«Το “Καλιφορνια Ντριμιν” αντανακλα τα αδιεξοδα της νεολαιας σημερα»

Με αφορμή την πρεμιέρα του έργου «Καλιφόρνια Ντρίμιν», του βραβευμένου θεατρικού συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη που έχει προγραμματιστεί για τις 30 Ιανουαρίου στην Κομοτηνή, ο σκηνοθέτης του έργου και γνωστός στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης μας από τη θητεία του στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου στην πρώτη περίοδο της λειτουργίας του (1985 -1989) κ. Βασίλης Κυρίτσης, μίλησε στο «ράδιο Παρατηρητής» και στην εκπομπή του Δάμωνα Δαμιανού «Αιχμή του Δόρατος» για τις αναμνήσεις του από την Κομοτηνή, την αμέριστη συμπαράσταση που είχε από τους τοπικούς άρχοντες της εποχής, ενώ καυτηριάζει την αδιαφορία σχετικά με την προβολή των πολιτιστικών προϊόντων και τον συνεπαγόμενο εκφυλισμό τους. Επίσης, αναφερόμενος στο «California Dreamin» επισημαίνει τον τρόπο, με τον οποίο το έργο, μέσα «από ένα πανέξυπνο σενάριο» αντανακλά τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα της νεολαίας σήμερα.

Δ.Δ.: Βρίσκεστε στην Κομοτηνή με αφορμή τη σκηνοθεσία της παράστασης της κεντρικής σκηνής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής του έργου «Καλιφόρνια Ντρίμιν», το οποίο αναμένεται να κάνει την πρεμιέρα του, σύμφωνα με τα όσα έχουν προγραμματιστεί, στις 30 Ιανουαρίου. Πριν περάσουμε σε αυτό θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς αισθάνεστε κάθε φορά που βρίσκεστε στην Κομοτηνή.
Β.Κ.: Η Κομοτηνή είναι η αγαπημένη μου πόλη και η συγκίνησή μου είναι μεγάλη και ιδιαίτερη κάθε φορά που την επισκέπτομαι, είναι ουσιαστικά η δεύτερή μου πατρίδα. Εδώ διέγραψα μια πορεία ιδιαίτερα πυκνή σε γεγονότα, κυρίως δημιουργικά και οφείλω να πω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι ήταν συμπαραστάτες σε εκείνο το έργο που έκανα και χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν τόσα έργα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Δ.Δ.: Ήσασταν ο στυλοβάτης της δημιουργίας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής σε μια περίοδο που ήταν σαφέστατα διαφορετική από τη σημερινή, υπήρχε βέβαια η πολιτική βούληση από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, τον αείμνηστο τότε δήμαρχο της Κομοτηνής Χαράλαμπο Κατσιμίγα και τον αντιδήμαρχο Ιορδάνη Ταουκίδη…
Β.Κ.: Πρέπει να υπογραμμίσω ότι ευτύχησα να έχω αυτούς τους ανθρώπους πλάι μου και κάθε φορά έβρισκα ανταπόκριση σε οποιοδήποτε αίτημα. Όλο το Δ.Σ. της εποχής εκείνης πραγματικά ήταν στο πλάι μου για όλων των ειδών τα προβλήματα που αντιμετώπιζα γιατί σας θυμίζω ότι δεν υπήρχε καρέκλα να καθίσω τότε στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., ένα κτίριο απολύτως άδειο, πρώην λέσχη των δημοσίων υπαλλήλων, που δεν ξέραμε καν αν αυτό έπρεπε να μετατραπεί σε θέατρο ή όχι. Αυτό το κτίριο είχε ο δήμος και μας το παραχώρησε. Όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες και ήρθε ο καιρός για την παράσταση «Μιας πεντάρας νιάτα» τις καρέκλες τις δανειστήκαμε από τη Λέσχη Κομοτηναίων. Τότε μάλιστα είχαμε επισκεφτεί και τα «Αστέρια», όπου γινόντουσαν οι παραστάσεις, και όταν είδα την σκηνή θεώρησα ότι έπρεπε να γίνει ολόκληρη κατασκευή για να επεκταθεί ενώ όταν συζήτησα τα οικονομικά με τους αρμόδιους επιχειρηματίες μου πρότειναν ένα πολύ μεγάλο ποσό. Σκέφτηκα ότι αντί να ξοδέψουμε τόσα λεφτά για μια παράσταση που θα διαρκούσε 15 μέρες με κίνδυνο να μην έχουμε κέρδος αλλά καλύτερα θα ήταν να μετατρέψουμε τον χώρο της πρώην λέσχης σε ιδιόκτητο θέατρο του δήμου. Ανακοίνωσα αυτήν την πρότασή μου στον δήμο και έλαβα την έγκρισή τους. Έτσι ξεκίνησα λοιπόν αυτή την ιστορία και αποκτήσαμε το πρώτο ιδιόκτητο κτίριο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής στην πόλη.

Δ.Δ.: Βεβαίως η ιστορία κύλησε από τότε, πολλά γεγονότα συνέβησαν, πολλές παραστάσεις ήρθαν και έφυγαν. Εκείνο που μένει σήμερα ως παράπονο, και το συζητώ διαχρονικά με ανθρώπους που διακονούν το θέατρο, το λέει πολύ συχνά και ο Κώστας Κατσιμίγας, ο γιος του Χαράλαμπου, είναι ότι το θέατρο δεν πουλάει πολιτικά στην Κομοτηνή, με την έννοια ότι δεν έχει κατορθώσει ένα ευρύ σώμα ανθρώπων να το παρακολουθούν και να το αγαπούν. Αν και η πόλη έχει μεγαλώσει πολύ από πληθυσμιακή άποψη από τη δεκαετία του 80, ο αριθμός των ανθρώπων που ασχολούνται με το θέατρο παραμένει μικρός. Κατά πόσο το συναντήσατε αυτό σε άλλες πόλεις;
Β.Κ.: Υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά στα πολιτιστικά της χώρας και όχι μόνο στην Κομοτηνή. Εκείνη η δυναμική που υπήρχε στα πολιτιστικά πράγματα πριν από κάποια χρόνια δεν υπάρχει πια. Το ουσιαστικό ενδιαφέρον για την πρόοδο και την πολιτιστική αποκέντρωση σταμάτησε. Από ʼκει και πέρα, αυτό το πράγμα, για να μπορέσει να ανθίσει, θέλει, εκτός όλων των άλλων και ικανούς ανθρώπους. Λυπάμαι που θα διαπιστώσω ότι το θέατρο δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τις υπόλοιπες δραστηριότητες της κοινωνίας και αφού και αυτές δεν είναι στην καλύτερή τους κατάσταση, γιατί να είναι και το θέατρο; Φαινόμενα έλλειψης αξιοκρατίας και στον χώρο του πολιτισμού έχουμε πάρα πολλά.

• Για τη δημιουργία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ είχε κινητοποιηθεί τότε ολόκληρη η πόλη
χωρίς κομματικές παρωπίδες

Δ.Δ.: Επειδή τυγχάνει να είμαι και δημοτικός σύμβουλος, εδώ και 8 χρόνια ζω από κοντά τις προσπάθειες του εκάστοτε δημάρχου να λάβει αυτή την επιχορήγηση από το υπουργείο Πολιτισμού, υπάρχει δηλαδή το φαινόμενο της υποχρηματοδότησης εκ μέρους του κεντρικού κράτους.
Β.Κ.: Εκείνα τα χρόνια αυτά ήταν αδιανόητα, ακόμα και όταν άλλαξε το Δ.Σ. Τον Χαράλαμπο Κατσιμίγα, διαδέχτηκε ο Ανδρέας Στογιαννίδης, ο οποίος είχε χρίσει υπεύθυνο για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. τον κ. Πέτρο Ματσκίδη που πραγματικά συμπαραστάθηκε και δεν ένοιωσα καμία διαφοροποίηση σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, πράγμα που οφείλω να το πω δημόσια. Όλοι πληρωνόντουσαν στην ώρα τους, καλλιτέχνες, συνεργάτες, αγορές, τιμολόγια, με μια εντελώς ευρωπαϊκή προγραμματισμένη πληρωμή που πολλοί δεν το πίστευαν. Στην πρεμιέρα, για παράδειγμα, είχαν ξοφληθεί όλοι οι συνεργάτες και οι αγορές. Ήταν λιγότερα τα χρήματα που χρειαζόντουσαν, τα τρία πρώτα, για παράδειγμα έπαιρνα από τον δήμο 5 εκατομμύρια δραχμές και τον τέταρτο 10, αλλά αν δείτε τα συγκριτικά στοιχεία των θεατών και των εισιτηρίων που υπάρχουν στο αρχείο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. θα καταλάβετε ότι το θέατρο ήταν γεμάτο, τη στιγμή που παίζαμε από Τρίτη μέχρι Κυριακή με διπλές παραστάσεις το Σάββατο. Αυτό σημαίνει ότι είχε κινητοποιηθεί ολόκληρη η πόλη χωρίς κομματικές παρωπίδες, είχε ξεπεραστεί το θέμα αυτό, και μέναμε όλοι στην ουσία και στην αξία του πολιτιστικού προϊόντος που παραγόταν εδώ στην πόλη. Ο κόσμος το αξιολογούσε και χαιρόταν γιʼ αυτό και ερχόταν, οι δε προσκλήσεις ήταν ελάχιστες, αυτό που συμβαίνει τώρα με τις προσκλήσεις πρέπει να σταματήσει και γνωρίζω ότι ο Δημήτρης Παπασταμάτης δίνει πολύ καλούς αγώνες για να πάει ένα βήμα πιο πέρα ο θεσμός αυτός. Λογικό είναι να υπάρχουν σκαμπανεβάσματα όπως είχαν και τα ημικρατικά θέατρα στην Ευρώπη με ιστορία δύο αιώνων σε αντίθεση με την ιστορία των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. που είναι πολύ μικρή, 27 -28 χρόνων. Υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος, θα υπάρξει ακμή και παρακμή αλλά πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι να κρατάνε γερά τα ηνία έτσι ώστε τα κεκτημένα να παραμένουν κεκτημένα και το καλύτερο να είναι η ευχή και η προσπάθεια όλων.

Δ.Δ.: Εμένα με ενοχλεί ότι κάποιοι το αντιμετωπίζουν ως πάρεργο και εννοώ τους αιρετούς, και δυστυχώς και η κοινωνία, ίσως να συμβάλουν σε αυτό τα προβλήματα, η καθημερινότητα, η ευτέλεια που έφερε στο μεταξύ η έκρηξη της τηλεόρασης – φαινόμενο που δεν υπήρχε στη δεκαετία του ʼ80 και ο κόσμος είχε και άλλα ερεθίσματα-, δημιουργούν αυτήν την κατάσταση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., τουλάχιστον της ευρύτερης περιοχής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης για την οποία γνωρίζω.
Β.Κ.: Αυτό είναι αλήθεια και στην Ελλάδα ο πολιτισμός και οι άνθρωποι που τον υπηρετούν θα βρίσκονται πολύ χαμηλά στην ατζέντα των ενδιαφερόντων των δημοτικών αρχόντων. Δυστυχώς, αυτό δεν αντιμετωπίζεται εύκολα όπως και το πολιτιστικό προϊόν «14» όπως θα έλεγα και σε άλλη εκπομπή, που παράγεται από τον δαίμονα σε παγκόσμιο επίπεδο που λέγεται τηλεόραση και, αυτή τη στιγμή, η ισοπέδωση που παράγεται ως τελικό προϊόν σχεδόν σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές δεν έχει προηγούμενο, είναι παγκόσμια, χωρίς την πολυχρωμία των πολιτιστικών δεδομένων κάθε περιοχής, κυριαρχούν κάποιες γλώσσες ή κάποια γλώσσα, η οποία καθορίζει και τα πρότυπα πάνω στα οποία χτίζεται το όνειρο της σημερινής νεολαίας. Με αφορμή αυτή τη γενικότερη συζήτηση έρχομαι στη θεματογραφία του έργου που πρόκειται να ανεβάσουμε.

• «Καλιφόρνια Ντρίμιν»

Δ.Δ.: «Καλιφόρνια Ντρίμιν» λοιπόν…
Β.Κ.: «Καλιφόρνια Ντρίμιν» να σας θυμίσω ότι είναι μια παλιά ιστορία με το αμερικάνικο όνειρο, από εκεί αντλεί και τη θεματολογία του ως τίτλος, ως επικεφαλίδα.

Δ.Δ.: Ταυτίστηκε με ολόκληρες γενιές ανθρώπων το αμερικάνικο όνειρο…
Β.Κ.: Και, σε κάποιες χώρες, συνεχίζει να ταυτίζεται ως παραποιημένο σε κάποιες χώρες. Δεν πρόκειται βέβαια για αυτό το πράγμα αλλά για μια επιθυμία της νεότερης γενιάς, δηλαδή οι σημερινοί 20άρηδες, κατά κύριο λόγο, η οποία παλεύει να βρει δρόμους και νέες διαδρομές, να δημιουργήσει το αύριο να δει πώς θα πορευτεί επαγγελματικά, πολιτιστικά, πώς θα καλύψει τις ανάγκες της ευαισθησίας του και της καλλιέργειάς του. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι δεδομένο και εδώ θα πρέπει, οι γονείς πρώτα απʼ όλα να σκύψουν το κεφάλι, γιατί αν περιμένουν από την κοινωνία να βρει λύσεις σε αυτά τα θέματα νομίζω ότι θα συνεχιστεί η κατάσταση, ήδη τα πρώτα παραδείγματα δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρα. Ωστόσο, σε ό,τι έχει να κάνει με το έργο, ο Βασίλης Κατσικονούρης, ο είναι ένας βραβευμένος συγγραφέας, γιατί το «Καλιφόρνια Ντρίμιν» έχει πάρει το βραβείο θεάτρου για το 2002 και αμέσως μετά ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο, και επίσης είναι ο δημιουργός τους περίφημου έργου «Το γάλα» που παίζεται ανελλιπώς εδώ και 5 χρόνια στην Αθήνα. Στο έργο παίζουν 4 πρόσωπα, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, που όλοι πρέπει να είναι και να πείθουν γιʼ αυτό 20άρηδες. Πρόκειται για τη δύσκολη μετεφηβική ηλικία, είναι λαϊκά παιδιά που ψάχνονται, μερικοί απʼ αυτούς κάνουν κάποιες δουλειές, μικροσπουδές, προσπαθώντας να ανοίξουν μία δίοδο, να δουν λίγο φως κάπου, επαγγελματικά, στη ζωή τους και στις καθημερινές τους ανάγκες. Διαπιστώνουν λοιπόν ότι δεν είναι καθόλου εύκολο και με αφορμή μια θεσμοθετημένη υποχρέωση, για τους άνδρες, να υπηρετήσουν στον στρατό ξεκλειδώνεται μια μεγάλη σε μήκος ιστορία, πολύ ενδιαφέρουσα που θίγει πολλές πλευρές της ζωής αυτών των παιδιών και βέβαια εκεί αναδεικνύονται η ημιμάθεια, οι ελληνικούρες, με ένα χιούμορ καταπληκτικό, η έλλειψη ελπίδας, η απαισιοδοξία, η μικροκομπίνα, η επιπολαιότητα με την οποία προσπαθούν να επιλύσουν προβλήματα, οι ρηχές ιδέες, οι συγκρούσεις πάνω στις καθημερινές σχέσεις αγοριών και κοριτσιών, όλα αυτά που βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνουν και μάλλον η οργανωμένη σημερινή ελληνική κοινωνία δεν βλέπουμε να έχει πάρει αξιόλογα μέτρα έτσι ώστε να τους ανάψει κάποια φώτα στο βάθος ενός τούνελ, μιας διαδικασίας δηλαδή που μοιάζει με διαδρομή αλλά δεν είναι, είναι στάσιμη.

Δ.Δ.: Αδιέξοδο δηλαδή στο βάθος του…
Β.Κ.: Πίσω δηλαδή από ένα καταπληκτικό, πανέξυπνο κείμενο, γεμάτο από ατάκες που τρέπουν την προηγηθείσα κατάσταση και τη μεταφέρουν με μια καταπληκτική ταχύτητα στην επόμενη και αυτή τρέπεται με τη σειρά της, και βέβαια είναι εκρηκτικό το γέλιο που προκαλεί στο κοινό, διαπιστώνουμε τελικά ότι αυτό που κρύβεται από πίσω είναι μια μαυρίλα, έλλειψη ελπίδας, ένα αδιέξοδο, ένας δρόμος που δεν έχει καν σταυροδρόμι, ούτε καν δυνατότητες να κάνεις λάθος επιλογή ενός δρόμου. Άρα πρέπει να ξαναδούμε σε βάθος αυτά τα θέματα, αυτή τη γενιά για να μπορέσουμε να δώσουμε εμείς απαντήσεις ή να τους δώσουμε τη δυνατότητα να πάρουν πρωτοβουλίες. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν ούτε αυτή τη δυνατότητα γιατί περιστρέφονται οι ιδέες τους γύρω από μια καθημερινότητα με ένα φτωχότατο λεξιλόγιο, με μία αργκό που δεν καταλαβαίνουμε αν είναι η ελληνική γλώσσα, η οποία είναι τόσο πλούσια και πολύχρωμη, ικανή να καλύψει όλες τις ευαισθησίες και όλες τις καλλιέργειες που μπορεί να έχει ένας ανθρώπινος ψυχισμός και εδώ βλέπουμε τα παιδιά αυτά να μένουν μόνο στην επιφάνεια.

Δ.Δ.: Κύριε Κυρίτση σας ευχαριστώ πολύ.
Β.Κ.: Εγώ σας ευχαριστώ.

Δάμων Δαμιανός
Επιμέλεια: Γ.-.Δ.Κ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.