν είναι χρυσοποίκιλτα άμφια και μεγάφωνα, αλλά κεράκι που λιώνει, ημίφως και δάκρια ψυχής.

Είναι εξομολόγηση και άφεση, ούτε κόλαση, ούτε τιμωρία.

Τα πάθη δεν είναι ποινή, ούτε ρομφαία, μόνο αγάπη και πάλι αγάπη.

Τα πάθη είναι η μικρή, πικρή αγάπη που πνίγηκε από το ρεύμα και τις ανάγκες των καιρών και δεν πρόλαβε να ανθίσει.

Τα πάθη είναι ο έρωτας και η αγάπη του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ.

Τα πάθη είναι η ανάγκη να δίνεις ζωή στους άλλους, να μη στερείς τη ζωή από τους άλλους.

Να κάθεσαι σε ένα στασίδι και να ατενίζεις το μεγαλείο του κόσμου με ταπεινότητα.

Τα πάθη δε στερεύουν. Σαν την αγάπη της μάνας που ξεριζώνεται για να ζήσει ο σπόρος της.

Τα πάθη είναι η μακριά κόκκινη γραμμή που μας ενώνει με αυτούς που θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας.

Τα πάθη είναι οι σαλοί κι όσοι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά είναι το άλλο πρόσωπό μας.

Τα πάθη δεν είναι μοίρασμα της πίτας, ούτε δημοκρατικές διαδικασίες για να πετύχουμε τη συμμετοχή μας στην ευημερία.

Τα πάθη είναι η απόγνωση του Αφρικανού μπροστά στο φάσμα της πείνας και της δίψας.

Τα πάθη είναι να πεθαίνεις για τα πάθη σου, να μη μετανιώνεις που παραδόθηκες σε αυτά.

Τα πάθη είναι να πεθαίνεις, άνοιξη, για τους άλλους, τόσο νέος και με τις προοπτικές να ανοίγονται μπροστά σου.

Τα πάθη είναι οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σε φλεγόμενες περιοχές.

Τα πάθη είναι η αυταπάρνηση του σαρκίου μας.

Τα πάθη είναι η ενός λεπτού σιγή στα θύματά μας που καθημερινά σκοτώνουμε για να επιβιώσουμε εμείς.

Είναι η μετατροπή της αύρας ζωής που έχουμε μέσα μας σε προσφορά για τον άλλον, χωρίς ανταπόδοση.

Τα πάθη είναι το μεγαλείο της υποχώρησης και όχι ο τακτικισμός της νίκης.

Τα πάθη είναι η αναγνώριση του άλλου και η υποχώρηση του εγωισμού μας.

Τα πάθη είναι το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη.

Τα πάθη είναι όσα γκρεμίσαμε χωρίς έλεος και τα κλουβιά που φυλακίσαμε τις ψυχές μας.

Τα πάθη είναι το ημιτελές Ρέκβιεμ του Μότσαρτ που έγραψε ημιθανής με πυρετό.

Τα πάθη είναι οι βομβαρδισμένες πόλεις και τα Βατερλώ των στρατηγών.

Τα πάθη είναι το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Ιl gran rifiuto.

Τα πάθη είναι να δίνεις χωρίς να προσδοκάς να πάρεις.

Τα πάθη δεν είναι η σκληρότητα του εργοδότη και η άτεγκτη ματιά του δικαστή.

Τα πάθη είναι η συγχώρεση και η μια ακόμη ευκαιρία.

Τα πάθη είναι η αφιέρωση, το σχήμα με την απάρνηση των εγκοσμίων.

Τα πάθη είναι με το μέρος των εξεγερμένων και των επαναστατημένων.

Τα πάθη είναι με το Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, τον Τόμας Μαν, τη Βιρτζίνια Γουλφ και το Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.

Τα πάθη είναι…

Τα πάθη είναι…

Κάθομαι κι απαριθμώ τα πάθη για να γίνομαι καλύτερος. Έξω, μια δειλή άνοιξη προβάλλει και παγώνει το λιβάνι και τη φλόγα των κεριών. Ατενίζω Τον εσταυρωμένο, Τον κατεβάζω στη δική μου κλίμακα, Τον οικειώνομαι. Κύριε, Εσύ με δίδαξες πώς να Σε προσλαμβάνω».

Και άλλα πολλά και καλά διαβάσαμε, μισο-πολιτικά, γιορτές καιρό, και μισο-κοινωνικά, βαθιά ανθρώπινα ως δει μέρες που είναι…

Κι άρχεται το αφιέρωμα «Το Πάσχα στην ελληνική λογοτεχνία». Με πρώτο τη τάξει τον Διονύσιο Σολωμό, επόμενο το Γιάννη Ρίτσο κι ακολουθούντες τους: Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Στράτη Μυριβήλη, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον Ιάκωβο Πολυλά, τον Εμμανουήλ Λυκούδη, τον Κώστα Βάρναλη, τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, τον Χριστόφορο Μηλιώνη, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Τόλη Καζαντζή, τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Σωτήρη Δημητρίου, την Κική Δημουλά.

Θυμόμαστε μαζί το Πάσχα, σε ρίμες με ομοιοκαταληξία, από το Δ. Σολωμό και το Γ. Ρίτσο…

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο, αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους αγίους και φιληθείτε

φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι

και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες

γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες

λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι

από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες

κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι

όπου κρατούνε οι χριστιανοί στο χέρι.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες , μέρα Μαγιού σε χάνω,

Άνοιξη γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δέντρα και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τα αστέρια και τα πλάτια

τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μούλεες, γιε, πως ολ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Ακολουθεί μια μικρή περιήγηση στην ελληνική δισκογραφία για τα θεία και τα ανθρώπινα πάθη, από το Θόδωρο Βαλσαμίδη. Από τα μελοποιημένα «Επιτάφιος» του Ρίτσου και «Άξιον Εστί» του Ελύτη στη «Λιταία Πύλη» του Χριστόφορου Σταμούλη σε λόγια μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών και κορυφαίο το κείμενο του Ν.Γ. Πεντζίκη «Ο πεθαμένος και η Ανάσταση»…

Ξεχωρίσαμε δε κι ένα μικρό ανθολόγιο στίχων με θέμα την Πασχαλιά, την Ανάσταση, τα Πάθη…

Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.