Το επος του ΄40 απο τον Ελληνικο Ερυθρο Σταυρο

Ο πόνος, η πείνα, η ανέχεια, ο φόβος, η μάχη, το αίμα και η προσφορά. Λέξεις και ορισμοί που σαφώς και δεν μπορούν να χωρέσουν τον πόνο μιας εποχής, το βαθύ «γιατί» κάθε πολέμου και το έπος του ηρωισμού που έγινε κατάθεση ζωής. Μέσα από της σελίδες του βιβλίου για τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και το παράρτημα της Κομοτηνής της Φωφώς Κουτλογεωργίου, που κυκλοφόρησε πριν από περίπου μισό χρόνο, ο εθελοντισμός και η προσφορά διηγούνται το έπος του ΄40 όπως το βίωσαν οι τραυματίες της περιοχής και οι νοσηλεύτριες, οι γιατροί και οι εθελόντριες του Σώματος. Αποκόμματα του τοπικού τύπου, σπάνιες κι αποκαλυπτικές φωτογραφίες, ντοκουμέντα από τα συσσίτια και την κατάσταση στο Νοσοκομείο της Κομοτηνής εκείνη την εποχή μας κοινωνούν την κακή πλευρά του πολέμου και την καλή του εθελοντισμού που έσπειρε την ελπίδα στον τόπο πριν ακόμη από την απελευθέρωση για να συνεχίσει και στην άλλη αμέσως επόμενη περίοδο που στιγμάτισε τη χώρα: τον Εμφύλιο.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η ανάγκη ταχύρρυθμης

εκπαίδευσης εθελοντριών

νοσοκόμων

Με την έκρηξη του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 και την πιθανή εξάπλωσή του στην πατρίδα μας, κρίθηκε κατεπείγουσα η εκπαίδευση εθελοντικού νοσηλευτικού προσωπικού. Με στενή συνεργασία του Υπουργείου Στρατιωτικών -Διεύθυνση Υγειονομικού-, του Υπουργείου Πρόνοιας, της Εθνικής Υπηρεσίας Πολιτικής Επιστράτευσης και της Διοικήσεως του ΕΕΣ, διαπιστώθηκε η τρομερή έλλειψη, σε περίπτωση πολέμου, τακτικών αδελφών νοσοκόμων για προσφορά υπηρεσιών στα Στρατεύματα.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα και συνεκτιμώντας την μέχρι τότε συνεισφορά του στον τομέα της εθελοντικής προσφοράς, ανατίθεται στον ΕΕΣ η εκπαίδευση εθελοντριών βοηθών νοσοκόμων για τις στρατιωτικές, κυρίως, ανάγκες. Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της επιβαλλόμενης προετοιμασίας, ο ΕΕΣ μειώνει την προβλεπόμενη ετήσια θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των εθελοντριών βοηθών νοσοκόμων σε τετράμηνη ταχύρυθμη.

Με έκτακτη ανακοίνωση ο ΕΕΣ καλεί τις Ελληνίδες όλων των Τμημάτων, Κεντρικών και Επαρχιακών, να συστρατευθούν. Στην πατριωτική αυτή προσπάθεια, για την επίτευξη του εθνικού και ανθρωπιστικού καθήκοντος, η ανταπόκριση των Ελληνίδων υπήρξε και μεγάλη και συγκινητική.

Στις σειρές των εντατικών μαθημάτων της περιόδου 1939-40, που πραγματοποιούνται από τον ΕΕΣ σε δεκαοκτώ επαρχιακά τμήματα, εκεί όπου υπάρχουν πολιτικά ή στρατιωτικά Νοσοκομεία, στην εκπαίδευση συμμετέχουν 1347 εθελόντριες, αποκτώντας γνώσεις και εξειδίκευση να συνεισφέρουν ως βοηθοί νοσοκόμοι.

Στα επαρχιακά τμήματα αποστέλλονται διπλωματούχες αδελφές νοσοκόμες της Πρότυπης Ανωτέρας Σχολής του ΕΕΣ για την αρτιότερη εκπαίδευση των εθελοντριών.

Το επιστημονικό προσωπικό του Νοσοκομείου πραγματοποίησε για πρώτη φορά στην πόλη μας, το 1939, θεωρητική και πρακτική κατάρτιση είκοσι δύο εθελοντριών βοηθών νοσοκόμων. Από αυτές, στις 20 Δεκεμβρίου 1939, πήραν πτυχίο οι παρατιθέμενες ακολούθως κατʼ αλφαβητική σειρά είκοσι Κομοτηναίες: Άννα Βίβογλου, Πανδώρα Δαλλίδου, Καλλιόπη Δαπέργολα, Εύχαρις Ζουμνοπούλου, Γιολάνδα Κακαρούγκα, Χρυσούλα Κολοκοτρώνη, Αυγή Κυπριανώφ, Μαίρη Λαμπρινοπούλου, Ιφιγένεια Μανθούλη, Δώρα Μποχώρη, Σουλτάνα Μολλά, Αργυρώ Ορφανουδάκη, Ευδαιμονία Παυλίδου, Αλεξάνδρα Προβατάρη, Έλσα Παπαδημητρίου, Καλλιάρχη Πυραλεμίδου, Αικατερίνη Τσόχατζη, Κατίνα Τσουκαλά, Ανθούλα Φλαμουρτζόγλου και Αθανασία Χρυσοχοΐδου.

Μια μέρα μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 29 Οκτωβρίου 1940, οι προαναφερθείσες είκοσι αδελφές επιστρατεύθηκαν όλες στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο Κομοτηνής.

Τον Ιανουάριο του 1941, με εντολή του τμήματος ΕΕΣ Θεσσαλονίκης, έλαβαν φύλλο πορείας για το πολεμικό μέτωπο του Αμυνταίου.

Οι εθελόντριες Αργυρώ Ορφανουδάκη, Αλεξάνδρα Προβατάρη, Αικατερίνη Τσόχατζη και Ανθούλα Φλαμουρτζόγλου παρουσιάστηκαν στο Παπάφειο Νοσοκομείο και από εκεί στο νεοϊδρυθέν 8ον Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, αργότερα δε μετέβησαν στην Αναργύρειο Σχολή Σπετσών για την υποδοχή των τραυματιών, με την κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου. Με την εισβολή των Γερμανών μετεφέρθησαν όμως στην Αθήνα και τοποθετήθηκαν στα νοσοκομεία του ΕΕΣ, του Ευαγγελισμού και του Ναυτικού.

Η ίδια η συγγραφέας καταθέτει: «Στο σημείο αυτό, παρακαλώ να μου επιτραπεί ο προσωπικός τόνος, καθώς οι προσωπικές μου αναμνήσεις από την ημέρα αναχώρησης των εθελοντριών νοσοκόμων για το μέτωπο είναι ακόμα έντονα χαραγμένες στη μνήμη μου, ως ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων, ένας απλός στην καθημερινότητά του λαός μετασχηματιζόταν σε λαό ηρώων, λαό ικανό να υπερασπίσει, με τη ζωή του την ίδια, διαχρονικές έννοιες και αξίες, όπως η οικογένεια και η πατρίδα. Στις εικόνες που με καθόρισαν όμως ως άνθρωπο τώρα, και οι οποίες έχουν σχέση τόσο με τη γενναιότητα των στρατιωτών μας στο μέτωπο, όσο και με τα μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη νέα βουλγαρική κατοχή της Θράκης, την πείνα, τη δυστυχία και τις κακουχίες, που γνώρισαν κατά τη διάρκειά της οι Θρακιώτες».

Η αναχώρηση των εθελοντριών

αδελφών για το μέτωπο το 1940

«Η εικόνα της αναχώρησης των εθελοντριών αδελφών για το μέτωπο του πολέμου της Αλβανίας ήταν καθοριστική για μένα, καίτοι παιδί, αφού τότε αποφάσισα, όταν μεγαλώσω, να γίνω εθελόντρια αδελφή.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός είχε να δει τόσο κόσμο από τις πρώτες ημέρες της Γενικής Επιστρατεύσεως -28 Οκτωβρίου 1940- που όλοι κάποιον δικό τους άνθρωπο έπρεπε να αποχαιρετήσουν. Η εικόνα παραμένει ακόμη ολοζώντανη στη μνήμη. Μαζί με τον αδελφό μου, οι γονείς μου μάς είχαν ανεβάσει στο περβάζι ενός παραθύρου του κτιρίου του Σταθμού για να δούμε και να χαρούμε τον αυθορμητισμό των Κομοτηναίων εθελοντριών, που έφευγαν για την πρώτη γραμμή του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Μυριόστομες ήταν οι ευχές όλων στο κατευόδιο για τη ΝΙΚΗ.

Η Κομοτηνή πλήρωσε μεγάλο φόρο αίματος στον πόλεμο αυτό με τους Ιταλούς. Ο Δεκέμβριος του 1940, συγκεκριμένα από τις 3 έως τις 7, μάς έφερε τους περισσότερους νεκρούς. Στο χρονικό αυτό διάστημα σκοτώθηκαν μεταξύ άλλων και οι Κομοτηναίοι: Ιωάννης Καβατζής, συνέταιρος του πατέρα μου, Ιωακείμ Γκρούδας και Κωνσταντίνος Βασδέκης. Κλάψαμε πικρά. Όλοι υπηρετούσαν στο 29 Σύνταγμα Πεζικού, που και σήμερα εδρεύει στην πόλη μας, με την ονομασία 29ο Σύνταγμα Πεζικού «Πόγραδετς».

Η κατάρρευση του μετώπου –

Η παράδοση του Οχυρού της Νυμφαίας

Φτάνουμε στον Φεβρουάριο του 1941. Ο Γερμανικός στρατός προελαύνει και καταλαμβάνει το ένα κράτος μετά το άλλο. Ακούγονται ψίθυροι ότι, εάν οι Γερμανοί φτάσουν στην Ελλάδα, τη Θράκη μας θα τη δώσουν στους Βούλγαρους συμμάχους τους. Οι παλαιότεροι κάτοικοι που είχαν γνωρίσει τη βουλγαρική θηριωδία και την προσφυγιά, στα χρόνια 1913-1919 σπέρνουν το φόβο στους νεότερους, που ήρθαν πρόσφυγες το 1922 από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τα άλλα μέρη που εγκατέλειψε τότε ο ελληνισμός, και αρκετές οικογένειες αρχίζουν να φεύγουν προς τη Θεσσαλονίκη, την Κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο, κυρίως, οικογένειες που δεν είχαν επαγγελματικές δεσμεύσεις, οι άνδρες τους ήταν στο μέτωπο και είχαν στην άλλη Ελλάδα συγγενείς. Οι πρώτοι παίρνουν αρκετά πράγματα μαζί τους, οι υπόλοιποι όμως όσο το κύμα βίας, ο φόβος και η ανασφάλεια αυξάνουν, το Μάρτιο του 1941, εγκαταλείπουν τη στοιχειώδη οικοσκευή που θέλησαν να πάρουν μαζί τους στην αποβάθρα του Σιδηροδρομικού Σταθμού, και παίρνοντας μόνο μια βαλίτσα, εγκαταλείπουν τα πάντα εδώ στην αιματοβαμμένη Θράκη.

Μερικές εθελόντριες του ΕΕΣ παίρνουν άδεια και ακολουθούν τις οικογένειές τους, προσφέρουν δε τις υπηρεσίες τους στον τόπο της εγκαταστάσεώς τους. Άλλωστε δεν ήταν απαραίτητη η παραμονή τους εδώ, γιατί στην Κομοτηνή δεν υπήρχε μάχιμος στρατός, εκτός από μία ή δύο υπηρεσίες και τη δύναμη του Οχυρού της Νυμφαίας, που κατελήφθη ύστερα από πολύνεκρες μάχες, που διήρκησαν τρία εικοσιτετράωρα και στις οποίες και οι Γερμανοί είχαν σοβαρές απώλειες. Κατελήφθη δε το Οχυρό, αφού οι Γερμανοί διοχέτευσαν μέσα σʼ αυτό τοξικά αέρια, αναγκάζοντας τους υπερασπιστές του να βγουν έξω και να παραδοθούν.

Ακολουθεί η κατάρρευση του μετώπου. Οι εναπομείναντες κάτοικοι της πόλης μας βγαίνουν πάλι στους δρόμους, για να μάθουν νέα για τους δικούς τους, από τους επιζήσαντες των μαχών που επιστρέφουν. Οι πρώτοι που καταφθάνουν είναι τραυματίες που νοσηλεύονταν με κρυοπαγήματα σε Νοσοκομεία πριν την κατάρρευση του μετώπου και τους δίνουν εξιτήριο, για να δεχθούν και να νοσηλεύσουν τώρα τους βαριά τραυματίες που έρχονται από το μέτωπο.

Οι ελληνικές αρχές εγκαταλείπουν την πόλη. Κλειστή η Γενική Διοίκηση Θράκης, κλείνει όμως και ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη, καθώς και η αντίστοιχη σιδηροδρομική γραμμή των τότε Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ). Οι τελευταίοι δημόσιοι υπάλληλοι φεύγουν με αμαξοστοιχία στον Έβρο και από εκεί στην Τουρκία με προορισμό την Αίγυπτο.

Συστήνεται Επιτροπή Διαχείρισης της πόλης μας από έγκριτους πολίτες. Την Εθνοφυλακή τη μετατρέπουν σε πολιτοφυλακή για να επιβάλλουν την τάξη, διότι ήδη λεηλατούνταν οι αφύλακτες αποθήκες του στρατού, τα δημόσια κτίρια και οι εγκαταλειμμένες αποσκευές στην αποθήκη και στην αποβάθρα του Σιδηροδρομικού Σταθμού. Δημιουργούνται συσσίτια για τους επιστρέφοντες στρατιώτες από το διαλυθέν πλέον μέτωπο της Αλβανίας. Πεινασμένοι και εξαντλημένοι από τις ταλαιπωρίες τούς περιθάλπουν και τούς ανακουφίζουν μερικές εθελόντριες που παρέμειναν στο Νοσοκομείο, μέχρι την Κυριακή του Θωμά του 1941, οπότε αναλαμβάνουν οι κατοχικές δυνάμεις των Βουλγάρων. Εδώ όλα τελείωσαν, αρχίζει η βουλγαρική κατοχή και η οδύσσεια των στρατιωτών που επιστρέφουν από το μέτωπο της Αλβανίας. Οι βουλγαρικές αρχές τους συγκεντρώνουν σε άδεια κτίρια, τους αφαιρούν τα πάντα, τους αφήνουν με τα εσώρουχά τους και τους επιτρέπουν να συνεχίσουν το δρόμο προς τον Έβρο, όσων απʼ αυτούς ήταν εκεί τα σπίτια τους. Κρυφά η Επιτροπή κάνει ομάδες παιδιών και τα στέλνει πριν από τα σημεία που γινόντουσαν οι συλλήψεις των στρατιωτών, τους εφοδιάζουν με ψωμί και νερό, τους ενημερώνουν και τους υποδεικνύουν μονοπάτια έξω από την πόλη μας, για να συνεχίσουν την πορεία τους προς τις οικογένειές τους.

Η βουλγαρική στρατιωτική

και πολιτική κατοχή

Με την κατάληψη της Θράκης από τους Βούλγαρους αρχίζουν να εγκαθίστανται στην Κομοτηνή χιλιάδες Βούλγαροι έποικοι, διότι τα κίνητρα γιʼ αυτούς είναι ισχυρά. Καταλαμβάνουν όποιο σπίτι θέλουν, είτε κενό είτε κατοικημένο και πετούν στους δρόμους τους ιδιοκτήτες τους. Παίρνουν επιπλέον ένα σεβαστό χρηματικό βοήθημα από το κράτος τους, για να εποικίσουν τη Θράκη.

Ο ελληνικός πληθυσμός δεινοπαθεί, υποφέρει, στερείται τα πάντα, ζει με ελάχιστο καλαμποκίσιο, υποβαθμισμένης ποιότητας, ψωμί που του παρέχεται κάθε τρεις μέρες. Η ελονοσία και η φυματίωση αποδεκατίζει τους Έλληνες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να νοσηλευθούν στο Νοσοκομείο, γιατί αυτό δέχονταν μόνο Βούλγαρους. Παντού υπήρχαν απαγορευτικές πινακίδες και όποιος έζησε την κατοχή, δεν μπορεί να την ξεπεράσει μέχρι σήμερα. Επιπλέον, άγριο ξύλο έπεφτε αδιακρίτως φύλου και ηλικίας, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν οι κατακτητές: είκοσι πέντε χτυπήματα, δέκα εννιά άγρια και έξι θανατηφόρα, ήταν ο κανόνας. Όσοι γλύτωσαν από τον θάνατο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης βουλγαροκρατίας, ήταν πραγματικά τυχεροί.

Η απελευθέρωση – Η επαναστελέχωση του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου

Κομοτηνής

Το 1944, ο άξονας και οι δυνάμεις του συντρίβονται. Φυσικό επόμενο ήταν να αποχωρήσουν οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και οι Βούλγαροι έποικοι, από τη Θράκη. Βαθμιαία αποκαθίσταται η τάξη, λειτουργούν οι υπηρεσίες, καθώς και το Νοσοκομείο.

Θέλω εδώ να επισημάνω ότι οι εθελόντριες αδελφές υπερτερούσαν του τακτικού προσωπικού και μάλιστα εργάζονταν πέραν του καθορισμένου ωραρίου. Ήταν όλες μορφωμένες, ανταποκρίνονταν καλύτερα στις απαιτήσεις της δουλειάς, γιʼ αυτό και τοποθετήθηκαν σε νευραλγικές θέσεις».

Επιμέλεια: Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.