«Το αμαρτημα της μητρος μου» του Γεωργιου Βιζυηνου

Μια από τις καλύτερες παραστάσεις του καλοκαιριού ενός από τα ωραιότερα διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του «Αμαρτήματος της μητρός μου» του Ανατολικοθρακιώτη Γεωργίου Βιζυηνού μας χαρίζει ως εναρκτήρια εκδήλωση του κύκλου των, κατ’ έτος θεσπισμένων να γίνονται, καλοκαιρινών του εκδηλώσεων ο Δήμος Αιγείρου.

Μια εξαιρετική παράσταση από έναν σκηνοθέτη που εργάστηκε εντατικά με τα κείμενα του Βιζυηνού και εμπνεύστηκε απ’ αυτά εξαιρετικούς στίχους, τον και στιχουργό Θοδωρή Γκόνη, καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Αγρινίου.

Συγχρόνως, μια εξαιρετική επιλογή, εκπλήρωση χρέους του συνόλου της Θράκης σ’ έναν συγγραφέα που, αυθαιρέτως μεν, δικαιολογημένα όμως λόγω έλλειψης νέας αυθύπαρκτης παραγωγής στα πρώτα χρόνια του ελεύθερου βίου της, αυτή συμπεριέλαβε στη λογοτεχνική της παράδοση. Επ’ αυτού χαρακτηριστικό είναι ότι ο ανδριάντας του είναι απέναντι από το δημαρχείο Κομοτηνής. Εκπλήρωση χρέους, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει εξ ονόματος όλων, ο δήμαρχος Αιγείρου Βαγγέλης Λίτσος και ο στενός του συνεργάτης επί των πολιτιστικών Δήμος Μπακιρτζάκης.


Γεώργιος Βιζυηνός όμως, ούτως ή άλλως, και ιδιαίτερα σημαντική αφορμή αυτή η παράσταση για να θυμηθούμε τον υπέροχο λόγο του μέσα από δυο επιστολές του, που αποστέλλει προς την Κύπρια Ελένη Φυσεντζίδου, στην οποία καταγράφονται τα συναισθήματα στοργής προς τους Κύπριους και την Κύπρο, όπου και έζησε, αλλά και τον αδελφό του Μιχαήλο από το Gastein, στην οποία για πρώτη φορά αναφέρεται στα συμπτώματα της αρρώστειας του…

Κατ’ αρχήν όμως ας θυμηθούμε το πώς διαβάζει «Το Αμάρτημα της μητρός μου», που θα δούμε να παίζεται στο περίβολο του Αγίου Αθανασίου του Αιγείρου, ο λαμπρός νεοελληνιστής και δάσκαλος πολλών μας, Παναγιώτης Μουλλάς…

«Το Αμάρτημα της μητρός μου» – Οικογενειακό μυθιστόρημα

«Οι ερμηνείες των ποιημάτων δεν είναι υποχρεωτικές για κανέναν», λέει ο Σεφέρης, και αναρωτιέμαι αν δεν μπορεί κανείς να πει το ίδιο και για ολόκληρη τη λογοτεχνία που αξίζει το όνομά της. Γι΄ αυτό και οι σημειώσεις που ακολουθούν δεν αποτελούν υποχρεωτικές ερμηνείες (θα έλεγα πως δεν αποτελούν καν ερμηνείες), ούτε και αποβλέπουν, φυσικά, να κωδικοποιήσουν έναν ορισμένο τρόπο προσέγγισης των διηγημάτων του Βιζυηνού, πολύ λιγότερο να προβάλουν ως μοναδικές ή αμετακίνητες ορισμένες προτάσεις. Σημειώσεις είναι η κυριολεξία. Πρόκειται αληθινά για σκόρπιες σελίδες αποσπασμένες από το σημειωματάριο ενός αναγνώστη.

Το αμάρτημα της μητρός μου: ο τίτλος – αίνιγμα υποδηλώνει αμέσως με το κτητικό «μου» την ύπαρξη ενός πρώτου ενικού προσώπου. Και όμως, από την πρώτη κιόλας παράγραφο του κειμένου (παρουσίαση των προσώπων) ο πληθυντικός επικρατεί. Βρισκόμαστε σε μια οικογενειακή συγκέντρωση, όπου εμφανίζονται ζωντανοί και νεκροί: η χαϊδεμένη Αννιώ, η μητέρα, «εμείς», ο μακαρίτης ο πατέρας. Ότι ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο τα όρια είναι ρευστά επαληθεύεται και από την κρίσιμη κατάσταση της άρρωστης αδελφής.

Στο πρώτο μέρος, ο επίμονος παρατατικός πιστοποιεί την επαναληπτικότητα των γεγονότων. Κυριαρχούν τρία βασικά μοτίβα: α. η απόλυτη προσήλωση της μητέρας στην άρρωστη Αννιώ (επομένως και η αδιαφορία της για τα άλλα παιδιά της), β. η χειροτέρευση της Αννιώς και γ. η αγάπη της Αννιώς για τα αδέλφια της. Έτσι το κεντρικό τρίγωνο (Αννιώ – μητέρα – «εμείς») ολοκληρώνεται απ΄ όλες τις πλευρές του. Ο αφηγητής, κρυμμένος για την ώρα μέσα στο «εμείς», σπάνια ξεχωρίζει ως άτομο («εγώ και οι άλλοι μου αδελφοί», «ενθυμούμαι»). Πρωταγωνιστούν η Αννιώ και η μητέρα.

Ο επαναληπτικός χαρακτήρας του παρατατικού εκδηλώνεται κυρίως με το βασικό μοτίβο (χειροτέρευση της Αννιώς) που ανάγεται σε leitmotiv: «Εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο», «Η κατάστασις της Αννιώς έβαινεν (…) επί τα χείρω», «Η κατάσταση της ασθενούς εδεινούτο», «Το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως». Ξαφνικά, η μετάβαση στο ακόλουθο επεισόδιο προετοιμάζεται με την έξαρση του μοτίβου: «Η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος».

Μετάβαση από τον παρατατικό στον αόριστο, και κατά συνέπεια, από το επαναλαμβανόμενο στο μοναδικό γεγονός: ό, τι ακολουθεί δεν είναι απλή αλλαγή χρόνου. Είναι και αλλαγή χώρου (σπίτι – εκκλησία – σπίτι), ακόμη και μετάβαση από το διήγηση στη μίμηση, δηλ. στο δράμα και την κορύφωσή του. Συνάμα όμως: αλλαγή προσώπων και ισορροπιών. Η άρρωστη Αννιώ παραμένει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αλλά οι πρωταγωνιστές τώρα είναι άλλοι: η μητέρα και ο αφηγητής γιος της. Περνώντας σε πρώτο πλάνο μ΄ ένα δεύτερο «ενθυμούμαι», ο τελευταίος αυτός ανακαλεί, μαζί με την εφιαλτική ατμόσφαιρα της νυχτερινής εκκλησίας, και τον τραυματισμό του από τα λόγια της μητρικής προσευχής. Όμως οι συνεχείς εκφράσεις κατανόησης για τη μητέρα του ή στοργής για την άρρωστη αδελφή του, δείγματα ενοχοποιημένου ψυχισμού, δεν τον εμποδίζουν να ομολογήσει απερίφραστα το παράπονό του: «αφ΄ ότου εγεννήθη αυτή η αδελφή μας, εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην, όπως θα το επεθύμουν, αλλά τούτ΄ αυτό παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερο».

Εδώ παίζεται το αληθινό δράμα, σ΄ αυτήν τη στέρηση της μητρικής στοργής, που μένει ουσιαστικά αθεράπευτη. Πίσω από την επιφανειακή οικογενειακή ομόνοια, αναγκαία μπροστά στην αρρώστια της Αννιώς, οι ανικανοποίητες ατομικές ή εγωιστικές ανάγκες αναδεύουν θολές καταστάσεις και καλύπτουν βουβές συγκρούσεις ή παράπονα. Ο λόγος δεν είναι μόνο ομολογία – είναι και απόκρυψη. Θαυμαστική κορύφωση: η νύχτα της εκκλησίας ολοκληρώνεται για τους τρεις πρωταγωνιστές με τη νύχτα της επιστροφής στο σπίτι, όπου η «μάλλον ευλαβής παρά δεισιδαίμων» μητέρα, που ξέρει ότι «η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθή με την δεισιδαιμονίαν», επιχειρεί ό, τι μπορεί για να σώσει το παιδί της. Η προσευχή – εκδίκηση του αφηγητή αναιρεί την προσευχή της στην εκκλησία. Προάγγελος του θανάτου, ο νεκρός πατέρας κάνει σημαδιακές εμφανίσεις στην αφήγηση. Το μοιρολόι του δίνει αφορμή για μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν. Τα ρούχα του είναι τα μετωνυμικά του υποκατάστατα, σύμβολα της παρουσίας του. Η ψυχή του περνάει σαν χρυσαλλίδα. Έτσι, το αναμενόμενο τέλος της Αννιώς έρχεται σχεδόν φυσικό. Ζεύγη ψυχαναλυτικής συμμετρίας: ο πατέρας και η Αννιώ στον τάφο, η μητέρα και ο γιός της στην ενοχοποιημένη ζωή.

Ως εδώ ο χρόνος δεν παρουσιάζει ουσιαστικές ασυνέχειες, και θα μπορούσαμε εύκολα να τον οριοθετήσουμε ανάμεσα στο θάνατο του πατέρα και στο θάνατο της Αννιώς (δηλαδή, υποθέτω, στα χρόνια 1854-1855 περίπου, αν θέλουμε να αναχθούμε στην πραγματικότητα). Η παρουσία του αφηγητή και η εμπλοκή του στα γεγονότα της ιστορίας είναι καθοριστικά για τη διεξοδική τους παρουσίαση. Τα κενά, συνδεδεμένα με την πολύχρονη απουσία του, θα φανούν στη συνέχεια. Αν η σκηνή της πρώτης υιοθεσίας περιγράφεται από έναν αυτόπτη μάρτυρα, η εξέλιξη των οικογενειακών πραγμάτων παραμένει αόριστη: «Εγώ έλειπον μακράν, πολύ μακράν, και επί πολλά έτη ηγνόουν τι συνέβαινεν εις τον οίκο μας». Μια ολόκληρη περίοδος από τη ζωή του υιοθετημένου κοριτσιού συνοψίζεται με τέσσερα ρήματα: «Πριν δε κατορθώσω να επιστρέψω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, ανετράφη, επροικίσθη και υπανδρεύθη, ως εάν ήτον αληθώς μέλος της οικογενείας μας».

Έτσι, αν εξαιρέσουμε όσα ο αφηγητής αναδιηγείται σχετικά με τη δεύτερη υιοθεσία ή με τις ανησυχίες της μητέρας του για τον ίδιο, οι αυθεντικές σκηνές που ολοκληρώνουν το διήγημα είναι βασικά τρεις: α. η σωτηρία του δεκάχρονου αφηγητή από τη μητέρα του στο ποτάμι, β. η ομολογία του αμαρτήματος της μητέρας και γ. η εξομολόγησή της στον Πατριάρχη.

Η πρώτη επιβάλλεται από την ανάγκη του αφηγητή να ξανακερδίσει και ν΄ αποδείξει τη στοργή της μητέρας του απέναντί του: «Επρόκειτο να με σώσει, και ας ήμην εκείνο το τέκνον, το οποίον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεόν ως αντάλλαγμα αντί της θυγατρός της». Η δεύτερη ισοσταθμίζει το λόγο – απολογία της μητέρας, ερμηνεύοντας ταυτόχρονα τις συμπεριφορές της. Η τρίτη αποτελεί ένα είδος λυτρωτικής απόπειρας και των δύο, που καταλήγει όμως στα δάκρυα και τη σιωπή.

Είναι αξιοπαρατήρητο ότι ο χρόνος λειτουργεί με τεράστια άλματα: «Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή…». Τι να σημαίνουν άραγε αυτά τα 28 έτη; Αν τα προσθέσουμε στο 1847, πιθανότατη χρονιά του «αμαρτήματος» της μητέρας, ερχόμαστε στο 1875, στο οποίο θα ήταν πολύ δύσκολο να τοποθετήσουμε τη συγγραφή του διηγήματος. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι ο Βιζυηνός λογάριασε τα 28 χρόνια βιαστικά, αρχίζοντας, όπως και στο διήγημά του, από το θάνατο του πατέρα και της Αννιώς (1854-1855), οπότε η συγγραφή τοποθετείται εντελώς φυσικά στα 1882-1883.

Πειραματική ψυχολογία ή ψυχανάλυση; Στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» ο αφηγητής – παιδί, το «αδικημένο» του νεκρού πατέρα του, προσφέρει, μαζί με τη θαυμάσια προσωπογραφία της μητέρας, και ένα από τα τυπικότερα δείγματα αυτού που η φροϋδική θεωρία ονόμασε «οικογενειακό μυθιστόρημα των νευρωτικών»(…)

Από την εισαγωγή στο Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμέλεια Παναγιώτης Μουλλάς, Εστία – Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1994, σελ. ρβ- ρς.

Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, Επιστολές

Γ. Βιζυηνός

Κωνσταντινούπολις

Ελένη Φυσεντζίδου

Κύπρος

Φιλτάτη Ελένη,

Πιστός εις την υπόσχεσίν μου, δια σε και μόνον γράφω εις Κύπρον ειδοποιών σε την αισίαν ημών εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν. Εις την επιστολήν μου ταύτην ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ πολύ. Είναι φανερό ότι αγαπώμεναι καρδίαι συνεννοούνται με το ήμισυ, και αφού τούτο είναι αληθές, δεν πρέπει να αμφιβάλλης ότι σε αγαπώ. Επίσης δεν πρέπει να αμφιβάλλω και εγώ ότι με αγαπάς. Σήμερον απήντησα τον αδελφόν μου, αλλά ούτε εκείνος με εγνώρισε ούτε εγώ εκείνον. Η μητέρα μου θα έλθη αύριον να με ιδή. Άλλοτε σου γράφω περισσότερα. Ασπάζομαι την μητέρα και τα αδέλφια σου και σε καταφιλώ περιπαθέστατα.

Ο σος

Γ. Μ. Βιζυηνός

Υ.Γ. Μην αμελήσετε όσον αφορά την απάντησιν της επιστολής. Όταν κάμνετε τα γράμματα, δίδετέ τα εις τον διδάσκαλον Κωνσταντίνον και εκείνος μου τα στέλνει.

Την επιγραφήν της επιστολής μοι την κάμνεις ούτως πως:

Τω Κω

Γ.Μ. Βιζυηνώ

Τω παρά τω Μακαριωτάτω

Αρχιεπισκόπω Κύπρου,

Εις Φανάριον

Γεωργίου Βιζυηνού Επιστολές

(Εκδόσεις Πατάκη)

Γ. Βιζυηνός

Gastein

Μιχαήλος Βιζυηνός

Βιζύη

(…) αιτίαν. Αλλά δια να μη μείνη δια παντός βεβαιωμένον, ότι πολύ καλά εννόησα και προείδα και προαπεφάσισα το τέλος μου, πολλούς πολλούς χρόνους πριν καταντήσω εις το απροχώρητον.

Λέγω πολλούς πολλούς χρόνους πριν, επειδή καθώς και εξ Αθηνών σ΄ έγραψα, το νόσημά μου δεν είναι θανατηφόρον, αλλά ποτέ δεν θεραπεύεται.

Εγνώρισα εδώ ανθρώπους, οι οποίοι το έχουν από εικοσιπέντε χρόνους, οι οποίοι όμως με πολλάς περιποιήσεις και πολλήν προσοχήν και περίθαλψιν κατορθώνουν να διάγουν βίον οπωσούν υποφερτόν. Ευτυχώς εγώ είμαι καλλίτερα από όλους, επειδή το κακόν ευρίσκεται εις την αρχή του. Σε έγραψα και εξ Αθηνών ότι η Ινφλουέντσα έκαμε την αρχήν, αυτή δε έγεινεν αιτία να το καταλάβουν οι ιατροί και να το παραμελήσωμεν επί τίνας μήνας, με την ιδέαν ότι είναι ρευματισμοί, που θα περάσουν το καλοκαίρι. Το πράγμα όμως απεδείχθη ότι είναι νόσημα του μυελού όπου ευρίσκεται μέσα εις την κοκκαλοραχιά, και επομένως είναι νόσημα των κινητικών και αισθητικών νεύρων των κάτω άκρων. Οι πόνοι του είναι κάτι σουβλαίς που σε τρυπούν πότ΄ εδώ πότ΄ εκεί, σαν αστραπαίς μέσα εις ποντικούς του σώματος. Αλλ΄ οι πόνοι αυτοί καταλαγιάζονται πολύ εύκολα με τα ιατρικά. Έχω δε τώρα πλέον του ενός μηνός που δεν επόνεσα εις βαθμόν, που να χρειασθή να πάρω το ιατρικόν τους. Αλλά το κακόν είναι ότι αισθάνομαι την παρουσίαν του νοσήματος ανά πάσαν στιγμήν, όχι μόνο διότι έχω συχνά μίαν κάψαν καθ΄ όλον το μήκος και από δύο μεριαίς της κοκκαλοραχιάς, αλλά διότι τα πόδια μου κάτω είναι τώρα τόσον καιρόν σαν από το κρύο μουδιασμένα, και δεν μπορούν να ζεσταθούν ευκόλως. Έπειτα, η αδυναμία των ποδιών, αυτή με απελπίζει. Δεν ειμπορώ, και δεν μ΄ επιτρέπεται να περιπατήσω πλέον του ενός τετάρτου της ώρας, χωρίς να ξεκουρασθώ άλλη τόσην ώρα τουλάχιστον. Οσάκις δε δοκιμάσω να περιπατήσω περισσότερο και να χαρώ την ευμορφίαν του τόπου εδωπέρα, χειροτερεύει η κατάστασίς μου, και δεν ειμπορώ να κοιμηθώ την νύκτα από τη στενοχώρια που έχω εις την ράχην. Οπωσδήποτε όμως εις το περπάτημά μου δεν αποφαίνεται η ασθένεια ως αταξία του βαδίσματος, όπως εις τους άλλους που πάσχουν χειρότερα. Μόνον από καιρού εις καιρόν και αναλόγως της κοπώσεως λυγά το γόνατό μου έξαφνα, χωρίς να το καταλάβω να προφυλαχθώ. Εδώ έκαμα 17 λουτρά, παραπάνω δεν μ΄ άφηκε ο ιατρός να κάνω. Επειδή η φύσις των λουτρών είναι τοιαύτη ν΄ αδυνατίζη εις την αρχή, ευρίσκομαι αυταίς ταις ημέραις πολύ αδύνατος, και κατά συνέπειαν πολύ νευρικός και ευαίσθητος, πράγμα δια το οποίον δεν ήθελα να σας γράψω, δια να μη φερθώ και προς εσέ τραχύτερον του δεόντος δια τα σφάλματά σου, και δια να μη φανώ πολύ παραπονιάρης. Δεν ειμπόρεσα όμως να κρατηθώ, και τώρα όπου τα είπα όλα βλέπω ότι το πράγμα μ΄ ετάραξε και με συνεκίνησε περισσότερον παρ΄ ό, τι εφοβούμην. Τα δάκρυά μου τρέχουν ακατάπαυστα δια κανέναν άλλον λόγον, παρά διότι είναι η αδυναμία των νεύρων μου μεγαλειτέρα. Αυτό έχει η καταραμένη αυτή ασθένεια! (…)

Γεωργίου Βιζυηνού, Επιστολές

Εκδόσεις Πατάκη



Ο λόγος όμως του Βιζυηνού είναι το συναρπαστικότερο…

Ας προσέλθουμε για να τον απολαύσουμε για μια ακόμη φορά… Στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου Αιγείρου…

Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.