Το μεγαλειο της οπερας στην Κομοτηνη

Γράφει ο Γεώργιος Π. Τσομής, Επ. Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας Δ.Π.Θ. Υφηγητής Κλασικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Goethe / Frankfurt am Main

Το Σάββατο, 13 Απριλίου 2013 η πόλη της Κομοτηνής είχε την τιμή να φιλοξενήσει δύο συναυλίες κλασικής μουσικής, οι οποίες εστίασαν σε οπερατικές άριες. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στο φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής και είχε σαν θέμα της τον γυναικείο θρήνο μέσα από όπερες του πρώιμου μπαρόκ, η δεύτερη έλαβε χώρα στην αίθουσα της Πολιτιστικής Κίνησης Ροδόπης, όπου ακούστηκαν άριες από όπερες κλασικών συνθετών (Verdi, Puccini, Donizzetti, Massenet), άριες δωματίου Ναπολιτάνων συνθετών και τραγούδια από το ελληνικό ρεπερτόριο. Ευτυχώς που και οι δύο συναυλίες δεν συνέπεσαν την ίδια ώρα. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 19:30, η δεύτερη στις 21:00. Τουλάχιστον αυτή η διευθέτηση έδωσε τη δυνατότητα στο φιλόμουσο κοινό της Κομοτηνής να παρακολουθήσει και τις δύο. Στο μέλλον θα πρέπει να υπάρχει μία καλύτερη διευθέτηση όχι μόνο του χρόνου αλλά και του χώρου, όταν πρόκειται να λάβουν χώρα τέτοιες εκδηλώσεις υψηλής τέχνης.

Με μοναδικό γνώμονα την ώρα έναρξης θα αναφερθώ πρώτα στη συναυλία του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής και στη συνέχεια στην αντίστοιχη της Πολιτιστικής Κίνησης Ροδόπης.

«Ο γυναικείος θρήνος στη μουσική του μπαρόκ» με τους Άννα Παπαγιαννάκη-Διβανή και Θανάση Τρικούπη

Ο θρήνος ως λογοτεχνικό και μουσικό είδος είναι τόσο παλιός όσο η Ιλιάδα του Ομήρου. Ο θρήνος για το θάνατο του Έκτορα από τις γυναίκες της Τροίας, τη μητέρα του Εκάβη, τη γυναίκα του Ανδρομάχη και την ωραία Ελένη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ανήκει λοιπόν στα αρχαιότερα μαρτυρημένα είδη άσματος και παράγεται ακόμα και σήμερα απολαμβάνοντας σε όλες τις εποχές μία προνομιακή θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία και μουσική. Οι θρήνοι τραγουδιούνται κατά κανόνα από γυναίκες, οι οποίες θρηνούν τις περισσότερες φορές την απώλεια ενός αγαπημένου άντρα, είτε αυτή η απώλεια είναι θάνατος, είτε αποχωρισμός ή εγκατάλειψη. Διακρίνονται για τη συναισθηματική τους κορύφωση, την έντονη έκφραση και την ιδιαίτερη ρητορική. Ο λυρικός θρήνος ως ανεξάρτητη ποιητική σύνθεση με συνοδεία μουσικής ανθεί κατά την αρχαϊκή περίοδο με κύριους εκπροσώπους τον Πίνδαρο και τον Σιμωνίδη, γίνεται δημοφιλής κατά την ελληνιστική περίοδο (Καλλίμαχος, Μόσχος, Βίωνας) και από εκεί περνά στην ρωμαϊκή ποίηση, κυρίως στη ρωμαϊκή ερωτική ελεγεία. Αποτελεί επίσης αναπόσπαστο μέρος της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας είτε ως κομμός, είτε ως αμοιβαίον, είτε ως μονωδία. Οι θρηνητικές μονωδίες του Ευριπίδη, για τις οποίες ο τραγικός αυτός ποιητής ήταν φημισμένος ήδη από την αρχαιότητα, συνέβαλλαν αποφασιστικά στη γέννηση της όπερας. Και πράγματι, οι θεωρητικοί του 16ου και 17ου αιώνα όπως ο Giacomini, ο Mei και ο Vincenzo Galilei στην προσπάθειά τους να καθορίσουν τον ρόλο της κάθαρσης στην αρχαία τραγωδία ξεχώρισαν τον μονωδικό θρήνο, όπως είχε διαμορφωθεί από τον Ευριπίδη, λόγω της συναισθηματικής έντασής του. Ο θρήνος λοιπόν διέγειρε τον έλεον των θεατών λυτρώνοντάς τους ψυχικά από τα δυνατά πάθη και συνάμα αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των πρώτων οπερατικών συνθέσεων στην εποχή του μπαρόκ. Κατά το Μεσαίωνα τόσο στην Ανατολή όσο και τη Δύση επικρατεί του κοσμικού, θύραθεν θρήνου, ο θρησκευτικός με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον θρήνο της Θεοτόκου του Ρωμανού του Μελωδού. Εξέλιξη του θρηνητικού τραγουδιού είναι και το δικό μας νεοελληνικό μοιρολόγι.

Η συναυλία των Άννα Παπαγιαννάκη-Διβανή και Θανάση Τρικούπη, της οποίας τη διοργάνωση ανέλαβε ο σύλλογος Μουσικών Εκπαιδευτικών Αν. Μακεδονίας και Θράκης την υποστήριξη του συλλόγου Φίλων Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής, επικεντρώθηκε στο θρήνο της εποχής του μπαρόκ (17ος αιώνας). Η ίδια συναυλία πραγματοποιήθηκε στην Αλεξανδρούπολη την προηγούμενη μέρα στο Ωδείο «Φαέθων». Το πρόγραμμα περιέλαβε θρήνους από όπερες και ασματικές συνθέσεις για το θέατρο των Henry Purcell (1659-1695) και Claudio Monteverdi (1567-1643), βασικών εκπροσώπων της όπερας στα πρώτα βήματά της. Η επιλογή των θρηνητικών μονωδιών τόνισε τη διαχρονικότητα του μουσικού αυτού είδους και έδωσε μία σαφή εικόνα της συνθετικής τεχνικής τόσο του Purcell (Αγγλία), όσο και του Monteverdi (Ιταλία). Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τους περίφημους μονωδικούς θρήνους του Henry Purcell The Plaint από το έργο “The Fairy Queen” (θρήνος της Τιτάνιας) και το θρήνο της Διδούς When I am laid in earth από την όπερα «Διδώ και Αινείας» και του Claudio Monteverdi Lasciatemi morire (θρήνος της Αριάδνης) από την όπερα «Αριάδνη» και Addio Roma (θρήνος της Οκτάβια) από την όπερα «Η Στέψη της Ποππαίας».

Η κομοτηναία μουσικολόγος και mezzo-soprano Άννα Παπαγιαννάκη-Διβανή με σημαντικές σπουδές στην Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο και με ειδικότητα στη μουσική του πρώιμου μπαρόκ τόσο σε επιστημονικό όσο και σε ερμηνευτικό επίπεδο και ο Θανάσης Τρικούπης διδάκτορας μουσικολογίας, συνθέτης και αξιόλογος πιανίστας και τσεμπαλίστας με επίσης σημαντικές σπουδές στην Ελλάδα και την Αυστρία κοντά σε ονομαστούς συνθέτες και ερμηνευτές είχαν μία αξιοπρεπή εμφάνιση στο χώρο του φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής. Για πρώτη φορά δοκιμάστηκε αυτός ο χώρος φωνητικά και τα αποτελέσματα της ακουστικής του ήταν εξαίρετα. Η ερμηνεία της πολλά υποσχόμενης Άννας Παπαγιαννάκη-Διβανή απέπνεε μία δραματικότητα και συνάμα μία ευγένεια έκφρασης. Πέτυχε σε μεγάλο βαθμό μία θρηνητική απεικόνιση της θηλυκότητας και επέδειξε μία αξιοσημείωτη ικανότητα χρωματισμού του τραγουδιού της και μία καθαρή τεχνική, η οποία απορρέει από την επιστημονική ενασχόλησή της με τη μουσική του πρώιμου μπαρόκ. Μπορεί σε ελάχιστα σημεία να μην επιτεύχθηκε τονική ακρίβεια και να υπήρχαν κάποια μικρά γλωσσικά λάθη στην προφορά, όμως η θεατρικότητά της με μόνο μέσο την αισθαντική της φωνή κάλυψε ικανοποιητικά οποιεσδήποτε ατέλειες.

Η συνοδεία του Θανάση Τρικούπη με τσέμπαλο στο ρόλο του basso continuo (συνεχές βάσιμο) ήταν αβίαστα συντονισμένη με τη φωνή της ερμηνεύτριας, γεμάτη κομψότητα και ελαφρότητα, πράγμα που απέδειξε τη μουσικότητα και τη δεξιοτεχνία του τσεμπαλίστα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στο σολιστικό κομμάτι Hornpipe in e minor του Henry Purcell. Κάθε θρηνητική μονωδία συνοδευόταν με εύληπτα διαφωτιστικά σχόλια από την κυρία Παπαγιαννάκη-Διβανή. Με τη βοήθεια ενός προτζέκτορα εμφανιζόταν το αγγλικό και ιταλικό κείμενο των θρήνων σε ελληνική μετάφραση. Όλα αυτά διευκόλυναν το κοινό στην παρακολούθηση και κατανόηση.

Αυτή η μουσική εκδήλωση, σπάνια για τα δεδομένα της χώρας μας, αποτέλεσε μία ευτυχή συγκυρία για το κοινό της Κομοτηνής και ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο θρησκευτικός θρήνος προήλθε από τον κοσμικό και η μουσική πολλών κοσμικών θρήνων χρησιμοποιήθηκε σε εκκλησιαστικούς θρήνους. Θα πρέπει επίσης να εξάρω και το γεγονός ότι η συναυλία αυτή δεν είχε μόνο ψυχαγωγικό χαρακτήρα (η λέξη ψυχαγωγία με την αρχαία ελληνική σημασία του όρου) αλλά και παιδευτικό. Επίσης, πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη μέρα εκπαιδευτικό σεμινάριο για τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής από την κυρία Παπαγιαννάκη-Διβανή, το οποίο εισήγαγε τους μαθητές στο περιεχόμενο της συναυλίας, το ιστορικό πλαίσιο των έργων και της μουσικής πρακτικής.

Πρέπει να τονίσω ότι η συναυλία αυτή στο Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής ίσως να μην πραγματοποιούνταν χωρίς την ουσιαστική συμβολή του Προέδρου του συλλόγου Φίλων Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής κυρίου Ανέστη Βακιάνη, ο οποίος πεπεισμένος για την ποιότητά της από την πρώτη στιγμή προώθησε την πρόταση στο διοικητικό συμβούλιο της Αναπτυξιακής Ροδόπης προς έγκριση και την υπηρέτησε λύνοντας με περισσή φροντίδα όλα τα τεχνικά προβλήματα που προέκυψαν. Το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου Φίλων Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής πρέπει να είναι συνεχής αρωγός και υποστηρικτής τέτοιων καλλιτεχνικών προσπαθειών και να μην στηρίζεται η ευόδωση και εκπλήρωση των στόχων του σε ένα ή δύο μέλη – αναφέρομαι και στη γραμματέα του συλλόγου κυρία Μαρία Αμπατζή, της οποίας η εθελοντική προσφορά και συνέπεια είναι σημαντική. Άλλωστε, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, «ένας ή δύο κούκοι δεν φέρνουν την Άνοιξη». Ο χώρος του φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής αποδείχτηκε από κάθε άποψη άριστος για τη διοργάνωση συναυλιών μικρών μουσικών συνόλων. Αναμένουμε λοιπόν και άλλες τέτοιες μουσικές εκδηλώσεις, οι οποίες βοηθούν σημαντικά το πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής, του κατεξοχήν χώρου για την προώθηση της υψηλής τέχνης.

Ο ιταλός τενόρος Luigi Bοccia

Η Πολιτιστική Κίνηση Ροδόπης φιλοξένησε χάρη στις ενέργειες του Κομοτηναίου μουσικού και μουσικολόγου Χάρη Τίλιου ένα ανερχόμενο αστέρι της οπερατικής σκηνής, τον Ιταλό τενόρο Luigi Bοccia, ο οποίος ερμήνευσε άριες από όπερες συνθετών του 19ου αιώνα (Donizzetti, Verdi, Massenet και Puccini), ναπολιτάνικα τραγούδια και προσωπικές επιλογές του από το ελληνικό ρεπερτόριο. Στο πιάνο τον συνόδευσε ο ταλαντούχος Κομοτηναίος πιανίστας Χάρης Κυρατζόγλου. Γεννημένος στο Σερίνο της Ιταλίας ο Luigi Boccia με σπουδές μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και φωνητικής με τον θρυλικό τενόρο Gianni Raimondi και με εξαίρετους δασκάλους στο Πανεπιστήμιο Freie Universitt του Βερολίνου έχει ήδη εμφανιστεί σε πρωταγωνιστικούς ρόλους στις όπερες “Don Giovanni” του Mozart, “Gianni Schicchi” του Puccini, “Εύθυμη Χήρα” του Lehr και “La Traviata” του Verdi στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του στη Σκάλα του Μιλάνου. Από την πρώτη στιγμή έδειξε τις φωνητικές του δεξιότητες παρά το γεγονός ότι τραγούδησε με μικρόφωνο λόγω της ακουστικής ακαταλληλότητας του χώρου για τέτοιες συναυλίες. Αυτό συντέλεσε στο να αισθάνεται λίγο αμήχανα στην αρχή, γρήγορα όμως εξοικειώθηκε με το πιο ανοίκειο μέσο για έναν λυρικό τραγουδιστή σε κλειστό χώρο. To κοινό αναγνώρισε έναν επαγγελματία καλλιτέχνη. Παρά τις τεχνικές δυσκολίες απολάμβανε πραγματικά αυτό που έκανε, η εμφάνισή του απέπνεε σιγουριά με σαφή έλεγχο των δυνάμεων του ακόμα και στα πιο εκτεθειμένα σημεία. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στην απόδοση της άριας του Καβαραντόσι από την Γ΄ Πράξη της «Τόσκας», E luccevan le stele. Το τραγούδι του ήταν συναισθηματικά άμεσο, διέθετε αποχρώσεις – όσο βέβαια μπορούσαμε να διακρίνουμε με τη χρήση μικροφώνου – και εκφραστικότητα, ενώ αντιμετωπίζοντας την ακαταλληλότητα του χώρου απέφυγε περιττά ρίσκα και στοιχεία εντυπωσιασμού.

Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε και τη συμβολή του Χάρη Κυρατζόγλου, ο οποίος συνόδευσε υποδειγματικά και άκρως επαγγελματικά τον Luigi Boccia προσφέροντάς του σιγουριά και ασφάλεια. Ο κύριος Κυρατζόγλου αποδείχτηκε ικανότατος στη συνοδευτική πιανιστική πρακτική. Το πρόγραμμα συμπληρώθηκε με αγαπημένα τραγούδια του ερμηνευτή από το ελληνικό ρεπερτόριο: ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια καθώς επίσης και τη «Θάλασσα πλατιά» του Μάνου Χατζιδάκι, όλα ερμηνευμένα με συναίσθημα και σωστή άρθρωση. Σε αυτό το crossover συμμετείχε και ο Χάρης Τίλιος με μπουζούκι, κιθάρα αλλά και με τη φωνή του, η οποία, μολονότι δεν έδενε με τη λυρική φωνή του φιλοξενούμενου τενόρου, ενθουσίασε το κοινό προπάντων λόγω της συνύπαρξης ενός Ιταλού και Έλληνα καλλιτέχνη, τους οποίους ενώνουν και δεσμοί φιλίας. Αξιοπρόσεκτη ήταν και η χρήση του μπουζουκιού στο ρόλο του μαντολίνου στα ναπολιτάνικα τραγούδια. Η συμμετοχή επίσης του πατέρα Χάρη Τίλιου στη φωνή και την κιθαριστική συνοδεία ήταν συμπαθητική, αν και θα έπρεπε να προσέξει περισσότερο στην αρμονική συνύπαρξή του με τους άλλους δύο ερμηνευτές.

Ήταν πραγματικά μία όμορφη βραδιά που ενθουσίασε κοινό και καλλιτέχνες και θα ήταν ακόμα ομορφότερη, εάν είχε επιλεγεί καταλληλότερος χώρος για τον Luigi Boccia. Αξιέπαινη αυτή η πρωτοβουλία της Πολιτιστικής Κίνησης Ροδόπης.

Και οι δύο μουσικές εκδηλώσεις έτυχαν της ενθουσιώδους ανταπόκρισης από το κοινό της Κομοτηνής, το οποίο θέλει και επιζητεί να συμμετέχει σε κλασικά μουσικά δρώμενα πέραν των συνηθισμένων και εμπορικών.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.