“Το παιδι που θρηνει” και η στηριξη του στην εκπαιδευτικη κοινοτητα

Η Διεύθυνση Αγωγής Υγείας συστάθηκε νομικά το 1992. Για ένα διάστημα οκτώ ετών υπήρξε ανενεργή. Μόλις το 2000 στελεχώθηκαν όλες οι διευθύνσεις της Ελλάδας με 48 υπεύθυνους Αγωγής Υγείας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και αντιστοίχως στη Δευτεροβάθμια, στην οποία όμως υπάρχει παρελθόν πενταετίας. Βέβαια, προγράμματα εφαρμόζονταν στα σχολεία, χωρίς όμως την απαραίτητη παρουσία υπευθύνου που θα τα συντόνιζε.

Ο ρόλος των υπεύθυνων υγείας είναι συντονιστικός και αποτελούν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα σχολεία, στους φορείς υγείας του νομού και στο Υπουργείο, σε θέματα υγείας και υγιεινής και όχι μόνο σε θέματα που αφορούν στη σωματική υγεία, αλλά και στην ψυχική υγεία. Εξάλλου, η ψυχοσύνθεση και η σωματική διάπλαση των παιδιών μέσα στο σχολείο επηρεάζονται κάθετα από τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι για να εφαρμόσουν κάποιο πρόγραμμα πρέπει να περάσουν από σεμινάριο ή να έχουν κάποια ειδίκευση. Σε κάθε σχολείο τοποθετείται ή επιλέγεται υπεύθυνος, ο οποίος είναι συντονιστής και των υπολοίπων δασκάλων και με τον οποίο η Διεύθυνση Αγωγής Υγείας βρίσκεται σε συνεχή επαφή, καθώς και με τους εκπαιδευτικούς που ανέλαβαν προγράμματα.
Τα προγράμματα μπορεί να είναι ετήσια ή διετή, ανάλογα με το φάσμα που περιλαμβάνουν και οι θεματικές ενότητες έχουν να κάνουν με τη στοματική υγιεινή, τη διατροφή των μαθητών, τη λειτουργία των κυλικείων και τον έλεγχο των προϊόντων που διακινούν, με θέματα κυκλοφοριακής αγωγής, ψυχικής υγείας των μαθητών, επικίνδυνες ουσίες, τσιγάρο, ναρκωτικά, αν και στην πρωτοβάθμια τα κρούσματα αυτά είναι ελάχιστα.

Στη διετία κατά την οποία το πρόγραμμα λειτουργεί στο νομό μας υπάρχει μία αυξητική τάση των προγραμμάτων- γεγονός ενθαρρυντικό- καθώς και του ενδιαφέροντος των μαθητών των εκπαιδευτικών, αλλά και των γονέων στη συμμετοχή των προγραμμάτων, και εκ των αποτελεσμάτων γίνεται σαφές ότι είναι ένας θεσμός που μπορεί να προσφέρει, έστω και αργά γιατί χάθηκε πολύτιμος χρόνος λόγω της μη λειτουργίας του σε αντιστοιχία με άλλες ειδικότητες που έχουν παρελθόν δεκαετίας, όπως η περιβαλλοντική εκπαίδευση. Υπάρχει συνεργασία με όλους τους φορείς του νομού, γίνονται καταγραφές προβλημάτων, όπως και έρευνες, στατιστικά στοιχεία εξάγονται και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχει πρόβλημα σε ορισμένους τομείς. Για παράδειγμα, πέρυσι κατά τη διάρκεια οφθαλμολογικής εξέτασης των μαθητών, απεδείχθη ότι το 9 % έχουν πρόβλημα με τα μάτια τους.

Στις 6 Σεπτεμβρίου διοργανώθηκε στην Αθήνα για τους 48 υπευθύνους Αγωγής Υγείας της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σεμινάριο με θέμα «Το παιδί που θρηνεί και ο ρόλος της εκπαιδευτικής κοινότητας» από την εταιρεία «Μέριμνα», που ασχολείται με τη φροντίδα των παιδιών και των οικογενειών τους σε θέματα αρρώστιας και θανάτου. Ο υπεύθυνος της Διεύθυνσης Αγωγής Υγείας της Πρωτοβάθμιας, κ. Γεώργιος Βασιλειάδης, μιλά σήμερα στον ΠτΘ για το θέμα του σεμιναρίου και την αντιμετώπισή του από τους εκπαιδευτικούς, δίδοντας μεγάλη έμφαση στη συνεργασία οικογένειας – δασκάλου για τη στήριξη του παιδιού.

ΠτΘ: Το παιδί που θρηνεί και ο ρόλος της εκπαιδευτικής κοινότητας ήταν το θέμα του σεμιναρίου που παρακολουθήσατε στην Αθήνα. Ποιο είναι τελικά το παιδί που θρηνεί;

Γ.Β.: Το παιδί που θρηνεί είναι αυτό που έχει χάσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, είτε μητέρα είτε πατέρα είτε παππού είτε γιαγιά είτε φίλο, γιατί όχι και ένα αγαπημένο του ζωάκι. Βέβαια, αυτό μπορεί να ακούγεται τραγικό, αλλά και ο θάνατος είναι μέρος της ζωής μας και η ψυχολογική στήριξη του παιδιού πρέπει να αντιμετωπισθεί με πολλή προσοχή από τους εκπαιδευτικούς.

ΠτΘ: Ας ξεκινήσουμε από την αποκωδικοποίηση του όρου «θρήνος»…

Γ.Β.: Είναι το σύνολο των προσωπικών αντιδράσεων απέναντι σε ένα γεγονός που δηλώνεται ως απώλεια και αυτό μπορεί να σημαίνει όχι μόνο την απώλεια αγαπημένου προσώπου, αλλά και ζώου ή και αντικειμένου. Κατ’ αρχήν, ο θρήνος δεν είναι αρρώστια, δηλαδή όταν το παιδί θρηνεί εμείς πρέπει να το αφήσουμε ελεύθερο να εκδηλώσει τα συναισθήματά του και όχι να προσπαθήσουμε με νουθεσίες, συμβουλές και παραινέσεις να απαλύνουμε τον πόνο του. Θα πρέπει να το αφήσουμε να εκδηλωθεί για να απελευθερώσει την αρνητική ενέργεια που έχει μέσα του για να ηρεμήσει. Λέγεται ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Το πένθος δεν μειώνεται με το χρόνο. Όταν έρθει στη μνήμη το συγκεκριμένο γεγονός, η ένταση με την οποία το ξαναθυμόμαστε είναι ακριβώς η ίδια, σαν να μην έχει περάσει στιγμή. Βεβαίως, παρεμβάλλονται άλλα γεγονότα της ζωής και περνά το γεγονός στο υποσυνείδητο, αλλά το πένθος δεν μειώνεται.

Θεωρούμε ότι τα παιδιά σε μικρή ηλικία στον τομέα αυτόν είναι ανυποψίαστα. Αυτό είναι μύθος. Τα παιδιά νιώθουν, αισθάνονται σε όλη του την ένταση το γεγονός. Βεβαίως, το μικρό παιδί δεν θρηνεί με την έννοια που θρηνεί ο μεγάλος, να κλάψει να εκδηλωθεί, να φωνάξει, ωστόσο το παιδί νιώθει τη θλίψη. Ο θρήνος των παιδιών δεν είναι τόσο εκδηλωτικός όσο των ενηλίκων.

ΠτΘ: Ποιες είναι οι διαφορές του θρήνου του ενηλίκου από τον ανήλικο;

Γ.Β.: Το παιδί, θα λέγαμε, θρηνεί σε δόσεις. Ο μεγάλος εκδηλώνεται και παρουσιάζει κάθετα τον πόνο του, ενώ το παιδί μπορεί να μην εκδηλώσει άμεσα τη θλίψη του για την απώλεια, αλλά μπορεί να παρουσιασθεί σταδιακά. Σε αυτό συντελεί το γεγονός ότι το παιδί, επειδή το θεωρούμε μικρό, δεν το ενημερώνουμε για τραγικά θέματα, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει τι σημαίνει θάνατος, να έχει εξοικειωθεί όσο είναι δυνατόν με την έννοια του θανάτου. Αν το παιδί είναι ενήμερο, ίσως να νιώσει πιο ανώδυνα την απώλεια.

ΠτΘ: Εδώ έγκειται ο δικός σας ρόλος;

Γ.Β.: Ο δικός μας ρόλος είναι υποστηρικτικός. Οι εκπαιδευτικοί κάποια στιγμή στην καριέρα τους θα συναντήσουν κάποιο μαθητή που έχει χάσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, τον οποίο θα πρέπει να στηρίξουν για να περάσει όσο το δυνατόν ανώδυνα τον πόνο του. Η αντίδραση και η υποστήριξη που θα του προσφέρουν ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όταν μιλάμε για απώλεια, αυτή μπορεί να είναι από φυσικά αίτια, από αυτοκτονία, από τροχαίο, από μακροχρόνια αρρώστια, πράγμα που σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να γνωρίζει πώς θα αντιμετωπίσει το παιδί κατά περίπτωση. Όπως και σε κάθε ηλικία χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Ένα νήπιο θέλει διαφορετικό πλησίασμα από ότ,ι ένα παιδί δημοτικού και ανάλογα και σε ποια τάξη βρίσκεται. Στην προσχολική ηλικία το νήπιο δεν είναι σε θέση να εννοήσει το θέμα του θανάτου. Να του πούμε ότι έφυγε, θα αναρωτηθεί που πήγε. Πήγε στον ουρανό ή πήγε ένα μακρινό ταξίδι, είναι οι σύνηθες απαντήσεις. Στο παιδί όμως μένει ένα κενό και αναρωτιέται πότε θα γυρίσει. Αυτή η πληροφόρηση που δίνουμε προσπαθώντας να μην καταλάβει το παιδί την απώλεια, τού δημιουργεί κενά που μελλοντικά θα του δημιουργήσουν πρόβλημα, γιατί μεγαλώνοντας θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι αυτή η απώλεια δεν είχε καμία σχέση με ταξίδι. Σε κάθε ηλικία, επομένως, θα πρέπει να δώσουμε και τη σωστή απάντηση. Στη σχολική ηλικία τα παιδιά κατανοούν το θάνατο, αλλά παράλληλα τον θεωρούν κάτι το απόμακρο. Είναι η ηλικία τέτοια που τα παιδιά θεωρούν ότι δεν τα αγγίζει ο θάνατος. Στην εφηβική ηλικία χρειάζεται άλλη αντιμετώπιση, γιατί το παιδί κατανοεί την έννοια του θανάτου, αλλά και φιλοσοφεί και για το πώς και γιατί συμβαίνει.

ΠτΘ: Προηγουμένως είπατε ότι το παιδί θρηνεί. Πώς εξωτερικεύεται αυτός ο θρήνος;

Γ.Β.: Ο θρήνος εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα και εξαρτάται από την ψυχοσύνθεση του παιδιού. Σε συναισθηματικό επίπεδο εκδηλώνεται με το κλάμα που είναι η πλέον φυσική αντίδραση και εκδήλωση. Επίσης, με θλίψη και σε αυτή τη φάση το παιδί εσωστρέφεται, δεν εκδηλώνει με το κλάμα τον πόνο του, όπως και με φόβο, κυρίως αν παραβρεθεί στην κηδεία. Το παιδί νιώθει ανασφάλεια και εκδηλώνει την απώλεια με θυμό κάποιες φορές. Γι΄ αυτό και πρέπει να υπάρχει κάποιος υποστηρικτής του παιδιού, και όχι μόνο για τις πρώτες ημέρες. Πρέπει το παιδί να ξέρει σε ποιον θα στηριχτεί. Αν νιώσει μοναξιά, τότε η απώλεια θα είναι μεγαλύτερη. Αλλη εκδήλωση μπορεί να είναι το αίσθημα της ζήλιας απέναντι στους συμμαθητές οι οποίοι έχουν και τους δύο γονείς ή τους παππούδες και γιαγιάδες, όπως και το αίσθημα της μειονεξίας. Καμιά φορά τα άλλα παιδιά, λόγω άγνοιας, εκφράζουν μία σκληρότητα στο παιδί και μπορεί να το στιγματίσουν λέγοντάς του ότι «εσύ δεν έχεις πατέρα ή μητέρα», με αποτέλεσμα το παιδί να εσωστρέφεται, να απομακρύνεται από το περιβάλλον και να μην εκδηλώνει τι το προβληματίζει. Αν δεν υπάρχει ο υποστηρικτής για να τον εμπιστευθεί, κινδυνεύει σε όλη του τη ζωή να μην μπορέσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του. Όλα αυτά ο εκπαιδευτικός πρέπει να είναι σε θέση να τα αντιμετωπίσει για να μπορέσει όσο το δυνατόν ανώδυνα να δώσει στο παιδί την αίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται.

Αλλες εκδηλώσεις θρήνου είναι οι συμπεριφορικές. Επίσης, μπορεί να παρουσιάσει πονοκεφάλους, στομαχικές διαταραχές, ανωμαλίες στον ύπνο, αναπνευστικά προβλήματα, να κουράζεται χωρίς να υπάρχει λόγος, ενδείξεις που δείχνουν ότι το παιδί θρηνεί, δεν πέρασε ανώδυνα το γεγονός. Και είναι φυσικό να περάσει ανώδυνα. Υπάρχουν παιδιά που γράφοντας έκθεση για τον γονιό που έχασαν, γράφουν σαν να είναι ζωντανός, ενώ έχει φύγει. Από τη συμπεριφορά του παιδιού μέσα στο σχολείο μπορεί να καταλάβει ο εκπαιδευτικός κατά πόσο έχει αποδεχθεί το γεγονός, είναι ήρεμο ή έχει ξεσπάσματα, γιατί σε απροσδιόριστο χρόνο και ξαφνικά μπορεί να παρουσιάσει θυμό να αρχίσει να κλαίει, να φοβάται.

Γι΄ αυτό και σε όλα τα θέματα χρειάζεται άμεση συνεργασία δασκάλου και οικογένειας. Δεν μπορεί ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει τι συμβαίνει στο σπίτι. Παρακαλώ, λοιπόν, τους γονείς να έχουν εμπιστοσύνη προς τους εκπαιδευτικούς και να τους ενημερώνουν για το τι γίνεται στο σπίτι, για να μπορεί και ο ίδιος να αντιμετωπίσει όσο το δυνατό καλύτερα το παιδί. Γιατί, όταν υπάρχει άγνοια, το αντιμετωπίζει διαφορετικά. Μου έτυχε να έχει παιδί μεσογειακή αναιμία και να μην το γνωρίζω και το έβαζα να κάνει κανονικά γυμναστική και το παιδί να δυσκολεύεται. Δυστυχώς αυτό το πρόβλημα το έχουν κάποιοι γονείς. Οι γονείς καλό θα είναι να θεωρούν ότι έχουν ένα συνεργάτη, τον ίδιο το δάσκαλο του παιδιού τους. Η συνεργασία δασκάλου – οικογένειας αποτελεί την κορωνίδα, γιατί δεν είμαστε αντίπαλα στρατόπεδα. Όλες, λοιπόν, οι παραπάνω εκδηλώσεις θα πρέπει να μας προβληματίσουν και να κουβεντιάσουμε με το παιδί καθαρά, όχι με υπεκφυγές.

ΠτΘ: Πώς θα αντιμετωπίσει ο δάσκαλος το παιδί αυτό;

Γ.Β.: Το θέμα είναι θα το κουβεντιάσει ευθέως ή θα το αποφύγει; Θα το αγκαλιάσει, θα το έχει από κοντά, θα αλλάξει τη συμπεριφορά του, η οποία θα είναι διαφοροποιημένη απέναντι στους άλλους μαθητές και καλύτερη προς αυτό; Είναι πολύ λεπτή η θέση του δασκάλου και ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει προβλήματα. Οταν επιτίθεται στους συμμαθητές του μετά από απώλεια, δημιουργείται το ερώτημα «ο δάσκαλος πώς θα το αντιμετωπίσει;». Δεν το μαλώνει, δεν το τιμωρεί γιατί ξέρει το πρόβλημα ή θα πρέπει να το τιμωρήσει σαν να μη συμβαίνει τίποτα; Εκεί ενδεικνυόμενη λύση είναι να το κουβεντιάσει προειδοποιώντας το, αλλά όχι τιμωρώντας το.

Ενα άλλο ζήτημα είναι επίσης τι πρέπει να κάνει ο δάσκαλος με τους συμμαθητές, γιατί και αυτοί πρέπει να στηρίξουν το παιδί. Πρέπει να είναι ανεκτικοί ή δεν πρέπει να αλλάξουν συμπεριφορά; Το πιο βασικό είναι, γιατί τα παιδιά δεν ελέγχονται στα διαλείμματα και προσπαθεί το ένα να πικάρει το άλλο, στην περίπτωση αυτή τα παιδιά να γνωρίζουν ότι πρέπει να στηρίξουν το συμμαθητή τους. Και αυτό θα γίνει πριν έρθει ο μαθητής στο σχολείο μετά το θλιβερό γεγονός. Υπάρχει ένα μοντέλο διεργασιών αντιμετώπισης της κατάστασης του Ουίλλιαμ Νόρντεν που λέει ότι το παιδί θα πρέπει να αποδεχθεί την απώλεια, να βιώσει τον πόνο. Βέβαια, αυτό είναι σκληρό.

ΠτΘ: Είναι όμως και ρεαλιστικό…

Γ.Β.: Βέβαια, γιατί θα το βοηθήσει να προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα μέσα από την οποία όμως θα απουσιάζει το άτομο που έφυγε. Υπάρχουν περιπτώσεις που μέσα στο σπίτι αφήνονται όλα τα αντικείμενα του αποθανόντα στη θέση τους σαν να είναι εν ζωή και αυτό δημιουργεί μία φαντασίωση ότι είναι κοντά μας. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το θρήνο έχουν να κάνουν με τη σχέση αυτού που έφυγε με το παιδί. Αν ο γονέας ήταν ο καλός πατέρας ή η καλή μητέρα, ο πόνος είναι πιο δυνατός. Αν όμως δεν υπήρχε καλή σχέση, η απώλεια είναι λιγότερο επώδυνη. Επίσης, με τις συνθήκες του θανάτου, αν ο θάνατος ήταν αιφνίδιος ή από μακροχρόνια αρρώστια, εκεί υπάρχει ένα περιθώριο χρόνου προσαρμογής ή αναμονής. Ο πόνος σαφώς είναι ίδιος. Επίσης, έχει σχέση και με προηγούμενες απώλειες. Αν έχει την εμπειρία ενός προηγούμενου θανάτου, αντιμετωπίζει το θέμα πιο ρεαλιστικά. Η αντιμετώπιση έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του παιδιού, το παιδί μπορεί να είναι σκληρό, όπως επίσης και αν αντιμετωπίζει παράλληλες κρίσεις και δυσκολίες. Αν μέσα στην οικογένεια υπάρχουν πολλαπλά προβλήματα, ο πόνος είναι πιο λίγος, αλλά μέσα σε μία οικογένεια που το μόνο γεγονός είναι η απώλεια, τότε είναι εντονότερο το συναίσθημα για το παιδί.

Ανάλογα με την ηλικία, το παιδί μπορεί να ερωτηθεί αν θέλει να συμμετέχει την ώρα της κηδείας. Είναι βασικό να μην αποφασίζουμε εμείς για το παιδί, αν θα συμμετέχει ή αν θα το στείλουμε με κάποιο συγγενικό πρόσωπο ή κάπου αλλού. Πρέπει να το πληροφορήσουμε και το σημαντικό είναι ποιος θα το αναλάβει αυτό, τόσο για το γεγονός, όσο και για τις πρώτες ώρες και την ώρα της κηδείας. Αν έχει φύγει ο ένας από τους δύο γονείς, ο άλλος θα έχει τον πόνο και δεν θα μπορεί να συμπαρασταθεί στο παιδί και το έργο το αναλαμβάνει κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Θα πρέπει να το ενθαρρύνουμε να εκδηλώσει τα συναισθήματά του και να αντιδράσει όπως αισθάνεται, χωρίς εμείς να κριτικάρουμε τη στάση του, δηλαδή να του πούμε «μην κλαις, δεν ντρέπεσαι;». Το αφήνουμε να θρηνήσει ή ακόμη και να κλειστεί στο δωμάτιό του, όπως αισθάνεται το ίδιο. Το καλύτερο θα ήταν να έχει τη διάθεση και το κουράγιο να μιλήσει γι΄ αυτά που αισθάνεται για να μας διευκολύνει και εμάς να μπορέσουμε να το στηρίξουμε. Σε καμία όμως περίπτωση δεν κατευθύνουμε τα συναισθήματά του, γιατί αυτό είναι λάθος και μπορεί να οδηγήσει σε λάθος στήριξη.

ΠτΘ: Είναι δηλαδή ένα ζήτημα το κατά πόσο ένα παιδί πρέπει να παραβρεθεί στην κηδεία;

Γ.Β.: Οι απόψεις διίστανται. Εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού. Στο Συνέδριο επεκράτησε η άποψη ότι στη νηπιακή ηλικία καλό θα είναι να μην συμμετέχει στο τελετουργικό, γιατί έτσι θα του μείνει η εικόνα του ζωντανού. Βεβαίως, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ουτοπία, γιατί μεγαλώνοντας το παιδί θα το συνειδητοποιήσει, αλλά εκείνη τη στιγμή η τραγικότητα του γεγονότος και όλες οι αρνητικές εικόνες θα το συντροφεύουν σε όλη του τη ζωή.

ΠτΘ: Δεν είναι όμως και κάπως παράδοξο το να θεωρούμε τη γέννηση σαν κάτι φυσικό ενώ το θάνατο κάτι αφύσικο; Στη γέννηση θεωρούμε αυτονόητο τα παιδιά να παρίστανται, στο θάνατο όμως όχι… Δεν θα έπρεπε να περάσουμε και στα παιδιά την ιδέα ότι ο θάνατος είναι κάτι απολύτως φυσικό;

Γ.Β.: Εκεί τίθεται καθαρά το θέμα της απώλειας. Αυτό που λέτε, ότι θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε σαν φυσικό γεγονός, το δέχομαι. Ας μην ξεχνάμε, όμως, την τραγικότητα του γεγονότος που καθιστά δύσκολη τη συμμετοχή του παιδιού στο τελετουργικό μέρος. Οι εικόνες θα το συντροφεύουν σε όλη του τη ζωή. Υπάρχει ο κίνδυνος μεγαλώνοντας το παιδί και συνειδητοποιώντας την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, να φθάσει στο σημείο να ζητήσει ευθύνες από τον άλλο γονέα ή από τα συγγενικά πρόσωπα, γιατί δεν του επέτρεψαν να παραστεί στην κηδεία. Στην μικρή ηλικία πιστεύω ότι το παιδί πρέπει να παραβρίσκεται στην ώρα του αποχωρισμού μόνο και όχι σε όλη τη διαδικασία.

ΠτΘ: Πώς μπορεί να επιτευχθεί η στήριξη των παιδιών;

Γ.Β.: Πρώτα από όλα ενημερώνουμε για το θέμα του θανάτου σαν μία φυσική εκδήλωση της ζωής, του δίνουμε να καταλάβει ότι πρέπει να εκδηλώσει τα συναισθήματά του, ότι είναι ελεύθερος χωρίς ντροπή, άγχος, φόβο. Να διατηρήσει την ανάμνηση του προσώπου, να συμμετέχει στο οικογενειακό πένθος και να το βοηθήσουμε να συνεχίσει τη ζωή του με μία σταθερότητα και συνέχεια, όπως και πριν.

ΠτΘ: κ. Βασιλειάδη, σας ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Β.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Άννα Πατρωνίδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.