«Το διπολο Αριστερα-Δεξια διατηρει την αξια του και θα την διατηρει οσο θα υπαρχουν η φτωχεια, η αδικια, η ανεργια, η καταπιεση»
«Τα πολιτικά συστήματα που επιβάλλουν απαγορεύσεις δείχνουν ανασφάλεια» δηλώνει ο δημοσιογράφος Τάσος Παππάς με αφορμή την έκδοση του Βιβλίου του: «Ποια «Αριστερά» Ποια «Δεξιά»;». Παράλληλα υποστηρίζει ότι εδώ και πολλά χρόνια η πολιτική έχει παραχωρήσει μέρος της εξουσίας της στα μέσα ενημέρωσης και στα οικονομικά συμφέροντα. «Συρρικνώνεται ο ρόλος της σε δραματικό βαθμό κι αυτό το εισπράττουν οι πολίτες με αποτέλεσμα να κλείνονται στον προσωπικό χώρο τους» τονίζει. Και αναφερόμενος στην παρουσία των δυνάμεων της Αριστεράς σήμερα επισημαίνει ότι: «Η Αριστερά δεν μπορεί να αρθρώσει έναν ανατρεπτικό λόγο με προοπτικές εξουσίας και περιορίζεται απλώς στην καταγγελία και στην άρνηση.»
Θίγετε ζητήματα ανοχής και συνύπαρξης στο βιβλίo σας, να ξεκινήσουμε από εκεί, τι πιστεύετε, στο όνομα της ανοχής θα αποδεχτούμε τη συρρίκνωση της βασικής αρχής της πολυφωνίας;
Η πολυφωνία είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας. Η ελευθερία της έκφρασης είναι ένα δικαίωμα που δεν μπορεί να τεθεί σε καθεστώς διαπραγμάτευσης. Οι εξουσίες θέλουν να το περιορίσουν, οι πολίτες οφείλουμε να αντισταθούμε.
Η θρησκεία, η όποια θρησκεία, πρέπει να είναι εκτός κριτικής;
«Τίποτα δεν είναι ιερό» λέει ο Βάνεγκεμ και πιστεύω ότι έχει δίκιο. Και οι θρησκείες και οι κοσμικές ιδεολογίες δεν πρέπει να είναι υπεράνω κριτικής. Ακόμη και η βλάσφημη κριτική έχει την αξία της, ακόμη και η ιερόσυλη άποψη πρέπει να διατυπώνεται ελεύθερα. Φυσικά κι αυτές είναι ανοικτές στην κριτική. Τα πολιτικά συστήματα που επιβάλλουν απαγορεύσεις [π.χ η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος]δείχνουν ανασφάλεια, δημιουργούν την υποψία ότι δεν είναι και πολύ σίγουρα για την ορθότητα των αναφορών τους και το κυριότερο επιτρέπουν στους διωκόμενους να ισχυριστούν ότι «έχουμε δίκιο και γι’ αυτό μας κυνηγούν».Κάτι που ασφαλώς δεν ισχύει για τους αναθεωρητές της Ιστορίας.
Στην τηλεόραση λέτε ότι δεν παράγεται σκέψη. Γιατί όμως είναι τόσο δημοφιλής;
Είναι τόσο δημοφιλής γιατί είναι το βασικό μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης για την πλειονότητα των πολιτών. Σύμφωνα με τις πιό έγκυρες μετρήσεις ο Έλληνας βλέπει τέσσερις ώρες την ημέρα τηλεόραση. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη. Το παρήγορο είναι ότι το «βλέπω» δεν σημαίνει εγκρίνω και επιδοκιμάζω. «Βλέπω» γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω και συχνά «βλέπω» για να θυμώσω, να χλευάσω, να κάνω χαβαλέ. Το αρνητικό είναι ότι στις μέρες μας η τηλεόραση είναι το κυρίαρχο μέσο επικοινωνίας και είναι αυτό που διαμορφώνει τη δημόσια ατζέντα, το γούστο και την αισθητική αντίληψη των πολιτών. Η τηλεόραση είναι σήμερα το κόμμα νέου τύπου και ο συλλογικός διανοούμενος.
Η λεγόμενή αναγνωρισιμότητα τι ρόλο παίζει σήμερα στην επιλογή των πολιτικών; Στην μελλοντική τους εξέλιξη;
Καθοριστικό. Δείτε τις δημοσκοπήσεις. Τις πρώτες θέσεις στον κατάλογο δημοφιλίας καταλαμβάνουν οι γνωστοί, οι πιό προβεβλημένοι.Για να κρατηθεί κάποιος πολιτικός ψηλά στον κατάλογο πρέπει να μάθει να παίζει με τους κανόνες του τηλεοπτικού παιχνιδιού. Πρέπει να μιλάει γρήγορα, κοφτά, συνθηματολογικά, να είναι επιθετικός με τους αντιπάλους του και να είναι καλός στις φραστικές αψιμαχίες. Στην τηλεόραση δεν μετράνε οι απόψεις, το επιχείρημα, η σύνθετη σκέψη, μετράει η σκηνική παρουσία.
Τελικά οι πολιτικοί γνωρίζουν την πραγματικότητα – πραγματικότητα των συμπολιτών τους, τη δική μας δηλαδή, ή την λειψή πραγματικότητα που δείχνει η τηλεόραση και πώς κυβερνούν – διαχειρίζονται τα ζητήματα της χώρας;
Νομίζω ότι την ξέρουν κι αυτό γιατί έρχονται καθημερινώς σε επαφή με το ακροατήριό τους. Τώρα, το γιατί πολιτεύονται σαν να μην την ξέρουν, είναι ένα ζήτημα που σηκώνει πολλή κουβέντα. Συνοπτικά θα μπορούσα να αναφέρω μερικές από τις αιτίες που τους καθηλώνουν σε μιά λογική γκρίζας διαχείρισης:οι καταναγκασμοί της συγκυρίας, η κομματική πειθαρχία, ο πειρασμός του λαϊκισμού, η οραματική άπνοια, η εξάρτησή τους από οικονομικά συμφέροντα, η τυραννία του σταυρού, ο φόβος του πολιτικού κόστους.
Θίγετε και το θέμα των δημοσκοπήσεων. Πώς νομίζετε ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται οι δημοσκοπήσεις από τους ίδιους τους πολίτες- ψηφοφόρους;
Με μεγάλη επιφύλαξη. Και γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από φωτογραφίες της στιγμής και γιατί ορισμένες απ’ αυτές είναι έτσι δομημένες ώστε να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα εκείνων που τις παραγγέλλουν. Πιστεύω ότι ευνοούν μιά «ιπποδρομιακή» θεώρηση της πολιτικής και καλλιεργούν την αντίληψη ότι κρίσιμα θέματα είναι δυνατόν να απαντηθούν με ένα «ναί» ή μ ένα «όχι».Επιπλέον νομίζω ότι οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις,που είναι και οι περισσότερες, δεν πρέπει να μετράνε την πρόθεση ψήφου γιατί ακυρώνεται στην πράξη η μυστικότητα της επιλογής. Κατά συνέπεια η εγκυρότητα τους αμφισβητείται.
Ελλοχεύει κίνδυνος στις μέρες μας να υποβαθμιστεί τελείως η έννοια συμμετοχής στα κοινά, να ακυρωθεί τελείως από την υποβάθμιση της έννοιας του πολιτικού;
Εδώ και πολλά χρόνια η πολιτική έχει παραχωρήσει μέρος της εξουσίας της στα μέσα ενημέρωσης και στα οικονομικά συμφέροντα. Συρρικνώνεται ο ρόλος της σε δραματικό βαθμό κι αυτό το εισπράττουν οι πολίτες με αποτέλεσμα να κλείνονται στον προσωπικό χώρο τους. Ένας επιπλέον λόγος που σπρώχνει τον κόσμο στην ιδιώτευση είναι η ήττα των μεγάλων αφηγήσεων, η αποτυχία των ιδεολογιών που υποσχέθηκαν έναν καλύτερο κόσμο, η πεποίθηση ότι τα κόμματα εξουσίας διαφέρουν μόνον ως προς τη διαχείριση και η αίσθηση ότι η Αριστερά δεν μπορεί να αρθρώσει έναν ανατρεπτικό λόγο με προοπτικές εξουσίας και περιορίζεται απλώς στην καταγγελία και στην άρνηση.
Αριστερά – Δεξιά δυο λέξεις που φιλοξενούνται στον τίτλο του βιβλίου σας, η διάκριση αυτή διατηρεί ακόμη τη σημασία της ή έχει ξεπεραστεί από άλλες διακρίσεις.
Οι προφήτες του τέλους των ιδεολογιών έχουν διαψευστεί. Το δίπολο Αριστερά-Δεξιά διατηρεί την αξία του και θα την διατηρεί όσο θα υπάρχουν η φτώχεια, η αδικία, η ανεργία, η καταπίεση και όλα όσα έδωσαν περιεχόμενο σ’ αυτή τη διάκριση. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι ούτε η Αριστερά είναι ενιαία ούτε η Δεξιά, ούτε όλες οι «Αριστερές» είναι προοδευτικές εξ ορισμού, ούτε όλες οι «Δεξιές» είναι αντιδραστικές. Η αξιολόγηση μιας πολιτικής πρότασης ή μιάς ιδεολογικής στάσης δεν μπορεί να γίνεται στη βάση των βεβαιοτήτων του παρελθόντος. Προοδευτικό είναι ό,τι συμβάλλει στην ευημερία των ανθρώπων, στη διεύρυνση των δυνατότητων τους και στην εμπέδωση των ελευθεριών τους, αντιδραστικό είναι ό,τι αγωνίζεται για τη διαιώνιση των ανισοτήτων, ό,τι, προβάλλοντας το φόβο των αλλαγών, πασχίζει για τη συντήρηση του υπάρχοντος.
Στις πολλές νέες προκλήσεις της εποχής μας γιατί το ΠΑΣΟΚ που έκλεισε ήδη τρεις δεκαετίες ζωής και κυβέρνησε τις δυο, μπορεί (;) και στο μέλλον μας να αποτελεί «επίμονη» έννοια;
«Επίμονη έννοια» είναι για την ηγεσία του, τα στελέχη του και τους οπαδούς του. Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας και στο πλαίσιο του ασφυκτικού δικομματισμού είναι «υποχρεωμένο» να επινοεί εκείνες τις πολιτικές που θα το οδηγήσουν εκ νέου στην κυβέρνηση. Κατά την προσωπική γνώμη μου πάντως, ο δικομματισμός, παρά το γεγονός ότι δείχνει πανίσχυρος, έχει αρχίσει να «χλωμιάζει».Οι πολίτες ψηφίζουν πότε το ένα και πότε το άλλο κόμμα με τη λογική του μικρότερου κακού. Ψηφίζουν για να τιμωρήσουν παρά για να επιδοκιμάσουν. Ίσως πρέπει να δοκιμάσουμε το μοντέλο των κυβερνήσεων συνεργασίας μεταξύ συγγενών σχημάτων. Σ’ ό,τι αφορά την προοδευτική παράταξη νομίζω ότι είναι αναγκαίος ένας προγραμματικός διάλογος ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και στην ανανεωτική Αριστερά.
Τελικά τι κατάφερε (αν κατάφερε) να αλλάξει ο Γιώργος Α. Παπανδρέου από τις 7 Μαρτίου του 2004;
Είναι ακόμη νωρίς να εκτιμηθεί η πρωτοβουλία του Γ.Παπανδρέου. Πάντως δεν έκανε και τίποτα φοβερό. Τα αυτονόητα έκανε και μάλιστα με καθυστέρηση τριών χρόνων.
Η συλλογική δράση θα μπορούσε να αποτελέσει απάντηση στη λύση των προβλημάτων και στην επικράτηση αξιών όπως αλληλεγγύη, κοινωνική δικαιοσύνη;
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Το ερώτημα όμως είναι γιατί ένας πολίτης σήμερα να επιλέξει τη συλλογική δράση; Στρατεύεται κάποιος όταν απειλούνται τα συμφέροντά του και τα δικαιώματά του και όταν υπάρχει ένα ιδεολογικό κίνητρο, ένα όραμα, ένα ρυθμιστικό ιδεώδες. Η Αριστερά, η οποία στο παρελθόν διακρίθηκε σ’ αυτά τα πεδία, σήμερα βρίσκεται σε φάση αμηχανίας. Η κυρίαρχη εκδοχή της [η σοσιαλδημοκρατία] δεν καταθέτει κάποια πειστική εναλλακτική πρόταση, ενώ η μικρότερη συνιστώσα της, απλώς πετάει πέτρες στο σύστημα και αρνείται να εμπλακεί στο κυβερνητικό παιχνίδι για να μην μολυνθεί από το μικρόβιο της εξουσίας.
Ο μεταρρυθμιστικός οίστρος έχει ξεθυμάνει στην χώρα μας;
Υπάρχει πλούσια ρητορική περί μεταρρυθμίσεων, αλλά η πολιτική πρακτική κινείται στα κράσπεδα των μίζερων διευθετήσεων και των συμβιβασμών. Η κυβέρνηση είναι αιχμάλωτη του πολιτικού κόστους και του εκλογικού χρόνου. Δεν ανοίγει μέτωπα, δεν συγκρούεται και μάλλον, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, δεν διαθέτει μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Η αντιπολίτευση που θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει σ αυτό το επίπεδο ταλανίζεται από κρίσεις εσωστρέφειας και από προγραμματική δυστοκία.
Τι είδους δημοσιογραφία ασκείται ως επί το πλείστον στην Ελλάδα σήμερα; Ποιες οι ευθύνες του δημοσιογραφικού κόσμου, για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σήμερα.
Υπάρχει και η καλή, η ερευνητική, η αποκαλυπτική δημοσιογραφία, όπως υπάρχει και η κακή. Δυστυχώς, επειδή το κλίμα διαμορφώνεται από την τηλεόραση και από ορισμένους αστέρες της, δημιουργείται η εντύπωση ότι η δημοσιογραφία δεν υπηρετεί σωστά το ρόλο της. Η αποστολή του δημοσιογράφου είναι ο έλεγχος όλων των εξουσιών και η ενημέρωση της κοινωνίας. Κάποιοι το κάνουν, κάποιοι όμως μετατρέπονται σε «βαποράκια» των μηχανισμών, γίνονται αναμεταδότες της κομματικής γραμμής ή ακόμη και ιμάντες οικονομικών συμφερόντων. Η ευθύνη του δημοσιογραφικού κόσμου είναι να αποδεικνύει συνεχώς ότι το σύνθημα των αναρχικών «αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι» είναι άδικο.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
