«Το κρατος δεν εχει συγκεκριμενη πολιτικη στο χωρο της μουσικης»
Από το 1994 ο Κώστας Μπραβάκης διευθύνει την μικτή τετράφωνη χορωδία «Φίλιππος» Βέροιας. Θρακιώτης στην καταγωγή ο κ. Μπραβάκης έχει σπουδάσει κιθάρα και σύνθεση. Τον γνωρίσαμε στην προχθεσινή εκδήλωση της μικτής τετράφωνης χορωδίας «Φίλιππος» Βέροιας την οποία διηύθυνε με σαφείς και επιδέξιες κινήσεις και με δυναμική ορμή μέσα σε πολυχρωμία γλωσσών και στοιχείων που καθήλωσαν τους ακροατές.
Ο τρόπος διεύθυνσης δήλωνε από τα πρώτους κιόλας ήχους της μουσικής μία τελείως φυσική και χωρίς συστολές σωματική έκφραση και η έντονη επαφή με τους μουσικούς διαπνεόταν από ένταση και συγκέντρωση. Τα χειροκροτήματα και τα μπράβο αφορούσαν αποκλειστικά αυτόν σε πρώτη γραμμή και κατά δεύτερον όμως την επίδοση της χορωδίας.
Λίγο πριν τη συναυλία ο ΠτΘ συνομίλησε με το διευθυντή της ορχήστρας τον Κώστα Μπραβάκη. Ο κ. Μπραβάκης καταθέτει τις απόψεις του για την πορεία του είδους στην Ελλάδα, την έλλειψη πολιτικής αλλά και για το μέλλον του σχήματος.
ΠτΘ: κ. Μπραβάκη πώς προέκυψε το πολυποίκιλο αυτό CD;
Κ.Μ.: Η χορωδία αποτελείται από μαθητές του Ωδείου, από καθηγητές του Ωδείου, καθώς και από πολίτες της Βέροιας που τους αρέσει η χορωδιακή μουσική και η χορωδιακή πράξη. Πριν χρόνια δημιουργήθηκε η μαθητική χορωδία, αλλά με την είσοδο νέων μελών καθώς και με την άνοδο του επιπέδου, αυξήθηκαν οι φιλοδοξίες μας. Πέρυσι ετοιμάσαμε ένα χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα για την ΕΤ3, που περιελάμβανε τα περισσότερα τραγούδια του CD, και μας ήρθε η ιδέα να τα κυκλοφορήσουμε και σε δίσκο. Όλα τα μέλη της χορωδίας ανήκουν στο σύλλογο «Φίλοι της Τέχνης» – που θα μου επιτρέψετε να πω ότι κινεί όλες τις διαδικασίες – και μέσω του Συλλόγου εκδόθηκε το CD, το οποίο θέλαμε να αγκαλιάζει μέσα από τα 28 τραγούδια του όσο το δυνατόν πιο πολλά είδη, αλλά με προσοχή και με διακριτικότητα, για να μη φθάσουμε στο σημείο της συγχώνευσης και μίξης χωρίς κανένα σκοπό. Δηλαδή όσα αποκαλούμε σήμερα «παγκοσμιοποιημένα προϊόντα» να μην πολτοποιηθούν αλλά να δοθεί μία χροιά έθνικ, όπως συνηθίζεται εξάλλου τώρα να λαμβάνεται ως έθνικ οτιδήποτε μη τοπικό. Ωστόσο, αυτοί οι ύμνοι και τα κάλαντα δημιουργήθηκαν για να υπερτονισθεί η διαφορετικότητά τους και πάντα μέσα από την διαφορετικότητα του πολιτισμού, ο ίδιος να είναι ανοιχτός στην παγκοσμιοποίηση.
ΠτΘ: Το προσωπικό σας όραμα γι΄ αυτή τη χορωδία είναι να δημιουργηθεί μία χορωδία κύρους, επώνυμη. Στην Ελλάδα είναι ελάχιστες οι επώνυμες χορωδίες που θεωρούμε ότι συνέβαλαν τα μάλα στην καλλιέργεια της μουσικής…
Κ.Μ.: Στόχος μας είναι να πετύχουμε καλλιτεχνικά, και οι ίδιοι, ως κριτές του εαυτού μας, να είμαστε ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν φανατικοί φίλοι της χορωδιακής μουσικής και δεν είναι ένα προϊόν που μπορεί εύκολα να βγει στην επιφάνεια από τα ΜΜΕ. Εκ των πραγμάτων αποκλείει ορισμένες κατευθύνσεις. Η μόνη μας κατεύθυνση είναι να γινόμαστε κάθε μέρα καλύτεροι, να διαδώσουμε τη χορωδιακή μουσική, να διαδώσουμε την καλή μουσική και από εκεί και πέρα για μας είναι μεγάλη χαρά και ευτυχία να μεταδίδουμε όλα αυτό το πνεύμα της τέχνης, μέσα από φορείς που μας γνωρίζουν και μας καλούν.
ΠτΘ: Η χορωδία είναι ως μουσικό είδος δύσκολο. Πόσα χρόνια τη διευθύνετε;
Κ.Μ.: Είναι εξαιρετικά δύσκολο είδος. Από το 1994 τη διευθύνω, όχι φυσικά με τα ίδια άτομα. Πάντως ο βασικός κορμός δεν αλλάζει, απλώς σταδιακά ανανεώνονται τα άτομα.
ΠτΘ: Εσείς ως προεξάρχων πώς “αντέχετε”, παρόλο που η επαρχία δεν «αγαπά», δεν γνωρίζει ουσιαστικά αυτό το είδος;
Κ.Μ.: Η επαρχία αγαπά τα πάντα. Νομίζω ότι αν έρθουμε δυο τρεις φορές και κάνουμε το ίδιο πρόγραμμα θα ευχαριστηθούν οι άνθρωποι που γνωρίζουν και την πολυφωνική μουσική της Αναγέννησης, έργα της οποίας έχουμε στο ρεπερτόριο. Μόνο που λένε ότι τους αρέσει ο τρόπος που μπαίνουν και βγαίνουν οι φωνές και το πώς διαπλέκονται μεταξύ τους, αυτό είναι ένα δείγμα ότι έχουμε κάνει το πρώτο βήμα.
Πτθ: Οι σπουδές σας, κ. Μπραβάκη, αφορούν στη μουσική;
Κ.Μ.: Έχω σπουδάσει κιθάρα και σύνθεση, καθώς και θεωρητικά και η βασική μου ιδιότητα είναι αυτή του συνθέτη της σύγχρονης κλασσικής μουσικής και βέβαια του διευθυντή των μουσικών συνόλων που προκύπτουν από τους μαθητές του ωδείου.
ΠτΘ: Το κράτος, λαμβάνοντας υπ΄ όψη την έλλειψη παιδείας στη χορωδιακή μουσική, σας βοηθά; Είναι, εξάλλου, μία τεράστια προσπάθεια, είστε μία χορωδία πενήντα ατόμων…
Κ.Μ.: Το κράτος δεν μας βοηθά, δεν μας έχει τύχει τουλάχιστον. Νομίζω ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική. Εδώ δεν υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική ούτε για τα μεγάλα σύνολα, για τις συμφωνικές ορχήστρες. Κάθε τόσο αλλάζουν διευθυντές, κάθε τόσο απολύονται μέλη. Βλέπω και την Κρατική Θεσσαλονίκης, δεν νομίζω ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τη χορωδιακή μουσική, διότι δεν την γνωρίζουν, δεν την ξέρει ο κόσμος. Και συνήθως οι πολιτικοί απέχουν από την τέχνη αρκετά, είναι λίγοι αυτοί που την κατανοούν και αυτή είναι η αλήθεια. Δεν νομίζω ότι μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς αυτό. Έχουμε διάφορες ρήσεις από πολιτικούς εκατέρωθεν: Ο ένας αποκάλεσε τους ποιητές «λαπάδες», ο άλλος είπε τα κέντρα διασκέδασης «πολιτιστικά κέντρα», και εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι ακρότητες και υπερβολές που δείχνουν την πραγματικότητα.
ΠτΘ: Θυμώνετε εσείς που η μουσική ως πρόσληψη είναι πίσω στην Ελλάδα και όχι μόνο σε αυτόν τον τομέα, αλλά και στις υποδομές λόγου χάριν; Και από την άλλη, κανείς δεν φροντίζει να θεραπεύσει αυτές τις ελλείψεις;
Κ.Μ.: Δεν μπορούμε να πούμε ότι η μουσική είναι πίσω στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να τα φορτώνουμε όλα στο κράτος, αν και νομίζω ότι έχει σοβαρό μερίδιο ευθύνης σε όλα. Πρέπει να ασχολούμαστε με την παιδεία και την εκπαίδευση, παρά με το σόου της Ολυμπιάδας και που έχει πια, όπως φαίνεται, ξεφύγει από τα χέρια μας. Νομίζω ότι το Υπουργείο Πολιτισμού, αν μιλάμε για τέχνη, θα έπρεπε να ασχοληθεί πρώτα-πρώτα με τη βάση, να ξεκινήσει από την εκπαίδευση, με ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα που θα παραμείνει αλώβητο από τις αλλαγές των κυβερνήσεων.
ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σας για τα μουσικά σχολεία;
Κ.Μ.: Όπως ακριβώς ρωτάμε «σε ποιο ωδείο να πάω το παιδί μου» εγώ θα έλεγα «σε ποιο δάσκαλο». Βέβαια, όταν ένας τέτοιος χώρος έχει πολλούς άξιους ανθρώπους τότε έχει καλό όνομα το ίδιο το μουσικό ίδρυμα. Τα μουσικά σχολεία άλλα, όπως ακούω, έχουν πετύχει και άλλα όχι. Οι λόγοι βέβαια γι΄ αυτό δεν είναι της αρμοδιότητάς μου.
ΠτΘ: Η Βέροια μάς έχει δώσει πολλά θετικά δείγματα στον τομέα της μουσικής. Πώς αυτή η διαφοροποίηση σε σχέση με την ελληνική επαρχία; Θυμάμαι και τις εκδηλώσεις με τη Σόνια Θεοδωρίδου…
Κ.Γ.: Η Σόνια Θεοδωρίδου είναι φίλη μου και συνεργάτης κι έχω εκδώσει ένα CD με τραγούδια που τραγουδά. Δημιούργησε με την ανθρώπινη φωνή ένα φεστιβάλ που είχε δύο στόχους, έναν εκπαιδευτικό και έναν ψυχαγωγικό, δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να ευδοκιμήσει για πάρα πολλούς λόγους που δεν είναι επί του παρόντος.
ΠτΘ: Ζώντας αυτήν την κατάσταση, έχοντας επιλέξει τη μουσική ως βασικό τρόπο ζωής, σε τι ευελπιστείτε;
Κ.Μ.: Οργανώνουμε τη ζωή μας γύρω από μικρές χαρές, όπως είναι η χορωδία, όπως είναι τα μουσικά μας σύνολα. Βέβαια, στη Βέροια έχουμε πολύ καλή υποδομή, ένα μέγαρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών και καλύτερο ακόμη. Έχουμε ανθρώπους που ασχολούνται, αλλά έχουμε και ανθρώπους που δεν τους αρέσει ένα δένδρο να ψηλώνει από κάτω. Έχουμε πολλές φορές αντιμετωπίσει προβλήματα, αλλά τα αντιμετωπίζουμε με τη δουλειά μας και με την ποιότητά της. Και καταφέρνουμε, όταν διοργανώνουμε οποιαδήποτε εκδήλωση στο λεγόμενο χώρο των τεχνών, να γεμίζουμε έναν χώρο εξακοσίων θέσεων, μία και δύο φορές ενδεχομένως.
ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ
Γ.Μ: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.- Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
