«Το λευκωμα της Ερης»

Το ΠΑΚΕΘΡΑ χρόνια τώρα έχει συνηθίσει τη μνήμη και την αισθητική μας να την φυλά και να την καλλιεργεί αντιστοίχως. Στα χρόνια που πέρασαν έχει προσφέρει στον χώρο των εκδόσεων πάνω από 45 βιβλία και μουσικές παραγωγές, με γνώμονα την τιμή στη μνήμη για την κοινωνική ζωή και δραστηριότητα στην Ξάνθη του παρελθόντος που ακουμπά σεβόμενη την ιστορία το παρόν.

Μέσα στο πλήθος αυτό η παρούσα έκδοση στέκει και φαντάζει μοναδική. Χωρίς να έχει χαρακτήρα πληροφοριακό και μόνο περνά νεανικές μνήμες και βιώματα λάθρα, κάτω από ψευδώνυμα που λυτρωτικά αποκαλύπτονται στο τέλος, κάτω από κώδικες που συγκρατούν την ορμή, το πάθος, τους προβληματισμούς της γενιάς που συμμετείχε – αυθόρμητος συγγραφέας – στο λεύκωμα τούτο, το λεύκωμα της Έρης. Πρόκειται για μια τρυφερή αλλά και ευθεία ματιά στον ψυχισμό, τις επιδιώξεις αλλά και τα εκφραστικά μέσα ενός τμήματος της γενιάς του ’50, όσο αυτά μπορούν να «αναγνωστούν» από τις εγγραφές σε ένα νεανικό λεύκωμα.

Σε συνεργασία με το Λύκειο Ελληνίδων Ξάνθης εκδόθηκε ένα λεύκωμα νεανικό, το οποίο, με τις ζωντανές ζωγραφιές της κ. Έρης και τα σχόλια των συμμετεχόντων, αναδεικνύει βιώματα, ανησυχίες, προβληματισμούς, ευαισθησίες, αξίες και προσδοκίες των νέων της δεκαετίας του ’50 με τρυφερότητα, χιούμορ και φαντασία. Σημειώνεται δε ότι η έκδοση αυτή είναι η πρώτη του Λυκείου των Ελληνίδων Ξάνθης.


Α.Χ.-Τ.Β.

Η τρυφερή κυρία Έρη…

Την κυρία Εριφύλη (Έρη) Ιωαννίδου – Ζάφου γνωρίσαμε το καλοκαίρι του 2006, όταν συλλεγόταν υλικό για τις μοδίστρες της Ξάνθης. Η Έρη σχετιζόταν άμεσα με το μοδιστρικό κόσμο, έχοντας στο Μπαλούκ Παζάρι μαγαζί απ’ όπου πολλές μοδίστρες προμηθεύονταν υλικά της τέχνης τους. Στην ολάνθιστη αυλή τους, με τον σύζυγό της κ. Μάριο μίλησαν για τα χρόνια της δουλειάς τους με τις μοδίστρες, για το μαγαζί που κληρονόμησε από τη δαιμόνια μητέρα της Χαρίκλεια (γνωστή στους παλιούς ως φρυδού), για τον πατέρα της Σταύρο Ιωαννίδη δάσκαλο χορού και μουσικό. Φωτογραφίες ανεσύρθηκαν, πρόσωπα ξαναείδαν (για πολλοστή φορά) το φως και- ερήμην τους- σχολιάστηκαν, με συνοδεία τα καταπληκτικά γλυκά και ποτά της κ. Έρης… Κάποια στιγμή ανάμεσα στ’ άλλα εμφανίστηκε ένα μαύρο τετράδιο με σκληρά εξώφυλλα, «δεν έχει σχέση μ’ αυτά που λέμε για τις μοδίστρες, αλλά είναι κάτι που μου αρέσει και το φυλάω κοντά 60 χρόνια τώρα, ένα νεανικό λεύκωμα» είπε η κ. Έρη. Μισή ώρα αργότερα ήταν συμφωνημένο πως θα επιχειρούσαμε, εκδίδοντάς το, να προσφέρουμε ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν, σ’ αυτούς που έχουν πιάσει στα χέρια τους κάποιο τέτοιου είδους νεανικό λεύκωμα…

Μας έθελξαν κατ’ αρχήν οι γοητευτικές ζωγραφιές του, με το χέρι της πολυτάλαντης «κτήτορος», κ. Έρης, η οποία νεαρά τότε, το σχεδίασε το 1946 θέτοντας τα…αθάνατα ερωτήματα (τι είναι έρως; πνεύμα ή καλλονή προτιμάτε;…) για την απάντηση στα οποία έχουν γεμίσει όχι μόνον οι σελίδες χιλιάδων νεανικών λευκωμάτων αλλά και τόμοι επί τόμων, από (αμπελο)φιλοσοφικές αναλύσεις των σοφών του κόσμου.

Τα χαρακτηριστικά του Λευκώματος και ο συγγραφέας

Στέφανος Ιωαννίδης

Το βιβλίο – λεύκωμα αποτελείται από 210 σελίδες, κρεμ χρώματος, μεγέθους 17 επί 23,5 εκ. Κείμενα υπάρχουν σε 96 σελίδες ενώ 114 παρέμειναν άγραφες. Φαίνεται πς γράφτηκε σταδιακά ανάμεσα στις χρονιές 1946-1949 και συμμετείχαν 14 πρόσωπα (στοιχεία τους στο Παράρτημα), μεταξύ των οποίων ο Στέφανος Ιωαννίδης. Το δικό του λεύκωμα γραμμένο στα έτη 1945-1946 υπάρχει σήμερα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη (στο τμήμα της δωρεάς Στέφανου Ιωαννίδη), με ενδιαφέροντα σχόλιά του δέκα χρόνια μετά, το 1955.

Η μικρή επαρχιακή κοινωνία της Ξάνθης (τα παλιά μεγαλεία της ήταν παρελθόν) είχε βιώσει τον πόλεμο, τη σκληρή βουλγαρική κατοχή, ζούσε τον εμφύλιο και οι νέοι (είναι φανερό από τα γραψίματά τους) ήθελαν να αφήσουν πίσω τα δεινά και τα δύσκολα. Προσέβλεπαν στο μέλλον, στη χαρά της ζωής, στην εκπλήρωση ονείρων που η κατοχική και η εμφυλιοπολεμική περίοδος ανέστειλε. Η 18η ερώτηση «Σας πίκρανε η ζωή και πώς;», είναι η μόνη από τις 25, που συνδέεται με το εγγύς δύσκολο παρελθόν και τις τρέχουσες δεινές εμπειρίες. Επιθυμούν όμως να έχουν μπροστά τους ανοιχτούς ορίζοντες. Οι ζωγραφιές το καταδεικνύουν: όμορφοι νέοι άνθρωποι, μαγευτικά τοπία, ονειρικά ηλιοβασιλέματα. Οι ερωτήσεις δηλώνουν προσδοκίες, πίστη στο μέλλον. Οι απαντήσεις συγκρατημένες, συντηρητικές. Από την πλειονότητα των συμμετεχόντων διατυπώνεται με ένταση η επιδίωξη για επαγγελματική αποκατάσταση, για μια ήρεμη (και εν τιμή) οικογενειακή ζωή. Υπάρχουν βέβαια και οι «λοξές» και ιδιότυπες για την εποχή ματιές στα πράγματα, κυρίως του αγνώστου μας Χ2 (με λεπτό χιούμορ και εμφανή την αστική άνεση και τα αντίστοιχα βιώματα, που σπούδαζε γιατρός, πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη).

Τα νεανικά αυτά λευκώματα γράφονταν πάντα με μια παιγνιώδη διάθεση, με το κρυφό ερωτικό παιχνίδι να κρατά σπουδαίο ρόλο. Ανακατεύονταν τα κορίτσια και τ’ αγόρια, έκαναν κόρτε, πειράζονταν, σαρκάζονταν, με χιούμορ, όλο υπονοούμενα και νύξεις. Στις σελίδες τους (όσων…σέβονταν τον εαυτό τους) εμφιλοχωρούσαν, με ευρηματικό και χαριτωμένο συνήθως τρόπο, πάντα όμως κεκαλυμμένα, το ερωτικό ενδιαφέρον, η ζήλεια, η συμπάθεια και η αντιζηλία, βοηθούντων και των ψευδωνύμων «μάσκες». Εκεί γράφονταν όσα ήταν δύσκολο να ειπωθούν κατά πρόσωπο ή τα απαγόρευε η…καλή αγωγή των κυριών. Σήμερα (δυστυχώς;) το γοητευτικό αυτό παιχνίδι έχει χαθεί, η τεχνολογία προσφέρει άπλετο φως και χώρο στις οθόνες των υπολογιστών και των κινητών τηλεφώνων.

Γράφει σήμερα η στιχοπλόκος κυρία Έρη σε ποίημά της που ακολουθεί, νοσταλγώντας πλέον ό,τι τότε θεωρούσε (μέσα στη νεανική αίσθηση αθανασίας) μόνιμο και σταθερό:

…Κι εγώ…είμαι στο στάδιο αυτό,

κι’ αναπολώ της μιας γενιάς το παρελθόν,

καθώς στα χέρια μου κρατώ και ξεφυλλίζω,

της νιότης μου το λεύκωμα αυτό…

όταν ο «κτήτορας» ετοιμάζει το λεύκωμά του και προσφέρει στην «παρέα» τις λευκές του σελίδες προς πλήρωσιν, επιδιώκει επίσης να δημιουργήσει ένα σώμα μνημών, μιας άγκυρα φουνταρισμένη στο παρελθόν του, έναν ομφάλιο λώρο με ό,τι αγαπά, για «νάχει» στο μέλλον «περιουσία». Δεν ακούσαμε για πεταμένα λευκώματα, αντίθετα είδαμε αρκετά, κρατημένα ως αγαπημένα ενθύμια και ξέρουμε πως υπάρχουν συλλέκτες που εντοπίζουν και αγοράζουν (ενίοτε πανάκριβα) παλαιά λευκώματα.

Ο ορισμός Λεύκωμα εστί…

Ας δούμε πως ορίζουν το Λεύκωμα (Άλμπουμ) στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ένας καθηγητής (Κ.Μ. Ράλλης) και ένας βιβλιοφύλαξ της βιβλιοθήκης της Βουλής (Δ.Π. Καλογερόπουλος):

Στην αρχαιότητα έτσι ωνομάζοντο επιφάνειαι τοίχων χρησιμοποιούμεναι ειδικώς προς επιγραφήν ειδοποιήσεων κοινού ενδιαφέροντος ή και πινακίδες έχουσαι τον ίδιον προορισμόν «τοίχος εστι αληλιμμένος γύψω προς γραφήν πολιτικών πραγμάτων».

Το Λεύκωμά ήτο ήδη εν χρήσει από τους αρχαίους Ρωμαίους, και αποτελούσε ημερολόγιον πράξεων της δημοσίας ή ιδιωτικής ζωής. Κατά τους νεωτέρους χρόνους λεύκωμα σημαίνει συλλογήν ενθυμίων, είναι πολυτελές τετράδιον αναμνηστικών επιγραμμάτων, ποιημάτων κτλ. γραφομένων από οικείους και φίλους. Ομοίως βιβλίον φωτογραφιών ή εικόνων τόπου τινός, άλλως άλμπουμ, λέξις λατινική (εκ του albus = λευκός).

Τω 1551 εδημοσιεύθη εν Παρισίους βιβλίον υπό τον τίτλον «Ephemeris historica», εν των οποίων το ήμισυ εκάστης σελίδος ήτο κενόν, όπως γράφονται εν αυτώ ιδιωτικής φύσεως συμβάντα. Ούτω διατηρούνται τα οικογενειακά βιβλία του Βοσσουέτου, του Μονταίϊν, του Στεφάνου Λασκιέ κ.α. Βαθμηδόν τα όρια διευρύνθησαν, περιλαβόντα και αναμνήσεις φιλικών προσώπων, ούτω δε παρήχθη ό,τι ονομάζετο άλλοτε «Album amicorum», χάρις δε εις την «μόδαν» της συλλογής αυτογράφων, επεκράτησεν η ιδέα της συλλογής γνωμικών, στίχων, ή απλώς μιας φράσεως, εκ της γραφίδος συγχρόνων προσωπικοτήτων, ή επιστηθίων φίλων, συμμαθητών κτλ. Τέλος δε η λέξις επεξετάθη ως τίτλος πάσης, εις σχήμα βιβλίου, συλλογής φωτογραφιών, εικόνων, εντύπων αποκομμάτων ή και γραμματοσήμων ακόμη καθώς και ως τίτλος εικονογραφημένων εκδόσεων περιγραφικού ή αναμνηστικού περιεχομένου.

Τα λευκώματα του πρώτου ως άνω τύπου ανάγονται εις τον 16ο αιώνα, διατηρούνται δε πλείστα τοιαύτα εξεχουσών προσωπικοτήτων, ιδία εν Γαλλία, των οποίων η ιστορική αξία ενίοτε είναι σπουδιαοτάτη. Παρ’ ημίν μέχρις εσχάτων υπήρχε το έθιμον αναγραφής γεννήσεων ή θανάτων ες τα τελευταία λευκά φύλλα Συνόψεως ή Ευαγγελίου, σώζεται δε ακόμη αριθμός τοιούτου είδους οικογενειακών ημερολογίων.

Η εισαγωγή στην έκδοση της Έρης

Ζητήσαμε από την ευγενέστατη κ. Έρη να γράψει μια δική της εισαγωγή στην έκδοση του παλαιού λευκώματός της. Μας απάντησε με ένα στιχούργημά της που παραθέτουμε.

Γενιές ανθρώπων φεύγουνε

κι άλλες τις διαδέχονται,

τα ήθη και τα έθιμα,

συνέχεια αλλάζουν.

Έτσι…, όλοι όσοι βρίσκονται

στην δύση της ζωής τους,

αναπολούν τα νιάτα τους

και κάνουνε συγκρίσεις.

Κι’ εγώ…είμαι στο στάδιο αυτό,

κι’ αναπολώ της μιας γενιάς το παρελθόν,

καθώς στα χέρια μου κρατώ και ξεφυλλίζω,

της νιότης μου το λεύκωμα αυτό.

Πω!πω! στα χρόνια μόνο μιας γενιάς,

που έφυγε πάλι γοργά, όπως πάντα συμβαίνει,

ποικίλες ήρθαν αλλαγές, απρόσμενες, πολύ

σκληρές, σε σύγκριση μ’ άλλες γενιές.

Ας πούμε όμως μερικές,

που είναι τόσο κτυπητές,

κι’ ίσως κανείς δεν δύναται

να τις αμφισβητήσει.

Στην προηγούμενη γενιά,

οι γέροι ζούσαν με χαρά,

μαζύ με τα εγγόνια τους,

μαζύ με τα παιδιά τους.

Σε τούτη όμως την γενιά,

σκληρή γι αυτούς η μοναξιά,

κι’ από τα ίδια τους παιδιά,

όταν τελειώσ’ η προσφορά τους.

Στην προηγούμενη γενιά,

παιδούλα όταν ήμουνα,

θυμάμαι τόσο καθαρά,

ξεκλείδωτες τις πόρτες.

Τώρα…,διπλές οι κλειδαριές,

κι ο φόβος δεν τελειώνει,

το έγκλημα αυξήθηκε…

και στη δική μας πόλη.

Ναι…, στην δική μας εποχή,

όλα αυξάνουν με ορμή

σεισμοί, πλημμύρες και τυφώνες,

σ’ αυτήν την πάλλουσα, φθίνουσα γη.

Η ατμόσφαιρα μολύνεται,

λιώνουν οι παγετώνες,

το όζον ελαττώνεται,

παντού απατεώνες.

Μια πάντα όμως, κάθε αρχή,

έχει και ένα τέλος.

Ας ευχηθούμε γι’ αλλαγή,

νάν’ αίσιο το τέλος.

Λυπούμαστε που δεν μπορεί ο αναγνώστης να την ακούσει να απαγγέλλει. Την τύχη αυτή είχαμε εμείς και πιστεύουμε πως η εκφραστικότατη απαγγελία της θα μας συνοδεύει για καιρό.

Ξάνθη, Δεκέμβριος 2007

Βασίλης Αϊβαλιώτης – Σοφία Αδαμαντίδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.