Θοδωρης Γκονης, καλλιτεχνικος διευθυντης ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνης, Το Υπουργειο δεν ευνοει τα ΔΗΠΕΘΕ

Πριν από δύο μήνες περίπου ο Θοδωρής Γκόνης ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής. Γνωστός στο ευρύ κοινό από τη μέχρι τώρα παρουσία του όχι μόνο στα θεατρικά δρώμενα της χώρας και κυρίως μέσα από την εμπλοκή του με τα Περιφερειακά Θέατρα, όπως αυτό του Αγρινίου, των Σερρών αλλά και της Καβάλας ο κ. Γκόνης έχει μια κατασταλαγμένη άποψη για το πώς αυτά θα πρέπει να λειτουργήσουν με βάση την προγραμματική τους σύμβαση αλλά και το όραμα της Μελίνας Μερκούρη που τα θέσπισε, ώστε να αποτελέσουν εργαλεία ανάπτυξης και ανάταξης για τις πόλεις που τα φιλοξενούν. Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης λοιπόν με τον Θοδωρή Γκόνη που δεν περιορίζεται μόνο στα του θεάτρου αλλά και στις αναζητήσεις του προς Ανατολάς…

ΠτΘ: κ. Γκόνη εδώ και αρκετά χρόνια τα ΔΗΠΕΘΕ βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Τι γίνεται με το πολυαναμενόμενο νομοσχέδιο που αφορούσε σε αυτά;
Θ.Γ.:
Δεν υπάρχει τίποτα νεότερο όσον αφορά στο πολυνομοσχέδιο. Το νεότερο, που είναι και πολύ παλαιότερο, είναι ότι στην Ελλάδα δεν μπορεί να προγραμματισθεί τίποτα. Λέγεται κάτι το οποίο δεν γίνεται ποτέ. Δεν ξέρω γιατί υπάρχει αυτή η συμπεριφορά από πλευράς υπουργείου. Το υπουργείο το μόνο που έχει κάνει είναι να ανανεώνει κάθε χρόνο τις προγραμματικές συμβάσεις, να δίνει δηλαδή στο μελλοθάνατο άλλη μια περίοδο χάριτος, και αυτό συμβαίνει. Δεν ξέρω τι θα γίνει τώρα με τη νέα τάξη πραγμάτων, θα είναι άλλοι υπουργοί, θα είναι ο ίδιος, δεν το γνωρίζουμε, πάντως εγώ είμαι απογοητευμένος από τη στάση του υπουργείου, γιατί πραγματικά στην προτεραιότητά του δεν είναι τα ΔΗΠΕΘΕ.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι δεν θέλει να τα διατηρήσει;
Θ.Γ.:
Όχι δεν θέλει, δεν ξέρει τι θέλει, γιατί το δεν θέλω είναι πολιτική θέση και είναι σεβαστή. Δεν ξέρει τι θέλει. Όπως και στην πατρίδα μας, πολλοί λίγοι πραγματικοί είναι αυτοί που ξέρουν τι θέλουν και οργανώνουν. Είναι καθολικό το φαινόμενο. Δεν αφορά μόνο τα ΔΗΠΕΘΕ. Αν αφορούσε μόνο αυτά θα λέγαμε δεν πειράζει, μια κακοδαιμονία είναι αυτή, αλλά θεωρώ ότι είναι μια καθολική πραγματικότητα.

Η κρίση για τα ΔΗΠΕΘΕ υπάρχει από τα πρώτα τους βήματα και θα επιβιώσουν αξιοποιώντας την πείρα τους

ΠτΘ: Η πορεία δηλαδή των ΔΗΠΕΘΕ εξαρτάται πλέον από την καλή πίστη των δημάρχων.
Θ.Γ.:
Βεβαίως. Οι δήμαρχοι όμως πώς θα το χρεωθούν; Γιατί όμως να χρεώσεις ένα δήμαρχο να γνωρίζει από πολιτισμό; Είναι η δουλειά του; Με αυτό θέλω να πω ότι το υπουργείο πρέπει να κάνει εθνική πολιτική. Μπορεί κάποιος δήμαρχος πραγματικά να τυχαίνει να ξέρει. Ο δήμαρχος μιας πόλης γνωρίζει το πολεοδομικό σχέδιό της αν είναι γιατρός; Έχει κάποιον άλλο για αυτό το θέμα. Εν τέλει το θέμα των ΔΗΠΕΘΕ είναι εθνικό θέμα το οποίο το υπουργείο δυστυχώς και ειδικά με τη σημερινή συγκυρία δεν το ευνοεί. Αν όμως θέλει να πει κάποιος κάτι χαριτολογώντας, αλλά και ουσιαστικά μιλώντας, επειδή τα ΔΗΠΕΘΕ έχουν ζήσει μέσα στη δυσκολία από τη μέρα που γεννήθηκαν, από τα πρώτα βήματά τους, ίσως να μην τους είναι πρωτόγνωρη αυτή η κρίση και ίσως να αξιοποιήσουν την πείρα τους. Αυτό οφείλεται φυσικά πάντα στο δήμο στην τοπική κοινωνία, στον καλλιτεχνικό διευθυντή και τελευταία και καταϊδρωμένο στο υπουργείο.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι θα πρέπει να γίνουν συνενώσεις των ΔΗΠΕΘΕ;
Θ.Γ.:
Αυτό που πιστεύω είναι ότι πρέπει να τα ξαναδούμε από την αρχή. Ήδη μαθαίνω ότι ο «Καλλικράτης» αγκομαχά. Το ερώτημα είναι αν τα ΔΗΠΕΘΕ περάσουν στην περιφέρεια τι θα συμβεί. Θέτω ερωτηματικά, εφόσον τίποτα δεν λειτουργεί, όπως μαθαίνω στην περιφέρεια.

ΠτΘ: Οι χρηματοδοτήσεις γίνονται κανονικά;
Θ.Γ.:
Όχι βεβαίως. Είναι στα όρια της ελεημοσύνης, είναι στο ήμισυ πλέον ο προϋπολογισμός, δηλαδή έχει φθάσει στις 114.000 ευρώ από τις 200.000 συν οι 200.000 του δήμου, που δίνονται όταν δίνονται. Είναι πάρα πολύ δύσκολα. Είναι ένα σταυρόλεξο για πάρα πολύ λίγους. Για έναν που δεν ξέρει τις δομές πρέπει πάλι να ξαναφωνάξεις τον Ιησού Χριστό στο θαύμα της Κανά.

Χωρίς πρόγραμμα υποτιμάς την πόλη σου

ΠτΘ: Εν μέσω αυτής της οικονομικής κρίσης και με βάση την προηγούμενη ιστορία των ΔΗΠΕΘΕ πώς σκέφτεστε να κινηθείτε;
Θ.Γ.:
Πρώτα απ’ όλα σκέφτομαι να κινηθώ με ένα προγραμματισμό, με ένα πρόγραμμα. Δεν νοείται ένα περιφερειακό θέατρο να μην έχει ένα πρόγραμμα, δηλαδή τον Οκτώβριο να μην ξέρει τι θα κάνει το Μάιο. Δεν μπορεί να κινείται στον αστερισμό του τυχαίου. Περνά κάποιος από εδών έλα και εδώ. Με αυτό τον τρόπο υποτιμάς την πόλη πάνω απ’ όλα. Όπου υπάρχει ένα φόρουμ πολιτισμού, είτε υψηλού είτε χαμηλού είτε μεσαίου επιπέδου, δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς πρόγραμμα. Από αυτό πάσχει το ΔΗΠΕΘΕ. Δεύτερο χρειάζεται μια αίθουσα μεγαλύτερη. Δεν μπορεί με εκατό θέσεις να δώσει αυτά που μπορεί στην πόλη. Χρειάζεται για να λειτουργήσει μια αίθουσα τριακοσίων θέσεων, για να κάνει σωστές μετακλήσεις, σωστές παραγωγές, σωστές συμπαραγωγές και να είναι ανταποδοτικές. Η φιλοδοξία μας δεν είναι να βγάλουμε χρήματα. Η προγραμματική σύμβαση δεν λέει αυτό. Τα ΔΗΠΕΘΕ έχουν ιδρυθεί για άλλους σκοπούς και πρέπει να θυμηθούμε την προγραμματική τους σύμβαση. Έχουν δημιουργηθεί για εκπαιδευτικούς και εκπολιτιστικούς λόγους. Είναι εθνικά εργαλεία, δεν είναι μια επιχείρηση. Φυσικά και θα λειτουργήσουν με τους νόμους της αγοράς, αλλά ο στόχος τους είναι άλλος. Είναι δυνατόν ένα σχολείο, ένα πανεπιστήμιο να λειτουργεί με στόχο το κέρδος; Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να τα πούμε αυτά, γιατί υπάρχει και ένας λαϊκισμός που λέει τι μας δίνει για να δώσουμε. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να μπορέσουμε με τα ελάχιστα χρήματα που έχουμε, να φτιάξουμε ένα τέτοιο προγραμματισμό, που να είναι αυτοχρηματοδοτούμενος, όσο το δυνατό, αλλά για να συμβεί αυτό χρειάζεσαι ένα εργαλείο δουλειάς. Δεν μπορείς με εκατό θέσεις να κάνεις τίποτα. Ουσιαστικά δηλαδή βγαίνεις στο περιθώριο. Για το θέμα είναι ενήμεροι η πρόεδρος του θεάτρου και ο δήμαρχος, γιατί αυτοί είναι οι πολιτικοί προϊστάμενοι. Εγώ θέτω τα ζητήματα και πρέπει να λυθούν. Αν δεν λυθούν φοβάμαι ότι θα είμαστε απομονωμένοι, αποκομμένοι, και δεν μπορεί η Κομοτηνή, μια πόλη με τη δική της δυναμική, να είναι έξω από την πανελλήνια πραγματικότητα. Δεν μπορεί να είναι απομονωμένη, ξεχασμένη, απεναντίας θα έλεγα. Έχει ένα λόγο παραπάνω να είναι πιο κεντρική και το θέατρο είναι ένα εργαλείο που μπορεί να την κάνει να είναι κεντρική. Απλά πρέπει να το καταλάβουν οι άνθρωποι, να το δουν, και ακόμη και τώρα σε μια δύσκολη στιγμή της πατρίδας μας, πρέπει οπωσδήποτε το θέατρο να συμμετάσχει στο δημόσιο διάλογο, δεν μπορεί να είναι απ’ έξω, δεν μπορεί να καθόμαστε εδώ και να κάνουμε τέχνη για την τέχνη. Φυσικά θα εμπλακούμε με την κοινωνία. Έχουμε πολλά σχέδια τέτοια. Για μένα το βασικότερο, η μόνη λύση, είναι να υπάρχει ένα τέτοιο πρόγραμμα, έχοντας ένα εργαλείο δουλειάς τόσων θέσεων τουλάχιστον, ώστε αυτό από μόνο του κατά τα δύο τρίτα να χρηματοδοτείται τουλάχιστον. Να έρχονται δουλειές ποιότητας και όχι αυτές οι λαϊκίστικες της τηλεοράσεως, που είναι κάποιες αρπαχτές ή να έρχονται ένα βράδυ και να παίρνουν τα χρήματα και να φεύγουν. Δεν είναι τιμητικό για την πόλη. Επίσης υπάρχει το πανεπιστήμιο. Δεν μπορεί το πανεπιστήμιο να είναι έξω από το θέατρο και δεν μπορεί τα παιδιά μόνο που έχουν την ερασιτεχνική ομάδα του πανεπιστημίου να έρχονται για να δουν το θέατρο και μάλιστα ούτε αυτά όλα να βλέπουν τις παραστάσεις. Δεν μπορεί σε μια πόλη να υπάρχουν πεντακόσιοι άνθρωποι που ασχολούνται ερασιτεχνικά με το θέατρο να απέχουν από τις θεατρικές παραστάσεις. Δηλαδή είμαι ερασιτέχνης ηθοποιός και έρχεται εδώ να παίξει η Όλια Λαζαρίδου και δεν έρχομαι να τη δώ;

ΠτΘ: Γι’ αυτό μιλάτε και για ανοικτό θέατρο;
Θ.Γ.:
Βεβαίως, ανοιχτό και ανήσυχο. Δεν μπορεί να είναι κλειστό το θέατρο. Ο χώρος πρέπει να εξωραϊσθεί, να φτιαχτεί, δεν είναι και στην καλύτερή του.

ΠτΘ: Υπάρχει στην πόλη το Μέγαρο Μουσικής. Θα μπορούσε να υπάρξει μια συνεργασία;
Θ.Γ.:
Φυσικά το ΔΗΠΕΘΕ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα, γιατί ουσιαστικά θεσμικά είναι της Κομοτηνής. Το ΔΗΠΕΘΕ δεν μπορεί παρά να θέλει τις αίθουσες του Μεγάρου για τις δράσεις του, αλλά αυτό είναι θέμα της κ. Μαλαμίδου και του κ. Πετρίδη. Εγώ θέτω τα θέματα, αλλά πιστεύω ότι το ΔΗΠΕΘΕ πρέπει να έχει δράσεις στο Μέγαρο Κομοτηνής, στο στολίδι αυτό της Κομοτηνής. Βέβαια είναι πολύ μεγάλο, αλλά εμείς μπορούμε να διαχειρισθούμε και άλλα πράγματα μέσα σε αυτό το χώρο

Να κρινόμαστε από την εργασία μας και να είναι ο ειδικός στη θέση του

ΠτΘ: Οι τελευταίες παραστάσεις που δόθηκαν στο ΔΗΠΕΘΕ φαίνεται να έχουν την αποδοχή του κοινού. Είστε ευχαριστημένος;
Θ.Γ.:
Είμαι ευχαριστημένος από το κοινό. Δεν είμαι ευχαριστημένος από τον εαυτό μου και από αυτό που κάνω. Θα πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Ο κόσμος αποδεικνύει ότι διψά, ότι θέλει θέατρο. Αυτό φυσικά θα γίνει αργά. Δεν γίνονται θαύματα. Αν υπήρξε μια περίοδος ξηρασίας η αλλαγή θα γίνει σιγά – σιγά, να έρθει η καινούργια υποκριτική, η καινούργια δραματουργία, οι καινούριοι ηθοποιοί, χωρίς βεβαίως να είμαστε νεολάγνοι, γιατί η νεότητα δεν είναι βιολογική, είναι κυρίως πνευματική. Θέλω να πω ότι είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος και αποδεικνύεται ότι, ξεκινώντας ένα πρόγραμμα με αρκετές δράσεις μέσα στο μήνα, ενώ παράλληλα γίνονται και άλλες δράσεις, και μη έχοντας την εμπειρία, γιατί αυτά τα θέατρα πάσχουν από την έλλειψη προγράμματος, υπήρξε αποδοχή. Καμιά φορά γελώ όταν ζητάνε κάποιοι να έρθουν για να παίξουν. Αυτό δεν γίνεται, εφόσον υπάρχει πρόγραμμα. Κανείς δεν θα τολμήσει να πάει στον κ. Χουβαρδά και να του ζητήσει να παίξει στην Αθήνα και αυτό γιατί υπάρχει σοβαρότητα. Αυτό συμβαίνει σε οποιοδήποτε σοβαρό οργανισμό. Όλο το άλλο είναι ευκαιριακό και ουσιαστικά υποτιμάς τον τόπο σου. Πιστεύεις ότι δεν είσαι τίποτα. Θα πρέπει επιτέλους να κρινόμαστε από την εργασία μας και να είναι ο ειδικός στη θέση του. Δεν μπορεί να αποφασίζει για το θέατρο ένας άνθρωπος, όχι του θεάτρου, γιατί αυτός κρίνεται εν τέλει. Είναι άδικο να αποφασίζετε εσείς και να κρίνομαι εγώ. Σε πόλεις, σαν την Κομοτηνή, αν εμπιστευτούμε τους ειδικούς σε κάθε τομέα μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα. Από εκεί και πέρα το μεγάλο στοίχημα με τους φοιτητές δεν είναι εύκολο να το κερδίσεις. Παρατηρώ και δεν θέλω να κολακέψω τους νέους. Οι ευθύνες είναι οι περισσότερες δικές μας αλλά έχουν και αυτοί ευθύνες. Πρέπει μια ομάδα δώδεκα χιλιάδων φοιτητών αν μη τι άλλο να έχει μια πολιτική δράση μέσα στην πόλη, δεν εννοώ κομματική, και δεν την βλέπω. Δεν βλέπω ενέργειες, ρήξεις, συγκρούσεις, χαρές. Φυσικά αυτό είναι μια παθογένεια γενικότερη στη νεοελληνική πραγματικότητα, όμως εμείς ευθυνόμαστε που δεν μπορούμε να γίνουμε ελκυστικοί, όχι ξεγελώντας, αλλά καλώντας προς το πανεπιστήμιο. Είναι δύσκολο αυτό και θα γίνει σιγά – σιγά. Θέλει χρόνο. Μια τριετία είναι πολύ λίγη για να κάνεις την αρχή. Εμείς κάναμε την αρχή και είναι καλό που υπάρχει ένα μπάνερ στην πόλη, το ότι κυκλοφορεί ένα πρόγραμμα, μια αφίσα με τη μεγαλύτερη αισθητική καλλιέπεια, το ότι μπορούμε να καλούμε ηθοποιούς του πνευματικού και ποιοτικού χώρου του θεάτρου. Αργότερα θα έρθουν ομάδες χορού μουσικής ή και το Εθνικό Θέατρο. Γιατί να έρχονται μόνο οι τραγουδιστές εδώ; Αυτοί που σε τελευταία ανάλυση τα χρήματα πάνε στην τσέπη τους. Το Εθνικό Θέατρο αν έρθει και κάνει μια παράσταση ή η Ορχήστρα Χρωμάτων ή μια μεγάλη Ορχήστρα δεν πάει στην τσέπη κάποιου αλλά είναι ολόκληρη ιστορία, υπάρχει πολιτισμός δεν θα πάμε να πούμε ένα τραγουδάκι και θα ξεχασθούμε, και αυτό σας το λέω εγώ που έχω σχέση με το τραγούδι και μπορώ να ξέρω.

Οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων θα πρέπει να είναι πραγματικοί και ουσιαστικοί

ΠτΘ: Η οικονομική κρίση συντελεί στην στροφή των πολιτών προς το θέατρο ή προς τον πολιτισμό;
Θ.Γ.:
Όχι αν ο πολιτισμός ή το θέατρο δεν συμπεριφερθεί με τον πρέποντα τρόπο, μπορεί και να απομακρύνουν τους πολίτες, γιατί μπορούν να πουν το πολύ απλό, δεν έχουμε να φάμε ραπανάκια για την όρεξη; Θα πρέπει οι τέχνες και οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων να είναι πραγματικοί και ουσιαστικοί, να μπουν στο δημόσιο διάλογο, να δουν τι γίνεται, να δουν το εισιτήριο, το ρεπορτόριο, τι ακριβώς προτείνουν σήμερα, τι παρηγοριά δίνουν και τι προβληματική. Αλλά για αυτό απαιτούνται άνθρωποι με πρόγραμμα. Δεν μπορώ να κάθομαι στο γραφείο μου και να λέω σε όποιον παίρνει τηλέφωνο να έλθει. Αυτό μπορείτε να το κάνετε και εσείς και εννοώ οποιοσδήποτε. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Φαντάζεσθε στο χειρουργείο να μπει ένας μη ειδικός; Στην Ελλάδα δυστυχώς έχει νομιμοποιηθεί στο χειρουργείο να είναι ένας μη χειρουργός. Κανείς δεν θα πήγαινε στο χειρουργείο. Γιατί λοιπόν να μπει σε ένα χώρο που δεν είναι καλλιτέχνης αυτός που το οργανώνει, που δεν έχει σπουδάσει αυτή τη δουλειά;

Το ΔΗΠΕΘΕ θα πρέπει να είναι ανοιχτό σε νέα ρεύματα, να τα στηρίζει

ΠτΘ: Αυτές τις ημέρες φιλοξενούμε στην πόλη μας μια ομάδα θεατρική. Ποια είναι η άποψή σας γενικότερα για αυτές τις θεατρικές ομάδες;
Θ.Γ.:
Η ομάδα Sforaris είναι μια από τις πιο καλύτερες, τις πολλά υποσχόμενες, θεατρικές ομάδες, ήδη πέρσι είχαν διακριθεί στο Φεστιβάλ Αθηνών με τις «Παρολογές», μια από τις σημαντικότερες παραστάσεις του Φεστιβάλ. Είναι η ελπίδα του θεάτρου. Το ΔΗΠΕΘΕ δεν μπορεί παρά να είναι σε ανοιχτό διάλογο με αυτά τα νέα ρεύματα και σε αυτά να δίνει βοήθεια και στήριξη. Θέλω να πω ότι αν είναι να δώσεις πέντε ευρώ, να τα δώσεις ως επένδυση μέλλοντος. Η Μελίνα Μερκούρη αυτό σκεφτόταν όταν έκανε τα ΔΗΠΕΘΕ, να είναι ένα εφαλτήριο για νέους ανθρώπους, ηθοποιούς, συγγραφείς, που να είναι οι αυριανοί άνθρωποι του θεάτρου, να τους δοθεί ένα «γήπεδο» εργασίας και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε εδώ. Όντας πολύ φτωχοί είναι σαν ένας χωλός να ελεεί τυφλό. Θέλουμε να υπάρχει αυτή η αλληλεγγύη. Τα παιδιά που συγκροτούν αυτές τις ομάδες είναι μορφωμένα, απόφοιτοι του ΑΠΘ, παιδιά που έχουν ταξιδέψει, σπουδάσει, που βάζουν αλλού τον πήχη των γραμμάτων και των τεχνών, είναι παιδιά που διεκδικούν και πάρα πολλοί από αυτούς, νομίζω, θα είναι τα κεντρικά μεγάλα πρόσωπα του θεάτρου μετά από μια πάροδο πέντε ή δέκα ετών. Αυτή η ομάδα θέλαμε να έρθει εδώ, είναι συμπαραγωγή η παράσταση και η πρεμιέρα δόθηκε εδώ. Είναι ένα καινούργιο θέατρο και έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς προχωρά πια η σκηνοθεσία, η υποκριτική, γιατί είναι τέχνες που συνεχώς εξελίσσονται. Θέλω να πω ότι η χθεσινή υποκριτική δεν είναι η σημερινή. Η θεατρική τέχνη είναι η τέχνη που γράφεται στο νερό, αυτό που γράφεις σβήνεται, δεν μένει, πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται. Δηλαδή η υποκριτική του ’70 σήμερα δεν αντέχεται.

 

Πατρίδα μου ο τόπος που εργάζομαι

ΠτΘ: Ποια ήταν η αποδοχή του βιβλίου σας «Ο Ύπνος της Αδριανουπόλεως»;
Θ.Γ.:
Ήταν αρκετά συγκινητική για μένα ούτε και εγώ το περίμενα έτσι. Είναι ένα βιβλίο που γράφει για το Βορρά, που γράφηκε στο Βορρά, την περίοδο που εργάζομαι στο Βορρά και είναι συγκινητικό που μέσα από αυτό πάρα πολλοί άνθρωποι, όχι γνωστοί, βρίσκουν δικά τους πράγματα. Είναι ένας τρόπος συνομιλίας, ένα facebook πραγματικό, δεν είναι ηλεκτρονικό, θέλει χειρονομία, να κάτσεις να ανοίξεις το βιβλίο, δηλαδή όταν διαβάζεις ένα βιβλίο είναι σαν να σου κάνω το τραπέζι, σαν να σε καλώ σε μια πολύ προσωπική σχέση, δεν είναι το απρόσωπο ενός Ίντερνετ, το οποίο έχει τα πολύ καλά του αλλά έχει και τα κακά του.

ΠτΘ: Γράφετε και τώρα;
Θ.Γ.:
Ναι, νομίζω ότι τον καινούργιο χρόνο κάτι θα γίνει. Γράφω και κάποια τραγούδια με τον Ορφέα Περίδη που γράφονται στους δρόμους της Κομοτηνής.

ΠτΘ: Από όσες πόλεις έχετε περάσει έχετε καταγράψει την ιστορία τους, τα κτίριά τους, τους ανθρώπους της. Την εικόνα της Κομοτηνής την έχετε καταγράψει;
Θ.Γ.:
Σιγά – σιγά τώρα την γράφω. Είμαι ευγνώμων για την πόλη αυτή. Έχει ενέργεια, έχει ηλεκτρισμό, έχει δυναμική. Είναι μια πόλη που έχει πολλά πράγματα. Μ’ αρέσει να την περπατώ, γιατί περπατώντας και χαζεύοντας γνωρίζεις μια πόλη. Είναι αξίωμα για μένα ότι πατρίδα μου είναι ο τόπος που εργάζομαι. Δεν με υποχρέωσε κανείς να έρθω εδώ. Ήθελα να ‘ρθω. Θα είμαι ο τελευταίος που θα έλεγα κάτι άσχημο για την πόλη και θα πρέπει με την δουλειά που κάνουμε να αποδεικνύουμε πόσο τιμούμε μια πόλη, προς θεού μακριά από λαϊκισμούς και κολακείες. Θα βγεις δημόσια, θα κάνεις τις συγκρούσεις σου, θα πεις δημόσια αυτά που σε ενοχλούν, θα γίνει μια πραγματική κουβέντα και συζήτηση. Δεν μπορούμε να τα έχουμε καλά με όλους, γιατί είδατε πού φθάσαμε τώρα με αυτή τη λογική. Η Κομοτηνή θέλω να πω ότι έχει μια ενέργεια που εμένα μ’ αρέσει πολύ και νομίζω ότι με βαστά σε μια εγρήγορση. Το νοιώθω. Τώρα ακούω το χτύπημα. Είμαι πολύ καινούριος.

Ένας άνθρωπος της δικής μας δουλειάς αν δεν ταξιδέψει είναι κουτσός

ΠτΘ: Κατευθύνεστε προς Ανατολάς;
Θ.Γ.:
Νομίζω ότι μ’ αρέσει η Ανατολή, εξ ίσου μ’ αρέσει και το κέντρο, αλλά η Ανατολή μ’ αρέσει πάρα πολύ. Εξάλλου εμείς είμαστε στο μεταίχμιο. Είμαστε με μία έννοια ανατολίτες. Βεβαίως, καλό είναι να κρατάς τη ζυγαριά, γιατί καλό είναι να κάνεις και μερικά ταξίδια στην Κεντρική Ευρώπη, για να βλέπεις και τι πάει να πει οργάνωση και πρόγραμμα. Είναι καλό να κάνεις ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και ένα στο Λονδίνο για να βαστάς τις ισορροπίες. Σήμερα, αν ένας άνθρωπος της δικής μας δουλειάς, δεν ταξιδέψει, δεν έχει πολλά περιθώρια, είναι κουτσός. Σήμερα, αν δεν μπορείς να ταξιδεύεις στον κόσμο, ουσιαστικά δεν μπορείς να ανεβαίνεις στη σκηνή του θεάτρου. Πρέπει να συνομιλείς με τα καινούργια ρεύματα. Είναι υπέροχο να μπορείς να είσαι δεκαπέντε μέρες στο Βερολίνο, δεκαπέντε μέρες στη Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο το χρόνο και να είσαι μετά και στην Κομοτηνή. Όχι για να αντιγράψεις κάτι, αλλά για να ενεργοποιηθείς. Όπως και το να ζήσει ένας Λονδρέζος εδώ και για αυτόν θα είναι θετικό, αλλά ο τοπικισμός και η απομόνωση πλέον δεν βοηθούν σε τίποτα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.